Showing posts with label Δημόσιο Χρέος-Fiscal Child Abuse. Show all posts
Showing posts with label Δημόσιο Χρέος-Fiscal Child Abuse. Show all posts

Monday, January 23, 2012

Το πραγματικό σκάνδαλο με την ΕΛΣΤΑΤ

Του Μανόλη Γαλενιανού*

Οφείλω να πω ότι δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική της πρόσφατης έρευνας για την αναθεώρηση των στατιστικών στοιχείων. Διάβασα στην Καθημερινή της Κυριακής (πλήρες κείμενο εδώ) ότι:

«Ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του τέως πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου αλλά και των τότε υπουργών και υφυπουργών Οικονομικών διαβλέπει στο πλαίσιο της έρευνας που διενήργησε για τις καταγγελίες περί σκόπιμης διόγκωσης του ελλείμματος της Ελλάδας για το 2009, ο υπό παραίτηση οικονομικός εισαγγελέας Γρηγόρης Πεπόνης»

Ας υποθέσουμε ότι οι κατηγορίες ευσταθούν και το έλλειμμα του 2009 δεν ήταν 15.4% του ΑΕΠ (όπως υπολογίστηκε το Νοεμβρίο του 2010) αλλά, ας πούμε, 10.4%. Τότε θα μπορούσαμε να πετύχουμε μείωση του ελλείμματος κατά 5 μονάδες απλώς ξεφουσκώνοντας τα νούμερα, χωρίς επιπτώσεις στην οικονομία, χωρίς περικοπές μισθών και συντάξεων και χωρίς αύξηση της φορολογίας.

Και αν η χρηματοδότησή μας από την τρόικα εξαρτάται από το να πιάνουμε στόχους που τους κάνουμε να μοιάζουν δύσκολοι (φουσκώνοντας τεχνητά τα προηγούμενα ελλείμματα) ενώ στην πραγματικότητα είναι εύκολοι (επειδή το μόνο που χρειάζεται είναι να αποτυπώσουμε την πραγματική κατάσταση με ακρίβεια) τότε μάλλον θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Παπανδρέου και τον Παπακωνσταντίνου για την καπατσοσύνη τους.

Αλλά δε νομίζω ότι τα παραπάνω ισχύουν. Για να μειωθεί το έλλειμμα από το 15.4% του 2009 στο 10.5% του 2010 χρειάστηκε να παρθούν μέτρα σκληρής λιτότητας -- επειδή ακριβώς η απεικόνιση του ελλείμματος στο 15.4% ήταν ακριβής. Αυτό φαίνεται και από το ότι η Eurostat προσυπέγραψε τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία το 2010 για πρώτη φορά από το 2004 ενώ από το 2004 μέχρι το 2009 κάθε χρόνο δημοσιοποιούσε τους ενδοιασμούς της για τα στοιχεία αυτά.

Τώρα όμως αντί να διωχθεί ποινικά η ηγεσία της παλιάς στατιστικής υπηρεσίας, η οποία μέχρι τον Οκτώβρη του 2009 ισχυρίζονταν ότι το έλλειμμα της χρονιάς θα μείνει στο 6% ενώ στην πραγματικότητα ήταν σχεδόν τριπλάσιο, γίνεται δίωξη στον καινούριο επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ που είπε τα πράγματα όπως ήταν. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό σκάνδαλο της υπόθεσης «Greek statistics.»

Και για να μην ξεχνιώμαστε, τα στατιστικά στοιχεία επηρεάζουν και την πολιτική: οι εκλογές του 2009 θα ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικές αν όλοι μας γνωρίζαμε ότι το έλλειμμα είναι πολύ μεγαλύτερο και η επίλυσή του πολύ πιο επείγουσα. Αν μη τι άλλο, το «λεφτά υπάρχουν» σίγουρα δε θα υπήρχε σαν σύνθημα.

*Ο Μανόλης Γαλενιανός είναι επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της G700.


Saturday, September 17, 2011

Το νούμερο Γεωργαντά δεν βγαίνει

Είχαμε που είχαμε τα Greek statistics, από χτες αποκτήσαμε και το "νούμερο Γεωργαντά". Η πρώτη περίπτωση γνωστή: κρύβαμε τους σκελετούς στην ντουλάπα για να βγαίνει το έλλειμμα λιγότερο απ' το πραγματικό. Η δεύτερη κινείται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και από την περασμένη βδομάδα πρώην μέλος της επιτροπής της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, Ζωής Γεωργαντά, το 2010 συντελέστηκε "σκόπιμη διόγκωση του ελλείμματος του 2009 ώστε να ληφθούν ισχυρότατα μέτρα κατά της ελληνικής κοινωνίας".

"Το έλλειμμα της χώρας για το 2009 σκοπίμως παρουσιάστηκε στο 15,4% από τη Eurostat. Έπρεπε να φανεί μεγαλύτερο από αυτό της Ιρλανδίας, που ήταν 14%, ώστε να παρθούν δυσβάσταχτα μέτρα κατά της Ελλάδας", αποκάλυψε στην «Ε» η κα καθηγήτρια.

"Το έλλειμμα έγινε τόσο μεγάλο λόγω του γεγονότος ότι μπήκαν όχι με φυσιολογικό τρόπο στη "γενική κυβέρνηση" (σ.σ. στενός δημόσιος τομέας και πλευρές του ευρύτερου) ένας αριθμός ΔΕΚΟ, αυτοί οι 151 φορείς, αυτούς όπου τώρα εξελίσσεται η εφεδρεία. Αυτοί οι φορείς δεν μελετήθηκαν στατιστικά όπως έπρεπε, και μάλιστα σύμφωνα με όσα ορίζει η ίδια η Eurostat. Γι' αυτή τη διαδικασία τα κριτήρια είναι πολλά και πολύπλοκα, χρειάζεται μακροχρόνια μελέτη για να υπαχθούν. Εμείς επιμέναμε αυτές οι ενστάσεις μας να καταγραφούν ακόμα και στα πρακτικά. Ο πρόεδρος της Αρχής μάς απάντησε ότι "στα πρακτικά θα μπει ό,τι θέλω εγώ", επί λέξει"

Η υπόθεση βρωμάει. Δεν είναι όμως τα Greek statistics που ξαναβρώμησαν. Δυστυχώς, για τους συνωμοσιολόγους, πολύ απλά δεν βγαίνει ο υπολογισμός της κα Γεωργαντά.

Πρώτον, το έλλειμμα του 2009 ανήλθε στο ποσό των 36,6 δις ευρώ. Φορείς ή όχι φορείς το ταμείο του κράτους έγραψε μείον 36,6 δις ευρώπουλα, μπικικίνια, μαρούλια, ποσό που αναλογεί στο 15% του ΑΕΠ εκείνης της χρονιάς. Μάλιστα για να καταλάβουμε τη σημασία της δημοσιονομικής καθίζησης, το 2009 ήταν η πρώτη φορά μετά το 1990 που οδηγηθήκαμε σε πρωτογενές έλλειμμα του Τακτικού Προϋπολογισμού ίσο με -6 δις ευρώ, όταν τα προηγούμενα χρόνια υπήρχαν πλεονάσματα της τάξης των 5 με 6 δις ευρώ περίπου.

Δεύτερον, το έλλειμμα του 2009 διογκώθηκε διότι το 2009, όλα ανεξαιρέτως τα δημοσιονομικά μεγέθη επιδεινώθηκαν με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να τονωθεί η ζήτηση, όπως και το 2008. Οι πρωτογενείς δαπάνες πλησίασαν τα 62 δις ευρώ περίπου, αυξημένες κατά 20% κάνοντας πράξη, φυσικά ,την εξαγγελία για "επανίδρυση του κράτους" βέβαια μάλλον του κράτους του 80 εννοούσαν οι ποιητές. Μάλιστα για ξέρουμε και που πατάμε, η αύξηση, πέρα από 5,5 δις ευρώ που δόθηκαν στις τράπεζες, αφορούσε μισθούς και συντάξεις (+4,7 δις), ευκαιριακά επιδόματα (+1,7 δις) και εφάπαξ καταναλωτικές δαπάνες (+2,1 δις ευρώ). Θα θυμάστε όσοι από εσάς παρακολουθείτε τη G700 πόσες, μα πόσες φορές είχαμε επισημάνει και προειδοποιήσει για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό λόγω της διόγκωσης των καταναλωτικών - πελατειακών κατά βάση δαπανών του 2009.

Τρίτον, οι εποπτευόμενοι φορείς μπορεί να μην είναι οι βασικοί υπαίτιοι της μεγάλης δημοσιονομικής τρύπας, είναι ωστόσο συνένοχοι στο βούλιαγμα του τιτανικού, δεδομένου ότι διαχρονικά επιχορηγούνται στη συντριπτική πλειοψηφία του προϋπολογισμού τους είτε από τον Τακτικό Προϋπολογισμό, είτε από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ενώ δανείζονται με εγγυήσεις του κράτους. Όλα αυτά επιβαρύνουν το έλλειμμα και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φιλοσοφία ή μεθοδολογία για να καταγραφεί η χρηματοροή από τον κεντρικό προϋπολογισμό στο ταμείο φορέων, που συν τις άλλοις παράγουν ελάχιστη δημόσια και κοινωνική αξία, ενώ αποτελούν και τόπους σκανδαλωδών μισθολογικών προνομίων σε σχέση με το στενό δημόσιο τομέα και εστίες διαφθοράς με ιδιώτες προμηθευτές.

Τέταρτον, η καταγραφή του ελλείμματος, έγινε και συνεχίζει να γίνεται πλέον (δεδομένου του παρελθόντος με τα Greek Statistics) με μετρήσεις που επικυρώνει η ίδια η Eurostat βάσει επιτόπιων ελέγχων και ερευνών σε όλα τα Υπουργεία συμπεριλαμβανομένης και της αμαρτωλής ΕΛΣΤΑΤ. Για το 2009 οι έρευνες διήρκησαν ένα δωδεκάμηνο και συνεχίζονται να διεξάγονται ακόμα και σήμερα. Ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποκατέστησε την πραγματικότητα γύρω από το νούμερο Γεωργαντά, δηλώνοντας ότι από το 2010 και μετά όλα τα στοιχεία που δίνονται για παρελθόν και παρόν είναι απολύτως αξιόπιστα.

Πέμπτον, σε αντίθεση με όσα καταγγέλλονται, η ένταξη της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ιρλανδία και η Πορτογαλία ήταν μακριά από το στόχαστρο των αγορών και δεν υπήρχε αμφισβήτηση της δυνατότητας χρηματοδότησης του χρέους τους. Μάλιστα, η Ιρλανδία θεωρούνταν τότε ότι διατηρεί τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών της, έκανε και μαθήματα στην Ελλάδα, ενώ η Πορτογαλία ακόμα κι όταν αυτή προσέφυγε στο μηχανισμό μπήκε με έλλειμμα 9%, σημαντικά μικρότερο από το ελληνικό.

Αναλύοντας λοιπόν επί τροχάδην τους βασικούς υπολογισμούς της κα καθηγήτριας, γίνεται προφανές ότι το νούμερο Γεωργαντά δεν βγαίνει.

Ταυτόχρονα, γίνεται προφανές ότι κάποιοι (μίντια, κόμματα, πολιτικοί, αναλυτές), με αφορμή την απόλυση από μέλος Δ.Σ. μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου κι εν όψει του κύματος απολύσεων δια της εργασιακής εφεδρείας στο Δημόσιο, επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα γύρω από το μεγαλύτερο, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, οικονομικό και πολιτικό θέμα των τελευταίων δεκαετιών: τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία. Αντί να βοηθήσουν στην κατανόηση του που πήγαν τα λεφτά και γιατί φτάσαμε ως εδώ που φτάσαμε, να καταντήσουμε δηλαδή μια δουλοπαροικία του χρέους, επιχειρούν να ρίξουν τη χώρα ξανά στο σκοτάδι. Διαστρεβλώνοντας την πεζή και ωμή συνάμα πραγματικότητα των αριθμών και των οικονομικών μεγεθών, φουσκώνουν το υπόγειο σκοταδιστικό πολιτικό ρεύμα που θεωρεί την ένταξη της χώρας στο μηχανισμό στήριξης προϊόν σκόπιμης, καλά μελετημένης και προειλημμένης απόφασης των κυβερνόντων και των κέντρων που τους έχουν στο χέρι. Όχι προϊόν μιας αδύναμης δανειοτραφούς οικονομίας βασισμένης στο πελατειακό σύστημα και τη συναλλαγή. Υπ' αυτές τις συνθήκες, εκτροχιάζουν τη δημόσια συζήτηση απ' τις πραγματικές μεταρρυθμιστικές ανεπάρκειες της σημερινής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας την στη σφαίρα της μεταφυσικής και της συνωμοσίας.

Δυστυχώς, μ' αυτά τα μυαλά που κουβαλάμε πολλοί από εμάς, εύλογα αναρωτιούνται πολλοί ανά την υφήλιο αν θα ήταν καλύτερα να αφήσουν τα "νούμερα" να ζήσουν μακάρια στο ψέμα. Εκεί στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, μαζί με τους λοιπούς δυναμικούς αγωνιστές, τέτοιους σαν τον μέγα πολιτικό κρατούμενο των ημερών Μάκη Ψωμιάδη.



Friday, July 22, 2011

Θα ξεμπερδέψουμε με το χρέος, όταν ξεμπερδέψουμε με τις γενεακά άδικες πολιτικές.

"Ο λαός απαλλάχτηκε από τον βραχνά της χρεοκοπίας", δήλωσε ο πρωθυπουργός στο Υπουργικό Συμβούλιο της Παρασκευής, λίγες ώρες μετά την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης την Πέμπτη 21 Ιουλίου. Σύμφωνα με τον κ. Παπανδρέου, πρόκειται για μια ιστορική απόφαση που διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Έχουμε λοιπόν λύση για το χρέος; Οικονομικά μιλώντας, με τη χτεσινή απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ, πράγματι, επιτυγχάνεται μια τεράστια ανακούφιση στο κομμάτι του χρέους που το ελληνικό κράτος οφείλει στα κράτη-μέλη και τους διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι μας στηρίζουν εδώ και ενάμιση χρόνο για να μην χρεοκοπήσουμε. Πρόκειται για το δάνειο των 110 δις ευρώ του Μνημονίου, όσο και το επόμενο δάνειο που θα πάρουμε για κάλυψη των μεσοπρόθεσμων δανειακών μας αναγκών. Δηλαδή, για το μεγαλύτερο τμήμα του συνόλου των χρωστικών. Με το επιτόκιο σ' αυτό το κομμάτι χρέους να πέφτει στο 3,5%, την περίοδο αποπληρωμής να αυξάνεται στα 15 έως και 30 χρόνια και τη θέσπιση μιας περιόδου χάριτος μέχρι και 10 έτη, η Ελλάδα πλέον δανείζεται από τους ευρωπαίους εταίρους και τη διεθνή κοινότητα με όρους τόσο ευνοϊκούς και τόσο φθηνά, όσο μια χώρα με αξιολόγηση ΑΑΑ.

Σε ό,τι αφορά τους ιδιώτες, η πρόβλεψη για εθελοντική μετακύλιση του χρέους τους σε ύστερο χρονικό διάστημα, όπως αυτή δρομολογείται μετά τη χτεσινή απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής, δεν φαίνεται ικανή να αποτελέσει σημαντικό πιστωτικό γεγονός, ακόμα κι αν με όρους τεχνικής αξιολόγησης περιγραφτεί ως κάτι τέτοιο. Ήδη, οι περισσότερες τράπεζες και θεσμικοί φορείς έχουν αιτηθεί να λάβουν μέρος εθελοντικά στο πρόγραμμα.

Τέλος, η ΕΚΤ απαλλάσεται σταδιακά από τα βάρη χρηματοδότησης της Ελλάδας, αφού τα σκήπτρα αναλαμβάνει πλέον το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), το οποίο ανάμεσα σε άλλα αναλαμβάνει να πιέσει προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ξεμπερδέψαμε, όμως, ως δια παντώς με το χρέος; Το φάγαμε, δεν μας έφαγε τελικά;

Πολιτικά, δεν χωράει αμφιβολία ότι εξασφαλίστηκε πολύτιμος χρόνος και πιο ευνοϊκοί οικονομικοί και πολιτικοί όροι για τη διαχείρισή του, καθώς και μια στιβαρή ομπρέλα προστασίας από τις επιθέσεις των καταστροφολόγων και των αγορών. Με βεβαιότητα μπορούμε πλέον να πούμε ότι δεν θα χρεοκοπήσουμε με τρόπο άτακτο και ανεξέλεγκτο. Κανείς Έλληνας πολίτης δεν πρόκειται να χάσει τις καταθέσεις του, κι αυτό πλέον φαίνεται να έχει διασφαλιστεί. Πολιτικά πρόκειται μια μία μεγάλη μέρα για όλη την Ευρώπη, αν και ο πόλεμος δεν έχει κερδηθεί ακόμα.

Με όρους πολιτικής οικονομίας, όμως, το χρέος και οι γενεακά άδικες πολιτικές που το παράγουν στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παραμένουν σημαντικό πρόβλημα. Δεν είναι μόνο το τεράστιο μέγεθός του χρέους σε απόλυτους αριθμούς που πρέπει να μας ανησυχεί. Είναι κυρίως η δυναμική του που πρέπει να τιθασευτεί. Η Ελλάδα για να ισορροπήσει την μπάνκα, πρέπει να συνεχίσει με αμείωτη ένταση τον διμέτωπο αγώνα για δημοσιονομική προσαρμογή και επανεκκίνηση της ανάπτυξης μέσα από την κινητοποίηση της υγιούς ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των νέων εργατών γνώσης. Πάνω απ' όλα όμως, το πολιτικό σύστημα πρέπει να προχωρήσει σύσσωμο στο ξήλωμα των γενεακά άδικων πολιτικών που οδήγησαν στη σημερινή κρίση χρέους. Να μη μείνει ούτε ένα από αυτά τα πελατειακά και προσοδοθηρικά τερατουργήματα. Όταν ξεμπερδέψουμε μ' αυτά τότε θα έχουμε ξεμπερδέψει και με το χρέος, επειδή ακριβώς θα έχουμε περιορίσει τις γενεσιουργές του αιτίες.

Wednesday, February 10, 2010

Η κρίση θ’ αλλάξει την αρχιτεκτονική της ΕΕ

Την Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008, η ΕΕ συνεδρίασε στο Παρίσι και υιοθέτησε ομόφωνα το σχέδιο Μπράουν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Στο σχέδιο προβλέπονταν α) κρατικές εγγυήσεις πενταετίας στον διατραπεζικό δανεισμό με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και β) η ισχυρή πολιτική δέσμευση των κρατών μελών για αποφυγή της χρεοκοπίας των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το σχέδιο υιοθετήθηκε απ’ όλα τα κράτη του eurogroup μέσα σ’ ένα κλίμα διάχυτης ομοψυχίας και αποφασιστικότητας. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο. Οι αγορές αντέδρασαν θετικά και οι πολίτες αισθάνθηκαν εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή ηγεσία. Η Ενωμένη Ευρώπη ανέτρεψε το κλίμα πανικού και πέτυχε μια πρόσκαιρη, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, σταθεροποίηση των προσδοκιών των πολιτών και των επενδυτών απέναντι στο τραπεζικό σύστημα και κατ' επέκταση την οικονομία.

15 μήνες μετά, εκτός από τη δίνη της ύφεσης, η ΕΕ βρίσκεται στη δίνη μιας άνευ προηγουμένου δημοσιονομικής κρίσης. Η Ιρλανδία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, σύντομα και η Ιταλία -όλες τους οικονομίες με υψηλά ελλείμματα και τεράστια χρέη- βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα των διεθνών αγορών που εξαπολύουν μια άνευ προηγουμένου επίθεση στην αξία των ομολόγων των συγκεκριμένων κρατών μελών. Ερωτήματα αρχίζουν να προκύπτουν για τη συνοχή του ευρώ, και η πολιτική ομοψυχία του Φθινοπώρου του 2008, δίνει τη θέση της σ' ένα σκηνικό όπου ο Βορράς έχει βάλει στο εδώλιο του κατηγορουμένου το Νότο και τον σφυροκοπεί ανελέητα.

Τι συνέβη; Το "υπερ-δομημένο" και προς κατάρρευση τραπεζικό σύστημα της δυτικής και βόρειας Ευρώπης ήρθε κι έδεσε, εν μέσω ύφεσης μη το ξεχνάμε, με τα μη βιώσιμα δημόσια χρέη των κρατών του Νότου. Δημιουργήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο ένα εκρηκτικό οικονομικό και πολιτικό κοκτέιλ.

Το μάθημα εδώ για την ΕΕ είναι απλό. Το έχουμε διατυπώσει επανειλημμένα τόσο με τη μορφή απλής ακαδημαϊκής διαπίστωσης, όσο και σαν ευχή και πρόβλεψη συνάμα για το μέλλον της Ένωσης. Πάμε λοιπόν ξανά. Δεν κουραζόμαστε να το λέμε.

Οι μεγάλες οικονομικές αναταραχές που πλήττουν με ασυμμετρικό τρόπο την Ένωση –και οποιαδήποτε νομισματική ένωση-, απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά, δυνατότητα οικονομικής συνδρομής στις περιφέρειες ή τους τομείς που πλήττονται και τακτικούς χειρισμούς από ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο που διέπει την ΟΝΕ με το γνωστό ανισοβαρές μίγμα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, αποδεικνύεται ότι δεν είναι σε θέση να λύσει τα προβλήματα που προκαλούνται από μεγάλες οικονομικές κρίσεις. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που δίνει περισσότερο έμφαση στον περιορισμό των ελλειμμάτων και λιγότερο στην ευελιξία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, σε συνδυασμό με την ανοιχτή μέθοδο συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εν απουσία ενός ισχυρού κέντρου λήψης καθημερινών αποφάσεων, εμποδίζει τη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών που απαιτούνται σε συνθήκες έντονων οικονομικών διαταράξεων.

Πριν από 33 χρόνια, το 1977, η έκθεση του πρώην Προέδρου των Βρετανών Επιχειρηματιών κ. McDougall για λογαριασμό της Επιτροπής, είχε επισημάνει ότι σε μια νομισματική ένωση επιβάλλεται ένας μεγαλύτερος βαθμός κεντρικοποίησης της δημοσιονομικής πολιτικής, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά ασυμμετρικά σοκ και γενικευμένες υφέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Το μάθημα λοιπόν σήμερα είναι απλό και σαφές. Η οικονομική σταθεροποίηση μιας νομισματικής ένωσης, που μάλιστα δε συνιστά άριστη νομισματική περιοχή υπό την έννοια ότι χαρακτηρίζεται από ανόμοιες παραγωγικές συνθήκες από περιοχή σε περιοχή και χαμηλή ευελιξία αγορών και παραγωγικών συντελεστών, πρέπει να ασκείται από κεντρικά όργανα. Με τη συνδρομή ενός κεντρικού προϋπολογισμού και υπό τις αποφάσεις ενός ομοσπονδιακού, στην προκειμένη περίπτωση υπερεθνικού πολιτικού κέντρου, όπως συμβαίνει σε όλες τις ομόσπονδες οικονομίες.

Σήμερα, αντιμέτωποι πλέον με τα αδιέξοδα της ΟΝΕ, και με τον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης του ευρώ να ελλοχεύει, φτάσαμε στο σημείο να σκεφτόμαστε την τελευταία στιγμή, βεβιασμένα και υπό την πίεση των διεθνών κερδοσκόπων πιθανά μέτρα διάσωσης της Ελλάδας και των νότιων χωρών της ΕΕ. Για πρώτη φορά στην εντεκαετή ιστορία του ευρώ, τίθεται θέμα διάσωσης κράτους μέλους, υπό τις χειρότερες δυνατές συνθήκες, μάλιστα με τρόπο που πλήττει την αξιοπιστία της ΟΝΕ. Το σχέδιο διάσωσης που φαίνεται να συζητιέται, ευρωδάνειο με γερμανικό χρήμα προς τις χώρες που πλήττονται, έρχεται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή με την ΕΕ να έχει χάσει τις εντυπώσεις.

Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων εμμέναμε σε μια λάθος αρχιτεκτονική. Της νομισματικής ένωσης, χωρίς οικονομική ένωση.

Ευτυχώς λοιπόν σήμερα αντιμετωπίζουμε αυτή την κρίση. Διότι μέσα από τη συνειδητοποίηση των αδυναμιών της ΟΝΕ, ίσως καμφθούν οι διαχρονικές αντιστάσεις των Ευρωπαίων απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας μιας δημοσιονομικής ομοσπονδίας στην Ευρώπη. Εδώ και 50 χρόνια η Ευρώπη προχωράει μπροστά, ενοποιείται και διευρύνεται σχεδόν πάντα με αφορμή μια μεγάλη διεθνή κρίση που τη βοηθάει να δει τις ατέλειες του οικοδομήματος που χτίζει. Από την αναγκαστική συμφιλίωση Γαλλίας και Γερμανίας μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου που δημιούργησε την ΕΟΚ, έως την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ‘70 που οδήγησε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη μέχρι και την πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού που οδήγησε στο Μάαστριχτ και τις διαδοχικές διευρύνσεις προς ανατολάς, η Ευρώπη αποδεικνύει ότι κάνει άλματα προς την «ever closer union» μόνο έπειτα από σοβαρές συστημικές πολιτικές ή οικονομικές κρίσεις. Η κρίση θ’ αλλάξει την αρχιτεκτονική της ΕΕ.

Tuesday, January 19, 2010

Η Ευρώπη δεν αντέχει τη χρεοκοπία της Ελλάδας

Του Simon Tilford*
Europe cannot afford to let Greece default
Financial Times, 15-1-2010
Μεατάφραση από την ομάδα του PPOL


Η ευρωζώνη δεν έχει την πολυτέλεια να μετατρέψει την Ελλάδα σε παράδειγμα προς αποφυγή για τις υπόλοιπες χώρες που πλήττονται από την κρίση. Οι ισχυρισμοί αξιωματούχων και πολιτικών των πιο ρωμαλέων δημοσιονομικά κρατών της λέσχης, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (Wolfgang Schäuble), πως οι Έλληνες θα πρέπει μόνοι τους να βρουν το δρόμο εξόδου από την κρίση, δεν είναι αξιόπιστες. Διότι αγνοούν το γεγονός πως η Ελλάδα δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματά της μόνη της, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Αλλά και τυχόν χρεοκοπία της Ελλάδας, δε θα λειτουργούσε τόσο παραδειγματικά για τις υπόλοιπες χώρες όσο μοιάζει να νομίζουν πολλοί στα κέντρα αποφάσεων των ισχυρότερων κρατών-μελών της ευρωζώνης.

Τα μέλη της ευρωζώνης δικαίως είναι εξοργισμένα με τις ελληνικές αρχές που πλαστογραφούσαν τα δημοσιονομικά τους στοιχεία. Αλλά η Ελλάδα δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου των πολλών κρατών που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, που εμφανίζουν απώλεια ανταγωνιστικότητας λόγω της ένταξής τους στην ευρωζώνη και σήμερα παρουσιάζουν ελλειμματικά δημοσιονομικά και φτωχές αναπτυξιακές προοπτικές. Χώρες που τους ζητείται να προχωρήσουν σε περικοπές ελλειμμάτων και χαμηλότερη αύξηση του κόστους εργασίας τους από το μέσο όρο της ευρωζώνης, κι αυτό τη στιγμή που Ολλανδία και Γερμανία φλερτάρουν με αρνητικό πληθωρισμό και οι επενδυτές πανικοβάλλονται σε κάθε σημείο αύξησης του πιστοληπτικού κινδύνου.

Τις τελευταίες μέρες, η Ελλάδα ανακοίνωσε πως θα μειώσει το έλλειμμά της, που το 2009 υπολογίζεται πως έφτασε στο 12.7% του ΑΕΠ, σε μόλις 2.8% έως το 2012. Με δεδομένες τις άθλιες οικονομικές προοπτικές της χώρας, περικοπές τέτοιου τύπου θα οδηγήσουν σχεδόν αναπόφευκτα σε βαθιά ύφεση και αποπληθωρισμό, αβάσταχτα για μια καταχρεωμένη οικονομία, και θα οδηγήσουν σε κοινωνική αποσταθεροποίηση.

Αν η ευρωζώνη δε σπεύσει να υποστηρίξει την Ελλάδα -ή την υποστηρίξει με όρους μη βιώσιμους πολιτικά για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση- η Ελλάδα δε θα έχει άλλη επιλογή παρά να δηλώσει χρεοκοπία και αδυναμία να υπηρετήσει το δημόσιο χρέος της. Τότε η ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει ένα μεγάλο πρόβλημα: οι κεφαλαιαγορές θα στρέψουν αστραπιαία την προσοχή τους στις άλλες οικονομίες κρατών-μελών της ευρωζώνης με δημοσιονομικά προβλήματα και κακές αναπτυξιακές προοπτικές. Η Ιταλία, η Ισπανία κι η Πορτογαλία θα βρεθούν στη δεινή θέση να πληρώνουν υψηλότατα επιτόκια δανεισμού, αυξάνοντας τις πιθανότητες και για άλλες δημοσιονομικές κρίσεις.

Κάτι τέτοιο κατά πάσα πιθανότητα θα ακυρώσει τις ελπίδες των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης να εισέρθουν στην ευρωζώνη στο ορατό μέλλον. Οι πολιτικές επιπτώσεις θα είναι πελώριες.

Επιπλέον, σε περίπτωση χρεοκοπίας ενός κράτους-μέλους της ευρωζώνης, η αποχώρησή της από το κοινό νόμισμα δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς. Αν χρεοκοπήσει η Ελλάδα και παραμείνει στην ευρωζώνη, η ανταγωνιστικότητά της δεν πρόκειται να βελτιωθεί. Η Ελλάδα θα δυσκολεύεται να απευθυνθεί στις κεφαλαιαγορές με βιώσιμους όρους, καθώς οι επενδυτές θα αντιμετωπίζουν με μεγάλο σκεπτικισμό τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Η αποχώρηση από την ευρωζώνη και η μεγάλη υποτίμηση του νομίσματός της θα είναι μια κίνηση με υψηλό ρίσκο μεν, αλλά τουλάχιστο θα ανοίξει ξανά το δρόμο προς την ανάπτυξη, έστω βραχυπρόθεσμα, πράγμα που μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά αναπόφευκτο. Αλλά αν αρχίσει το ξήλωμα της ευρωζώνης, η ζημιά για την ΕΕ θα είναι ανεκτίμητη.

Φυσικά η Ελλάδα, σαν την Ιταλία και την Ισπανία, οφείλουν να καταβάλουν σοβαρές προσπάθειες για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να περικόψουν τις πελώριες δανειστικές ανάγκες του δημόσιου τομέα τους. Αλλά και η Γερμανία -και τα άλλα κράτη-μέλη που διατηρούν μεγάλα πλεονάσματα- χρειάζεται να παραδεχθούν πως είναι μέρος του προβλήματος. Οι δηλώσεις Γερμανών ιθυνόντων που καλούν τα πιο αδύναμα κράτη-μέλη της ευρωζώνης να μιμηθούν τη Γερμανία δεν προσφέρουν τίποτα. Εξάλλου, τα πλεόνασμα στα δημόσια οικονομικά της Γερμανίας οφείλονται εν πολλοίς στο μέγεθος του πλεονάσματος στις εμπορικές της σχέσεις με τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης! Και σε αυτό, εξ ορισμού, τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ευρωζώνης δεν μπορούν όλα «να μιμηθούν» τη Γερμανία, αφού στην ευρωζώνη τα ελλείμματα των μεν δημιουργούν τα πλεονάσματα των δε.

Ένα ενοχλητικό φαινόμενο των τελευταίων λίγων μηνών είναι πως το πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο της Γερμανίας στις σχέσεις της με τα άλλα κράτη-μέλη της ευρωζώνης αυξάνει κι άλλο ενώ περνάει η κρίση, παρά τη μεγάλη οικονομική εξασθένιση πολλών κρατών-μελών της ευρωζώνης. Η ανάκαμψη στη Γερμανία στηρίζεται στις εξαγωγές της·μάλιστα, η ιδιωτική κατανάλωση εντός της χώρας συνεχίζει να μειώνεται! Αυτή η αδύναμη εσωτερική ζήτηση θα οδηγήσει δίχως άλλο σε νέες μειώσεις των πραγματικών μισθών στη Γερμανία, και σε νέα αύξηση των πλεονασμάτων στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας με τους εταίρους της. Από την άλλη μεριά, η Ισπανία, η Ελλάδα κ.λπ δεν θα μπορέσουν να βάλουν τάξη στα δημόσια οικονομικά τους χωρίς ανάπτυξη των οικονομιών τους, χωρίς δηλαδή να εξισορροπήσουν τα εμπορικά τους ισοζύγια με την υπόλοιπη ευρωζώνη!

Η ευρωζώνη χρειάζεται πιο αυστηρό έλεγχο των δημοσιονομικών των μελών της, αλλά και να θέσει όρια στα εμπορικά ελλείμματα και πλεονάσματα μεταξύ των μελών της. Χωρίς το δεύτερο, ο αυστηρότερος δημοσιονομικός έλεγχος δε θα σημάνει πολλά πράγματα. Η εναλλακτική λύση σε αυτή την προσέγγιση είναι η δημοσιονομική (αλλιώς: πολιτική) ενοποίηση. Έτσι οι «ισχυρότερες» οικονομίες θα μεταφέρουν μονίμως και διαρκώς πόρους στις «ασθενέστερες» χώρες, λίγο-πολύ όπως συμβαίνει μεταξύ των περιοχών του κάθε κράτους-μέλους. Αλλά αυτό κανείς δεν το θέλει, και λιγότερο από όλους οι «ισχυρές» χώρες.

* Ο Simon Tilford είναι επικεφαλής οικονομολόγος του Βρετανικού think tank «Center for European Reform» (CER)

Friday, January 8, 2010

Ζούμε με δανεικά, σε χρόνο δανεικό

Tου Χαρίδημου Κ. Τσούκα*
Καθημερινή, 3 - 1 - 2010

Ο τρόπος με τον οποίο, ως οργανωμένη κοινωνία, αντιμετωπίζουμε χρόνια προβλήματα, ιδιαίτερα εκείνα που έχουν σχετικά σαφή δομή, εγνωσμένα μοτίβα εξέλιξης και παράγουν προβλέψιμα αποτελέσματα, δείχνει τη στάση μας απέναντι στο χρόνο. Κατά πόσον, δηλαδή, θεωρούμε ότι μπορούμε να επηρεάσουμε το μέλλον σύμφωνα με τις αξίες μας ή, αντίθετα, επικεντρώνουμε ευδαιμονιστικά τις προσπάθειές μας στην καιροσκοπική ικανοποίηση τρεχουσών αναγκών.

Η ελλαδική κοινωνία έχει κάνει τις επιλογές της τα τελευταία τριάντα χρόνια. Επιβραβεύοντας ηγέτες και αντιλήψεις που μεταθέτουν χρόνια προβλήματα στο μέλλον, δείχνει να προτιμά την ανερμάτιστη από τη στρατηγική ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Είμαστε η χώρα της συστημικής αναβλητικότητας. Οι θεσμοί μας, ιδιαίτερα αυτοί της εκτελεστικής εξουσίας, αδυνατούν να ενεργήσουν στρατηγικά. Αρκούνται στη μικροδιαχείριση της αθλιότητας· ο χρονικός ορίζοντας δράσης τους, στην καλύτερη περίπτωση, συν-εξελίσσεται με τον εκλογικό κύκλο. Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, μέσα από πρακτικές πολωτικής αντιπαράθεσης και χυδαίου λαϊκισμού, αδυνατίζει την όποια ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να σχεδιάζει και να δρα με μακροπρόθεσμα κριτήρια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ασφαλιστικό. Η διαχρονική εξέλιξη του προβλήματος είναι γνωστή και αποτυπώνεται σε πληθώρα σχετικών μελετών [βλέπε λ. χ. το βιβλίο του Τ. Γιαννίτση, «Το ασφαλιστικό (ως ορφανό της πολιτικής) και μια διέξοδος», εκδ. Πόλις, 2007]. Ξέρουμε τι μας περιμένει. Εκτός από την τεράστια εισφοροδιαφυγή και την κακή οργάνωση του συστήματος, μια σειρά δομικών εξελίξεων, όπως η πληθυσμιακή γήρανση, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης, οδηγούν στη συνεχή μείωση της σχέσης ασφαλισμένων - συνταξιούχων (4:1 το 1970, 2,26:1 το 1995, 1,79:1 το 2005, 1,29 το 2050) και σε διαρκή αύξηση των δημόσιων δαπανών για συντάξεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ: 12,6% το 2000, 15,4% το 2020, 23,8% το 2040). Γνωρίζουμε τον κίνδυνο, αλλά, σαν να έχουμε καταληφθεί από συλλογικό λήθαργο, δεν κάνουμε κάτι ρηξικέλευθο να τον αντιμετωπίσουμε. Ξορκίζουμε το μέλλον με ιδεοληπτικές κραυγές. Βλέπουμε το τσουνάμι να έρχεται και κλείνουμε τα παράθυρα!

Πώς παράγεται η συστημική αναβλητικότητα; Οι κυρίαρχες αξίες του πολιτικού μας συστήματος (ψηφοθηρία, καιροσκοπισμός, θεσμική ατροφία, έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς) συγκροτούν ένα διαμορφωτικό της κυβερνητικής πράξης λαϊκιστικό λογοπλαίσιο, το οποίο ακυρώνει τον μακροπρόθεσμο ορθολογικό σχεδιασμό, ακόμη κι εκεί όπου αυτός είναι κατ’ εξοχήν εφικτός (όπως στην περίπτωση του ασφαλιστικού). Ο πρώην υπουργός Εργασίας Τ. Γιαννίτσης, ένας μεταρρυθμιστής σοσιαλδημοκράτης με καλή γνώση του ασφαλιστικού, του οποίου το σχέδιο μεταρρύθμισης αποσύρθηκε το 2001, έπειτα από θορυβώδεις αντιδράσεις του ίδιου του κόμματός του, περιγράφει πώς η ψηφοθηρία, ο καταγωγικός λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ και ο κομματικός καιροσκοπισμός απέτρεψαν την εκσυγχρονιστική κυβέρνηση Σημίτη να προωθήσει περαιτέρω τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση.

Γράφει ο κ. Γιαννίτσης (ο. π.): «(Στο ΠΑΣΟΚ) εκφράστηκε έντονα η άποψη ότι οι προτάσεις για το ασφαλιστικό αποξενώνουν το κόμμα από τη βάση του, ότι ο “εκσυγχρονισμός” και η παρέμβαση στο ασφαλιστικό βρίσκονται σε αντίθεση με το ιδεολογικό (...) οικοδόμημα του ΠΑΣΟΚ, ότι αποτελούν το όχημα μέσω του οποίου η Ν. Δ. θα κερδίσει τις εκλογές (...), ότι αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του κόμματος. (...) Στη σκέψη πολλών ήταν φανερό πως κυριαρχούσε η αντίληψη ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έπρεπε να καταπιαστεί με ένα κοινωνικό θέμα από το οποίο προέκυπτε πολιτική ζημία, ότι το πρόβλημα θα αναδεικνυόταν αρκετά χρόνια αργότερα (...)».

Ο λαϊκισμός δεν είναι απλώς κακόγουστη ρητορική: παρέχει λεξιλόγιο, διαμορφώνει νοοτροπίες, παράγει αποτελέσματα. Τα μείζονα προβλήματα θεωρούνται «καυτές πατάτες» που πρέπει να πετιούνται στον επόμενο. Η ειρωνεία είναι ότι το κόμμα που αντιτάχθηκε σφοδρά στο νομοσχέδιο Γιαννίτση το 2001 καλείται να διαχειριστεί το ίδιο πρόβλημα, με πολύ δυσμενέστερους όρους, δέκα χρόνια αργότερα!

Η ανικανότητά μας ως οργανωμένη κοινωνία να δρούμε στρατηγικά –να έχουμε, δηλαδή, όσο πιο σαφή γίνεται γνώση των προτιμήσεών και αξιών μας· να προβλέπουμε, όσο είναι εφικτό, τις μελλοντικές ανάγκες μας· και να σχεδιάζουμε αναλόγως τις απαιτούμενες πολιτικές σε ενεστώτα χρόνο– δίνει προβάδισμα στην ευδαιμονιστική-επιβιωτική αντίληψη της ζωής. Αφού έχουμε παραιτηθεί από τη δυνατότητα να επηρεάσουμε το συλλογικό μας μέλλον, έχουμε καταληφθεί από έναν υλιστικό μηδενισμό: το άγχος τής με κάθε τρόπο άμεσης ικανοποίησης τωρινών αναγκών. Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των συντεχνιών τους, οι πολιτικάντηδες να επανεκλεγούν, οι διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες να αρμέξουν το κράτος. Ολοι τα θέλουν όλα, εδώ και τώρα, αδιαφορώντας αν η ικανοποίηση των αιτημάτων τους είναι νόμιμη, δίκαιη και διατηρήσιμη. Η ηθική μας αμβλύνοια είναι τέτοια που δεν θεωρούμε ότι πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι με τις μελλοντικές γενιές – τα παιδιά μας. Το αυθαίρετο εξοχικό έχει προτεραιότητα! Ζούμε με δανεικά, σε χρόνο δανεικό.

Καθηλωμένοι στο ανιστορικό παρόν, δίχως αίσθηση προοπτικής, κάθε κοινωνική ομάδα προσπαθεί να αρπάξει ό, τι μπορεί. Η φράση-κλισέ πολλών ραδιοφωνικών παρουσιαστών «να περνάτε καλά» συμπυκνώνει το σύγχρονο ελλαδικό ήθος. Θέλουμε να περνάμε, με κάθε τρόπο, καλά! Η ουσία της «μαγκιάς», άλλωστε, είναι η λαθρεπιβασία: να πληρώνουν άλλοι το λογαριασμό. Οι λιμενεργάτες του Πειραιά μπορούν να δώσουν σχετικά μαθήματα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Συμπεριφερόμαστε ως εάν το μέλλον να μη μας αφορά. Και γιατί να μας αφορά; Μακροχρόνια θα είμαστε όλοι νεκροί!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (htsoukas@alba. edu. gr) είναι καθηγητής στο ALBA και στο University of Warwick.

Friday, December 18, 2009

Ευρώπη και Δημόσια Οικονομικά

Του Δημήτρη Σκάλκου*
PPOL, 13-12-2009

Η διάψευση των σεναρίων πλήρους κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας από τον επίτροπο Χοακίν Αλμούνια (Joaquín Almunia) και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ήταν αναμενόμενη. Η πιθανότητα χρεοκοπίας της δημόσιας οικονομίας είναι σχεδόν μηδενική καθώς η στήριξη των ευρωπαίων εταίρων μας πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τούτο διότι το κόστος της κοινοτικής αλληλεγγύης σε μία σκληρά δοκιμαζόμενη οικονομία είναι ελάχιστο σε σχέση με το πολιτικό κόστος της χρεοκοπίας μίας οικονομίας της ευρωζώνης αλλά και το οικονομικό κόστος να συμπαρασυρθούν κι άλλες αδύναμες οικονομίες, με προφανείς συνέπειες). Σύμφωνα μάλιστα με μελέτες ευρωπαϊκών ερευνητικών ινστιτούτων, είναι πιθανό το σενάριο της εξαγοράς μέρους του χρέους κάτι που επιτρέπεται κάτω από ειδικές συνθήκες (άρθρο 100§2 συνθήκης της ΕΕ).

Ωστόσο, η αυτονόητη στήριξη της ΕΕ σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως κάλεσμα εφησυχασμού και αναβολής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας. Τουναντίον, η οικονομική κρίση λειτούργησε ως καθρέφτης που αποκάλυψε τις ενδογενείς αδυναμίες του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου αλλά και τις ανισορροπίες στην ευρωζώνη και επιβάλει θαρραλέες πολιτικές επιλογές.

Η συμμετοχή στην ευρωζώνη αναμφισβήτητα προφύλαξε την ελληνική οικονομία από τα κύματα της χρηματοπιστωτικής αστάθειας που απειλούσαν να τη βυθίσουν στη παγκόσμια οικονομική δίνη, κρατώντας το κόστος εξωτερικού δανεισμού σε διαχειρήσιμα επίπεδα. Ταυτόχρονα όμως, στέρησε ένα πολύτιμο εργαλείο προσαρμογής στις εξωτερικές οικονομικές μεταβολές και ανέδειξε το καίριο ζήτημα της (μη-) ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Σήμερα, το υψηλό δημόσιο χρέος (προβλέπεται σε 135% του ΑΕΠ το 2011) σε συνδυασμό με τη μηδενική οικονομική ανάπτυξη απομακρύνουν τις επενδύσεις, δυσχεραίνουν τον δανεισμό και απειλούν να εγκλωβίσουν την ελληνική οικονομία ανάμεσα σε υψηλά επιτόκια/ χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιλογές μας αρθρώνονται χρονικά σε τρία επίπεδα:

'Αμεσα, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης πρέπει να προωθήσει σειρά μέτρων που:


  • θα περιορίσουν το έλλειμμα, απομακρύνοντας το ενδεχόμενο δημοσιονομικού εκτροχιασμού,
  • θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της δημοσιονομικής μας πολιτικής και
  • θα επιτρέψουν τη διαπραγμάτευση του ζητήματος της δημοσιονομικής προσαρμογής στο πλαίσιο των θεσμών και των οργάνων της ΕΕ.
Το, διόλου ευχάριστο, καθεστώς της «επιτήρησης» είναι σαφώς προτιμότερο από την εμπλοκή του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ) που αρέσκεται σε αμφίβολης αποτελεσματικότητας προτάσεις μονεταριστικής ορθοδοξίας, που αδιαφορούν για τις ιδιαίτερες συνθήκες των εθνικών οικονομιών.

Μεσοπρόθεσμα, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει πειστικά στο ερώτημα του πώς ξοδεύεις σε συνθήκες κατάρρευσης των δημόσιων οικονομικών. Η απάντηση βρίσκεται στο πρόταγμα της «προοδευτικής εγκράτειας» που διακρίνει ανάμεσα σε παραγωγικές και μη-παραγωγικές δαπάνες. Οι πρώτες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ζήτησης, εισφέροντας στην αύξηση του ΑΕΠ, ενώ οι δεύτερες προσθέτουν μόνο στον πληθωρισμό. Πρέπει να αναζητηθεί το κατάλληλο μείγμα περιορισμού των δαπανών και μείωσης των φόρων και φορολογικής ελάφρυνσης των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, για την τόνωση της εγχώριας ζήτησης, και της αύξησης των δημόσιων δαπανών στις υποδομές, την εκπαίδευση και την απασχόληση.

Τα παραπάνω πρέπει να συμπληρωθούν με:


  • δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, καθώς και
  • βιώσιμο ασφαλιστικό, που να συνδυάζει το παραδοσιακό αναδιανεμητικό σύστημα, με σύγχρονες κεφαλαιοποιητικές μορφές κοινωνικής προστασίας.
Μακροπρόθεσμα τέλος, σημαίνει πως η οικονομική ένωση των ευρωπαϊκών κρατών πρέπει να συμπληρωθεί με μορφές «δημοσιονομικού φεντεραλισμού» (fiscal federalism), όπου μία κεντρική αρχή/μηχανισμός θα μεταφέρει χρηματικούς πόρους σε δοκιμαζόμενες οικονομίες της ευρωζώνης. Και βέβαια να αντιμετωπιστεί ο δομικός μερκαντιλισμός της Γερμανίας, τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα και μικρή εσωτερική ζήτηση της οποίας συνιστούν πρόβλημα για την μελλοντική οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη.

Είναι προφανές πως η παρούσα συγκυρία αποτελεί μία πρόκληση που ξεπερνά τους τεχνοκρατικούς χειρισμούς του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και αφορά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Αναφέρεται σε δύσκολες επιλογές και υψηλού κόστους αποφάσεις, προϋποθέτει συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες και επιβάλει συναινέσεις για δίκαιο επιμερισμό των οικονομικών βαρών. Εν ολίγοις, πρόκειται για το μεγάλο στοίχημα των επόμενων χρόνων.


Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, διευθυντής του «κέντρου φιλελεύθερων μελετών» (ΚΕΦΙΜ). Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο PPOL στις 13 Δεκεμβρίου 2009

Monday, November 16, 2009

Είναι ωραίο ό,τι είναι μοιραίο; Η Ελλάδα σε επιτήρηση...

Του Σταύρου Κούρταλη*
ΕΚΕΜ, 16-11-2009

Μπορεί η Ελλάδα να βγει από την κρίση; Μπορεί η Ελλάδα να εξυγιανθεί; Ναι μπορεί. Αυτή είναι η πρώτη απάντηση, η οποία εδόθη από τον αρμόδιο Επίτροπο (και όχι «υπάλληλο» των Βρυξελλών, όπως είχε λεχθεί στο παρελθόν) Χοακίν Αλμούνια. Μπορεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και αρχές είναι η δεύτερη απάντηση, την οποία έδωσε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Την εξυγίανση βεβαίως των οικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών μας δεν θα την σχεδιάσουμε, ούτε θα την υλοποιήσουμε μόνοι μας. Θα τη συναποφασίσουμε, θα τη συνυπογράψουμε και θα την εφαρμόσουμε σε συγκεκριμένο και αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Κοινώς, ότι δεν καταφέραμε μόνοι μας, όταν είχαμε την ευκαιρία, θα το πραγματοποιήσουμε τώρα, υπό την ευγενή και καλοπροαίρετη επιτήρηση των εταίρων μας.

Η εξέλιξη αυτή, βεβαίως, ήταν αναμενόμενη στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όμως…ό,τι είναι μοιραίο, μπορεί να μην είναι ωραίο, αλλά είναι σαφώς χρήσιμο… Άλλωστε, πολλές φορές στο παρελθόν, δώσαμε υποσχέσεις τόσο στον αρμόδιο Επίτροπο, όσο και στους ευρωπαίους εταίρους μας. Ποτέ όμως, μέχρι σήμερα, οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μπροστά στο πρόσκαιρο πολιτικό όφελος οι αρμόδιοι στις περισσότερες των περιπτώσεων θυσίαζαν τις ευκαιρίες για την εφαρμογή πραγματικών και ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν τη χώρα από τα βαρίδια του παρελθόντος.

Το πρώτο βήμα πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2009 με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Συμβούλιο, όπου και επισήμως πλέον η Ελλάδα βρίσκεται σε αυστηρή επιτήρηση. Χαρακτηριστικά, η Επιτροπή στο κείμενό της αναφέρει ότι «…Προτείνει στο Συμβούλιο να συμπεράνει ότι η Ελλάδα δεν ανέλαβε αποτελεσματική δράση». Με την φράση αυτή ουσιαστικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει την απόφασή της για υπαγωγή της Ελλάδας στα όσα προβλέπει το άρθρο 104, παράγραφος 8, της Συνθήκης του Μάαστριχτ, για τις χώρες με υπερβολικά ελλείμματα, που αποτελεί τον προθάλαμο για την υπαγωγή της στο ακόμη αυστηρότερο καθεστώς της παραγράφου 9. Στο άρθρο 104, παράγραφος 8, αναφέρεται ότι: «Εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση για την εφαρμογή των συστάσεων μείωσης του ελλείμματος, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε μπορεί να τις ανακοινώσει δημοσίως».

Το αμέσως επόμενο στάδιο, είναι η εφαρμογή της παραγράφου 9, το οποίο προβλέπει ότι «Εάν ένα κράτος μέλος επιμένει να μην εφαρμόζει τις συστάσεις του Συμβουλίου, τότε το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ειδοποιήσει το κράτος μέλος να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος την οποία το Συμβούλιο κρίνει αναγκαία για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος αυτό, να υποβάλλει εκθέσεις σύμφωνα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, για να εξετάσει τις προσπάθειες προσαρμογής που καταβάλλει αυτό το κράτος μέλος».

Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεδομένου του πρόσφατου παρελθόντος σε ό,τι αφορά στα δημοσιονομικά στοιχεία της χώρας, η πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο για να τεθεί η Ελλάδα σε αυστηρή επιτήρηση κρίνεται όχι μόνο φυσιολογική αλλά και άκρως αναγκαία. Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ αυτό υπονοούσε όταν δήλωνε ότι: «…Δεν γίνεται να έχουμε νούμερα που να μη μπορούμε να τα εμπιστευθούμε. Αυτό θέτει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία του Συμφώνου Σταθερότητας και της αμοιβαίας επιτήρησης μεταξύ των χωρών μελών του Εurogroup, και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κάθε χώρα», και προσέθεσε ότι «υπάρχει πρόβλημα αξιοπιστίας…Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι απολύτως σύμφωνη ότι πρέπει να αποκτήσετε μια πλήρως ανεξάρτητη Στατιστική Υπηρεσία, ώστε να έχουμε αξιόπιστα στοιχεία».

Δεν είναι τυχαία στο κείμενο της Επιτροπής η φράση «Για τις υπόλοιπες τέσσερις χώρες, είναι δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ανέλαβαν δράση, αλλά η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης συγκρινόμενη με τις προβλέψεις της Επιτροπής του Ιανουαρίου δικαιολογεί την αναθεώρηση των υφιστάμενων συστάσεων και κατά συνέπεια την παράταση των προθεσμιών κατά ένα έτος όπως προβλέπεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δηλαδή 2013 για τη Γαλλία και την Ισπανία, 2014 για την Ιρλανδία και 2014/15 για το Ηνωμένο Βασίλειο», όπου σαφώς εξαιρείται η Ελλάδα.

Η «Ελληνική Εξαίρεση» είναι αιτιολογημένη καθώς στο κείμενό της η Επιτροπή ρητά αναφέρει ότι: «…δεν αναλήφθηκε αποτελεσματική δράση δεδομένου ότι η έντονη επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης το 2009 (-12,7% σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις, έναντι της δέσμευσης της προηγούμενης κυβέρνησης για -3,7%) οφείλεται κυρίως σε ανεπαρκή ανταπόκριση των ελληνικών αρχών. Όσον αφορά το σκέλος των δαπανών, από την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2009 προκύπτουν μεγάλες υπερβάσεις δαπανών (2½ εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ) το 2009, περισσότερο από το ήμισυ των οποίων οφείλεται σε υψηλότερες των προϋπολογισθεισών αμοιβές εργαζομένων και σε αυξημένες δαπάνες κεφαλαίου. Συνεπώς η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο να συμπεράνει ότι η Ελλάδα δεν ανέλαβε αποτελεσματική δράση σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 108 της Συνθήκης».

Η λύση στο «πρόβλημα» είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση για τα μέτρα και τις δράσεις που είναι απαραίτητο να εφαρμοσθούν προκειμένου η χώρα να μπορέσει να ανταποκριθεί στο νέο οικονομικό περιβάλλον. Ειδικότερα:

1. Μείωση των κρατικών δαπανών,
2. Αλλαγή του τρόπου κατάρτισης κρατικών προϋπολογισμών,
3. Εξίσωση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης,
4. Εφαρμογή του «δύο συνταξιοδοτούνται ένας προσλαμβάνεται» στο Δημόσιο.
5. Αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος,
6. Διεύρυνση της φορολογικής βάσης,
7. Κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης,
8. Ενιαίο κέντρο για τις πληρωμές των δημοσίων υπαλλήλων,
9. Άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων.

Η λύση υπάρχει, όπως και οι δράσεις για την επιτυχή υλοποίηση της. Η εφαρμογή των μέτρων όμως που θα δώσουν τη λύση στο πρόβλημα κοστίζουν… Τελικά μπορεί να είναι ωραίο ό,τι είναι μοιραίο; Η αλήθεια, σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι μπορεί να μην είναι ωραίο, αλλά είναι σαφώς χρήσιμο…


*Ο Σταύρος Κούρταλης είναι Επιστημονικός Συνεργάτης του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ) και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της G700
.

Monday, November 9, 2009

Το δημόσιο χρέος και η περιουσία του Δημοσίου

Του Γιαννη Στουρναρα*
Καθημερινή, 8-11-2009

H Ελλάδα είναι χώρα με συγκριτικά υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο, μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό των τελευταίων ετών, ανέρχεται σε περίπου 110% του ΑΕΠ. Ουδείς όμως έχει ασχοληθεί με την άλλη πλευρά του ισολογισμού, δηλαδή με την περιουσία του ελληνικού Δημοσίου.

Η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες του ΟΟΣΑ, ίσως η μοναδική, όπου δεν έχει καταγραφεί η περιουσία του Δημοσίου στο σύνολό της. Και όταν λέμε Δημόσιο εννοούμε όχι μόνο την Κεντρική Διοίκηση, αλλά και όλους τους οργανισμούς όπου μαζί απαρτίζουν την Γενική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τον ορισμό της Συνθήκης.

Στην τελευταία του έκθεση (φέτος το καλοκαίρι) για την Ελλάδα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) έκανε μια πρώτη απόπειρα έμμεσης εκτίμησης της περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου. Αν και ατελής και ελλιπής είναι μια πρώτη εκτίμηση της «καθαρής θέσης» του, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ ενεργητικού και παθητικού. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: το ελληνικό Δημόσιο το 2008 διέθετε ρευστά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. μετοχές, καταθέσεις κ.λπ.) της τάξης του 30% του ΑΕΠ και απόθεμα κεφαλαίου 51% του ΑΕΠ. Εφόσον το δημόσιο χρέος το 2008 ήταν 102,6% του ΑΕΠ, η καθαρή θέση του Δημοσίου ήταν αρνητική και ίση με -22% του ΑΕΠ περίπου.

Σύμφωνα με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, δεν περιλαμβάνεται η αξία της γης, ενώ η αξία του αποθέματος του κεφαλαίου υπολογίστηκε εμμέσως, ως το συσσωρευμένο αποτέλεσμα επενδύσεων από το 1960 μέχρι σήμερα.

Μια πρώτη διαπίστωση που προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη και αντίστοιχες μελέτες για άλλες χώρες, είναι ότι η εκτίμηση της αξίας της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα είναι, συγκριτικά με τις λοιπές χώρες του ΟΟΣΑ, υψηλή. Αν μάλιστα η αποτίμηση της περιουσίας γίνει με άμεσο τρόπο και συμπεριλάβει και την αξία της γης (η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 εκατ. στρέμματα), ενδεχομένως να καταλήξει σε αρκετά υψηλότερη εκτίμηση. Με άλλα λόγια, η κατάταξη με βάση την καθαρή θέση του Δημοσίου ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα ήταν πολύ πιο ευνοϊκή για την Ελλάδα απ’ ό,τι η κατάταξη με βάση το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτή η μεθοδολογία, αν και πιο ορθή, δεν έχει επισήμως υιοθετηθεί ακόμα από τους διεθνείς οργανισμούς και τους παράγοντες της διεθνούς αγοράς χρεογράφων, κερδίζει όμως συνεχώς έδαφος και ενδεχομένως θα υιοθετηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Είναι απαραίτητο λοιπόν να αρχίσει η καταγραφή της περιουσίας της Γενικής Κυβέρνησης το συντομότερο δυνατόν.

Μια δεύτερη διαπίστωση που προκύπτει από τα παραπάνω σε συνδυασμό με τα στοιχεία του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού του 2009, καθώς και του Κοινωνικού Προϋπολογισμού του 2009 είναι ότι οι πρόσοδοι από ακίνητη περιουσία της Κεντρικής Διοίκησης και των φορέων Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης (δηλαδή του μεγαλύτερου μέρους της Γενικής Κυβέρνησης) δεν ξεπερνούν τα 50 εκατ. ευρώ. (Κεντρική Διοίκηση: 20 εκατ. ευρώ περίπου, Ταμεία: 30 εκατ. ευρώ περίπου). Με δεδομένο το απόθεμα κεφαλαίου των φορέων αυτών, απόδοση αυτής της τάξης μεγέθους θέτει άμεσα και επιτακτικά το θέμα της αξιοποίησης της περιουσίας της Γενικής Κυβέρνησης.

Αυτό το ζήτημα ξεπερνά βέβαια το απλό θέμα της προσόδου των υπαρχόντων ακινήτων (η οποία παραμένει, χωρίς αμφιβολία, πολύ χαμηλή αν συγκριθεί με την αντίστοιχη πρόσοδο του ιδιωτικού τομέα) και θέτει επί τάπητος την κατάλληλη στρατηγική αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και της δημόσιας γης. Αυτή η στρατηγική αφορά, μεταξύ άλλων, τον τουρισμό και την «πράσινη» ανάπτυξη.

Η σημαντικότερη όμως διαπίστωση που προκύπτει, είναι η ταχύτατη χειροτέρευση της καθαρής θέσης της Γενικής Κυβέρνησης από το 2015 και μετά εξαιτίας της αύξησης του δημοσίου χρέους από ένα και μόνο λόγο: την εξέλιξη του ασφαλιστικού. Αυτό θέτει άμεσα και επιτακτικά το ζήτημα:

α) της αναλογιστικής αποτίμησης των ασφαλιστικών εξελίξεων στη χώρα μας μετά την τελευταία νομοθετική ρύθμιση και

β) το είδος των παρεμβάσεων που απαιτούνται σε περίπτωση που οι αναλογιστικές μελέτες επιβεβαιώσουν αυτή τη ραγδαία χειροτέρευση.

Το ασφαλιστικό φαίνεται ότι αναδεικνύεται στον κυρίαρχο παράγοντα καθορισμού των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών εξελίξεων στη χώρα μας, ο οποίος επισκιάζει όλες τις άλλες προσπάθειες βελτίωσης της καθαρής θέσης του Δημοσίου, όσο επιτυχημένες και αν είναι αυτές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αρχίσουμε να συζητούμε το θέμα αυτό, με νηφαλιότητα και χωρίς προκαταλήψεις. Λύσεις υπάρχουν. Οσο πιο νωρίς εφαρμοστούν, τόσο λιγότερο επώδυνες θα είναι.

* Ο κ. Γ. Στουρνάρας είναι καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.

Wednesday, August 5, 2009

Τα «φιλολαϊκά» ελλείμματα εξοντώνουν τους αδύναμους!

Του Τάσου Γιαννίτση*
NewsTime
5/7/2009

Σήμερα είναι περισσότερο από ορατό ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της μεταπολίτευσης έχει φτάσει στα ακραία του όρια. Και το πιο επικίνδυνο: ότι πολλές από τις γνωστές και τετριμμένες ιδεολογικο-πολιτικές συνταγές ανήκουν στο χώρο της ιστορίας και η εμμονή σε αυτές θα επιτείνει την ασφυξία της μετάβασης προς μια φάση «μετα-κρίσης». Κλασικό παράδειγμα η δημοφιλής πολιτική των «φιλολαϊκών» ελλειμμάτων που φαίνεται να ασκεί μια ακαταμάχητη έλξη στα ελληνικά πολιτικά κόμματα, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό τους στίγμα. Από την πρώτη σταθεροποίηση της οικονομίας (γύρω στο 1953) μέχρι σήμερα, η ελληνική οικονομία προχώρησε με 20 χρόνια δημοσιονομικής ισορροπίας (μέχρι περίπου το 1972-73) και 37 χρόνια συνεχούς διόγκωσης ελλειμμάτων και χρέους (από το 1972-73 μέχρι σήμερα).

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης (ανάπτυξη εξαρτημένη από χρέη) δημιούργησε, περιοδικά, την ανάγκη για πολιτικές εκτόνωσης, που εκφράστηκαν κυρίως με τέσσερις μορφές:
- Υποτίμηση
- Αύξηση της ανεργίας
- Περιορισμοί αμοιβών και μισθών και επιδείνωση της άνισης κατανομής εισοδήματος
- Υποβάθμιση των συλλογικών αγαθών (υπηρεσιών) που παρέχει το κράτος

Όλες αυτές οι εξελίξεις, ανεξαίρετα, είχαν ένα κοινό αποτέλεσμα: την επιδείνωση στην κατανομή του εισοδήματος, χρηματικού ή μη-χρηματικού (κρατική εκπαίδευση, υγεία, ασφάλεια κλπ.) σε βάρος των χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων.

Η διατήρηση σημαντικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους που συνεπάγονται, έχει τις εξής επιπτώσεις:

α) συγκριτικά υψηλότερο πληθωρισμό από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, που μειώνει την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές. Αυτό με τη σειρά του,
έχει αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή και στη μεγέθυνση, στην απασχόληση, στους πραγματικούς μισθούς της μισθωτής εργασίας και στις συντάξεις που συνδέονται με τους μισθούς

β) την ανακατανομή του εισοδήματος που συνεπάγεται η καταβολή όλο και σημαντικότερων ποσών από τους φορολογούμενους (μέσω των άμεσων και έμμεσων φόρων) προς τους κατόχους κρατικών ομολόγων στο εσωτερικό και το εξωτερικό

γ) τη μείωση των κρατικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ για κοινωνικούς (εκπαίδευση, υγεία, περιβάλλον), αναπτυξιακούς (επενδύσεις) ή λειτουργικούς (ασφάλεια, αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης) στόχους, καθώς το βάρος των τόκων πιέζει το δημόσιο για εξοικονόμηση δαπανών από άλλους τομείς. Η πρακτική αυτή, που είναι πολύ ορατή, περιορίζει την ποιότητα των κρατικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, και αναγκάζει τους χρήστες τους (κυρίως λιγότερο εύπορα ή αδύναμα στρώματα) είτε να αποδέχονται παθητικά μια υποβάθμιση της κάλυψης των αναγκών τους, είτε να αγοράσουν από ιδιωτικούς φορείς τις αντίστοιχες υπηρεσίες, οι οποίοι έτσι αφανώς ιδιωτικοποιούνται. Από την άλλη πλευρά, η περικοπή των επενδύσεων, που χαρακτηρίζει όλα τα τελευταία χρόνια, επηρεάζει περιοριστικά τους ρυθμούς μεγέθυνσης, εισοδήματος και απασχόλησης των επόμενων ετών.

Όλα αυτά, τελικά, συμπυκνώνονται στην περιοδική ανάγκη πολιτικών λιτότητας, που στο όνομα μιας δήθεν αναπόφευκτης αντικειμενικής αναγκαιότητας, ακυρώνουν όλα όσα στο όνομα μιας φιλολαϊκής πολιτικής είχαν θεσπιστεί σε προηγούμενα χρόνια.

Αντίθετα, λοιπόν, με αυτά που πρεσβεύει η κοινή σοφία, η πολιτική των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της διόγκωσης του χρέους -όχι απλά δεν καταλήγει σε «φιλολαϊκές» λύσεις αλλά, αντίθετα, οδηγεί νομοτελειακά σε νεοφιλελεύθερα κοινωνικά αποτελέσματα, συμπίεση της ανάπτυξης και υποβάθμιση της λειτουργίας του δημόσιου τομέα.

Σήμερα, επιπλέον, σε μια φάση έντονης ύφεσης, η πολιτική της ελλειμματικής ανάπτυξης κάνει απαγορευτική ή εξαιρετικά επικίνδυνη την ανάληψη νέων ελλειμμάτων, που είναι το κλασικό εργαλείο για να αντιμετωπιστεί μια ύφεση. Δεδομένου, μάλιστα, ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, παρά τα μέτρα, προβλέπεται να κινηθεί επισήμως γύρω στο 4,5% - 5% και ανεπισήμως γύρω στο 7% (αυτό θα ανακοινώνεται σταδιακά με το γνωστό συνδυασμό μιας επιχειρηματολογίας, που κινείται μεταξύ άγνοιας και έκπληξης), ο όρος «κίνδυνος» είναι ευφημιστικός.

Οι κίνδυνοι σήμερα δεν είναι, απλώς, πιθανότητες. Είναι βεβαιότητα, που θα εκφράζεται με τον συνδυασμό επιδείνωσης της ποιότητας των κρατικών υπηρεσιών, την αύξηση της ανεργίας και τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων.

Το πολιτικό δίλημμα που μένει αναπάντητο τόσο στο πολιτικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο του πολιτικού και ιδεολογικού προβληματισμού, είναι αν θέλουμε να πορευτούμε με συνεχή ελλείμματα, αποδεχόμενοι και όλες τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται -μεταξύ των οποίων και η προοπτική μιας μακρόχρονα βαλτωμένης ανάπτυξης- ή αν θέλουμε μια ανάπτυξη που θα ακολουθήσει αντίστροφη πορεία, αλλά θα διασφαλίσει ρυθμούς μεγέθυνσης, σταθερό και αυξανόμενο εισόδημα, απασχόληση, κοινωνικές δαπάνες και συλλογικά αγαθά.

Το δίλημμα δεν είναι απλό όσο φαίνεται. Πίσω από αυτό, μπορεί να βρει κανείς όλα τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου: την εξοργιστική και αρπακτική πρακτική διακυβέρνησης και τη συστηματική εξαπάτηση των Ελλήνων (όχι όλων) ως ψηφοφόρων και ως φορολογούμενων, την ανικανότητα, τους μηχανισμούς που παράγουν ισχυρές ανισότητες εισοδήματος, πλούτου και δύναμης, τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, την κρατική έμμεση βία, με τη μορφή τυπικά απόλυτα νόμιμων δαπανών, που όμως συνιστούν μια βάναυση παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος.

Όλη η συζήτηση σήμερα για την κρίση έχει εκφυλιστεί σε μια αποσπασματική φιλολογία γύρω από επί μέρους μέτρα και συνθηματολογίες χωρίς αντίκρισμα και χωρίς εξήγηση για το τι σημαίνουν για την επόμενη μέρα, για ποια στρώματα και για πότε. Κανείς δεν θέλει να μιλήσει για το ότι μια μεγάλη κρίση ποτέ και πουθενά δεν ξεπερνιέται χωρίς μεγάλες ανατροπές σε πολλές σχέσεις, και ότι μια πολιτική αντι-κρίσης δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς όραμα για το τι πρέπει να αλλάξει, ακόμα και στη δύσκολη φάση μιας κρίσης.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Thursday, May 14, 2009

Θράσος και Χρεοκοπία

Ακούσαμε χτες στην εκπομπή Αποδείξεις στην οποία συμμετείχε και δικός μας εκπρόσωπος, τον κατά γενική ομολογία σοβαρό και μη λαϊκιστή Υπουργό Ανάπτυξης, κύριο Χατζηδάκη, να προσπαθεί να υποστηρίξει ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα στην οικονομία δεν αποτελεί το δημοσιονομικό Βατερλό της κυβέρνησής του, αλλά μία σοβαρή προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης που ξεκίνησε το 2004 και σταδιακά έχει φέρει αποτελέσματα.

Ας δούμε ορισμένα από αυτά:

Από τις αρχές του έτους το ελληνικό κράτος δανείστηκε ήδη 50 δις ευρώ, υπερκάλυψε δηλαδή τον ετήσιο στόχο των 43 δις που είχε θέσει στον Προϋπολογισμό, μάλιστα πληρώνοντας επιτόκια υψηλότερα κατά 250 και 300 μονάδες βάσης από το γερμανικό bund. Κοινώς εκχωρούμε το μέλλον της χώρας στους διεθνείς πιστωτές μας για να αποκτήσουμε γρήγορα «καβάτζα» σε μετρητά, έτσι ώστε να συνεχίσουμε να πουλάμε με ξένα κόλλυβα τη ρουσφετολογική πολιτική στην ειδική εκλογική πελατεία κι αυτό μετά να το παρουσιάζουμε ως δαπάνες για έξοδο από την κρίση.

Ταυτόχρονα, τα έσοδα το πρώτο τρίμηνο του 2009 (πλέον δεν ανακοινώνονται ανά μήνα) είναι μειωμένα σε σχέση με την αντίστοιχη την περίοδο του προηγούμενου έτους για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ‘90. Συγκεκριμένα όπως διαβάζουμε στον Τύπο βάσει των ανακοινώσεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, υστερούν κατά 1,65 δις ευρώ σε σχέση με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, ενώ οι δαπάνες υπερβαίνουν τα 1,87 δις ευρώ, δημιουργώντας από τώρα μια μαύρη τρύπα στον φετινό προϋπολογισμό, ύψους 3,5 δις ευρώ.

Επίσης, ενδεικτικό του δημοσιονομικού μας προβλήματος είναι ότι πολλά ταμεία δεν έχουν να πληρώσουν συντάξεις, για παράδειγμα το Επικουρικό Ταμείο των Δημοσίων Υπαλλήλων, όπως και το ότι το κράτος αντί να πληρώσει τους προμηθευτές του με μετρητά ως οφείλει να πράξει, τους πληρώνει μεταχρονολογημένα με ομόλογα και έντοκα γραμμάτια οδηγώντας την αγορά σε ασφυξία.

Ας περάσουμε όμως στα θεμελιώδη δημοσιονομικά μεγέθη.

Το έλλειμμα του προϋπολογισμού, το οποίο το 2004 σύμφωνα με τα κριτήρια της Απογραφής έκλεισε στο 7,5%, αν σήμερα μετρηθεί με τους ίδιους ακριβώς όρους, βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο επίπεδο. Δηλαδή, αν επιλέξουμε να συμπεριλάβουμε δαπάνες για εξοπλισμούς, εξοφλήσεις δημόσιων οργανισμών κλπ που σήμερα αφήνονται «νόμιμα» εκτός, θα δούμε ότι ανέρχεται στο ποσό των 18 δις ευρώ, αντιστοιχώντας σε ποσοστό της τάξης του 7,5%. Απλώς η κυβέρνηση εμφανίζει λογιστικά μόνο τα 13,9 δις, επιλέγοντας την ίδια λογιστική μέθοδο καταγραφής με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ το οποίο τότε κατηγορούσε, παρουσιάζοντας έτσι έλλειμμα της τάξης του 5,2%. Ακόμα κι έτσι όμως, το 5,2% απέχει κατά πολύ από το 1,2% του 2004. Δυστυχώς για την κυβέρνηση, η σύγκριση ανόμοιων στοιχείων για κομματικό όφελος, αποτελεί φτηνό λαϊκισμό και χαρακτηρίζει αυτούς που καταφεύγουν σε τέτοιες μεθόδους, επιδιώκοντας να εκμεταλλευτούν την άγνοια του μέσου πολίτη σχετικά με το λαβύρινθο των δημοσιονομικών στατιστικών.

Περνώντας στο δημόσιο χρέος παρατηρούμε το εξής.

Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, από 202 δις ευρώ που ήταν το 2004, στο τέλος του 2008 ανήλθε στα 262 δις ευρώ, αντιστοιχώντας στο 108% του ΑΕΠ.

Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένων και των Ασφαλιστικών Οργανισμών και ΟΤΑ), από 183 δις ευρώ που ήταν το 2004, στο τέλος του 2008 ανήλθε στα 232 δις, αντιστοιχώντας στο 95,6% του ΑΕΠ.

Ως αποτέλεσμα της αύξησης του χρέους, αυξάνονται και οι πληρωτέοι τόκοι του κράτους: από 9,46 δις ευρώ που πληρώναμε το 2004, το 2008 πληρώσαμε 11,21 δις ευρώ και φέτος υπολογίζεται ότι θα πληρώσουμε 14 δις. Και μόνο η σκέψη ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μόλις και μετά βίας πλησιάζει τα 9 δις μας κάνει να υποψιαστούμε ότι τεχνικά είμαστε ήδη χρεοκοπημένοι.

Μα θα αναρωτηθεί κανείς; Για σταθείτε λίγο ρε παιδιά. Εδώ δεν έχετε δίκιο. Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί μεν το χρέος να αυξάνεται σε απόλυτα νούμερα, μειώνεται όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ. Από 109% πήγε 108% και από 98,9% πήγε 95,6% αντίστοιχα. Άρα έχουμε βελτίωση.

Προφανώς, κάποιοι μας περνάνε για χαζούς ή απλώς θεωρούν ότι όλοι είμαστε το ίδιο αφελείς.

Η μικρή αυτή μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, τη στιγμή μάλιστα που σε απόλυτα νούμερα έχει αυξηθεί κατά 62 δις ευρώ, επιτυγχάνεται μέσα από την τεχνητή, και όχι πραγματική, αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος.

Πως; Με δύο τρόπους της επίσημης και «νόμιμης» δημιουργικής λογιστικής.

Πρώτον, μέσα από τη μεταβίβαση του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης στους δημόσιους οργανισμούς, τα ταμεία και τους ΟΤΑ. Για παράδειγμα εκδίδει το κράτος ένα ομόλογο για να δανειστεί, καλή ώρα ένα δομημένο με τη βοήθεια μιας ξένης τράπεζας. Το ομόλογο αυτό το αγοράζουν τα ασφαλιστικά ταμεία. Μ’ αυτόν τον τρόπο αυτό που για το κεντρικό κράτος λογίζεται ως έξοδο για τους φορείς λογίζεται ως έσοδο και ως τέτοιο ανακουφίζει λογιστικά το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης. Λογιστικά το κόλπο πιάνει, στην πραγματικότητα όμως η κατάσταση αυτή δε συνιστά παρά μια ωραιοποίηση της αντικειμενικής δημοσιονομικής θέσης της χώρας, η οποία αυξάνει το λεγόμενο συστηματικό κίνδυνο χρεοκοπίας.

Δεύτερον, η αναθεώρηση του ΑΕΠ, παρότι έγινε αποδεκτή από τη Eurostat κατά 9,6%, είναι πλασματική. Μπορεί μεν να συλλαμβάνει μερίδιο της μαύρης οικονομίας, αδιαφορεί όμως πλήρως για το ότι τα θεμελιώδη μεγέθη της εξίσωσης του Εθνικού Προϊόντος, ειδικά η Κατανάλωση και η Κρατική Χρηματοδότηση, είναι υπερεκτιμημένα λόγω του όλο και μεγαλύτερου ρόλου που παίζει ο δανεισμός στη σύνθεσή τους. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατόν να πληρώνουμε δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους στους εξωτερικούς μας δανειστές και αυτά τα ποσά να μην αφαιρούνται από το τελικό ύψος του ΑΕΠ, αλλά να προστίθενται στην τελική αξία του προϊόντος σα να μη συμβαίνει τίποτα.

Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε και να υπογραμμίσουμε τη δραματική επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Από 6% του ΑΕΠ το 2004, ήδη μεγάλο, σε 14,3% το 2008. Οι κάθε είδους δοσοληψίες έκλεισαν με έλλειμμα ύψους 34,98 δισ. ευρώ, από 32,4 δισ. ευρώ το Δεκέμβρη του 2007, αύξηση 8% μόνο σε ένα χρόνο.

Προκύπτει από τα παραπάνω ότι το μοναδικό αποτέλεσμα της δημοσιονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης της ΝΔ είναι ο απόλυτος δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Πρέπει κανείς να έχει τεράστιο θράσος για να υποστηρίζει ότι όλα πάνε καλά ή έστω ότι υπάρχει σταδιακή βελτίωση, όταν η χώρα που κυβερνά βρίσκεται ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία. Διότι αν στη δημοσιονομική εικόνα καταστροφής συμπεριλάβουμε δεδομένα, όπως ο συνολικός δανεισμός του κράτους, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, περί τα 600 δις ευρώ, το μερίδιο της καταναλωτικής δαπάνης στο ΑΕΠ, αλλά και τις μελλοντικές έστω μεσοπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, θα δούμε έντρομοι ότι βαδίζουμε προς τη χρεοκοπία.

Εάν υπάρχει μια δικαιολογία για τη σημερινή κυβέρνηση, αυτή δεν είναι η σύγκρισή της με το παρελθόν όπως αρέσκεται συνήθως να κάνει. Εκτός και αν ως μέτρο σύγκρισης επιλέγει τον βολικό γι’ αυτή δημοσιονομικό εκτροχιασμό της δεκαετίας του ‘80 και όχι τη σταθεροποίηση που οδήγησε στην ΟΝΕ το ‘90. Δυστυχώς, και παρά τις δύο διαδοχικές επιτηρήσεις της ελληνικής οικονομίας από την ΕΕ, σύμμαχος της κυβέρνησης στο δημοσιονομικό Βατερλό, παραμένει ο ατιμώρητος εκλογικά λαϊκισμός, αλλά και η κυρίαρχη σε Ευρώπη και Αμερική αντίληψη σχετικά με το «σωστό» και «νόμιμο» τρόπο καταγραφής των Εθνικών Λογαριασμών. Μια αντίληψη, που δεν έχει μεγάλη διαφορά από το να προσπαθείς να οδηγήσεις στην Αθήνα κρατώντας στα χέρια σου το χάρτη της Λάρισας. Η κολώνα καραδοκεί στη γωνία.

Thursday, November 27, 2008

Χρεοκοπήσαμε! Το καταλάβαμε;

Μια επιτυχία ιστορικών διαστάσεων σημείωσε χτες η κυβέρνηση και συγκεκριμένα το Υπουργείο Οικονομίας. Μέσα από την «εντατικοποίηση και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων», όπως ισχυρίστηκε ο εκπρόσωπος Τύπου κ. Αντώναρος, η κυβέρνηση κατάφερε να καταγράψει επιτέλους το πλήρες ποσό των βεβαιωθέντων μεν, ανείσπρακτων δε εσόδων του κράτους. Σύμφωνα με Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο (Ε.Τ.Κράτος Κόσκινο), το ποσό αυτό ανέρχεται σε 35 δις ευρώ, δηλαδή 14,2% του ΑΕΠ, και είναι αυξημένο κατά 173% σε σχέση με το 2003.

Αυτή η θλιβερή πρωτιά στον τομέα της είσπραξης φόρων και λοιπών οφειλών ιδιωτών και επιχειρήσεων προς το δημόσιο είναι αποτέλεσμα της αντίληψης που κυριάρχησε για πολλά χρόνια στη συντηρητική παράταξη ότι τόσο οι φόροι στα μεγάλα εισοδήματα όσο και η πίεση από πλευράς κράτους για συλλογή φόρων είναι οικονομικά, βλέπε εκλογικά, επιζήμια. Έτσι, με το που ανέλαβε την εξουσία το 2004, η κυβέρνηση δεν έχασε το χρόνο να στείλει ένα σαφές μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις. «Παιδιά χαλαρά. Μην ταράζετε τα ήρεμα νερά της κοινωνίας». Όποιος διαθέτει γνωστούς, συγγενείς και φίλους που δουλεύουν σε κάποια ΔΟΥ της Αθήνας ή της επαρχίας μπορεί να επαληθεύσει του λόγου το αληθές. Όμως, παράλληλα με το πνεύμα χαλάρωσης που ευλαβικά επικοινωνήθηκε από πάνω προς τα κάτω, ξεκίνησε επίσης το σταδιακό ξήλωμα των όποιων φοροεισπρακικών μηχανισμών και τέθηκε σε λειτουργία ένα σχέδιο χαριστικών ρυθμίσεων εισφορών και φόρων καθώς επίσης και απαλλαγής των υψηλών εισοδημάτων από τη φορολογία.

Όπως αποδείχτηκε τελικά, το αποτέλεσμα αυτής της φορολογικής φιλοσοφίας υπήρξε απόλυτα καταστροφικό. Πρώτον, τα έσοδα του κράτους από φόρους μειώθηκαν από 28% σε 22% του ΑΕΠ, με συνέπεια την απουσία πόρων για οποιαδήποτε σοβαρή δημόσια επενδυτική πολιτική και φυσικό επακόλουθο τη χειροτέρευση της πραγματικής δημοσιονομικής θέσης της χώρας. Δεύτερον, με σκοπό να αντισταθμιστεί αυτή η κατάσταση, η κυβέρνηση αύξησε το ΦΠΑ από 17% σε 19%, διεύρυνε τη φορολογική βάση προς τα κάτω, αυξάνοντας τον κατώτατο φορολογικό συντελεστή των μισθωτών από 15% στο 29%, και επέβαλλε κεφαλικό φόρο της τάξης του 10% σε ελεύθερους επαγγελματίες και μισθωτούς με μπλοκάκι της γενιάς των 700 ευρώ. Τέλος, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, η ελάφρυνση των μεγάλων εισοδημάτων δε δημιούργησε κίνητρα για περισσότερες επενδύσεις (το λεγόμενο incentive effect δε λειτούργησε), αλλά αντιθέτως έδωσε την ευκαιρία να τσεπωθούν περισσότερα κέρδη υπό τη μορφή εισοδημάτων εργασίας και κεφαλαίου, τα οποία κατευθύνθηκαν στην κατανάλωση και τροφοδότησαν την αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που από 6,6% το 2003 έφτασε στο 14,5% το 2008 (το income effect σε όλο του το μεγαλείο).

Κάπως έτσι λοιπόν, με μια μαύρη τρύπα ανείσπρακτων φόρων της τάξης των 35 δις ευρώ, τη φερεγγυότητα του προγράμματος δανεισμού να καταρρέει και τον πρώτο «σωστό προϋπολογισμό» για τον οποίο έγιναν πέρυσι εκλογές να καταγράφει έλλειμμα της τάξης του 3,5% -καθιστώντας την Ελλάδα μοναδική χώρα με υπερβολικό έλλειμμα στην ευρωζώνη-, φτάσαμε να μοιάζουμε αφόρητα με την Αργεντινή το 2000. Χρεοκοπήσαμε. Άραγε το καταλάβαμε; Αν δεν είχαμε και το ευρώ…

Wednesday, October 22, 2008

Άδοξο τέλος για απογραφή και ήπια προσαρμογή

Πριν από τεσσεράμισι χρόνια, τον Μάρτιο του 2004, η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της ΝΔ, μέσα σε μια ατμόσφαιρα έκδηλου ενθουσιασμού λόγω της φρέσκιας και μεγάλης σε έκταση εκλογικής νίκης, ανέλαβε την πρωτοβουλία να προβεί σε αντικειμενική απογραφή των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας.

Η υποψία τότε ήταν ότι τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας και συγκεκριμένα το έλλειμμα των τελευταίων ετών της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ήταν προϊόντα «δημιουργικής λογιστικής» που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δαπάνες που γίνονταν, όπως οι στρατιωτικές, μετακυλύονταν στο μέλλον, ενώ η λεγόμενη άσπρη τρύπα, το πλεόνασμα δηλαδή των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ήταν υπερεκτιμημένη.

Η κυβέρνηση αρχικά, ωστόσο διόλου αντικειμενικά δεδομένου ότι στη διαδικασία της αναθεώρησης δεν έλαβε μέρος κανένας ανεξάρτητος ευρωπαϊκός ή εθνικός φορέας, μετέβαλλε το στόχο για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το έτος 2004, αυξάνοντάς τον αυθαίρετα πάνω από το εκτιμώμενο 1,6%, αλλά κάτω από το κρίσιμο όριο του 3%, έτσι ώστε να μην μπει η οικονομία σε επιτήρηση.

Η κουτοπονηριά δεν έπιασε. Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε και η εκτεθειμένη Eurostat μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησαν απογραφή όλων των ετών από το 1997 μέχρι το 2003, θέτοντας υπό συμβολική αμφισβήτηση την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Ως αποτέλεσμα μόνο για το 2004 το έλλειμμα εκτινάχθηκε στο αστρονομικό 7,4% του ΑΕΠ.

Υπό το πρίσμα αυτής της σκληρής πραγματικότητας, η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της μία και μόνη επιλογή. Μέτρα μόνιμου διαρθρωτικού χαρακτήρα που θα καθιστούσαν τη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας μεσοπρόθεσμα βιώσιμη. Το επιχείρημα ήταν απλό και ακλόνητο: προετοιμάσου στις καλές μέρες (ανάπτυξη 4,5%), ώστε να μπορείς όταν χρειαστεί να αντιμετωπίσεις τα χειρότερα. Καλή ώρα σήμερα.

Ο δρόμος αυτός όμως αγνοήθηκε. Αντ’ αυτού προτιμήθηκε η πολιτική της ήπιας προσαρμογής. Έτσι, από τη δημιουργική λογιστική, η οποία όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα ότι το έλλειμμα έπεσε από 13% σε 3% μεταξύ 1993 και 1997, περάσαμε στην καταστροφική πρακτική της ήπιας προσαρμογής. Στη λογική του «εκθέτω τη χώρα για ένα χρόνο και στη συνέχεια για τα επόμενα τρία έτη μαγειρεύω τα νούμερα χωρίς να μεταρρυθμίζω ουσιαστικά την οικονομία».

Η συνταγή αρχικά πέτυχε. Το Μάρτιο του 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να βγάλει την Ελλάδα από την επιτήρηση, δεδομένου ότι όλες οι ενδείξεις έδειχναν ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα έπεφτε κάτω από το όριο του 3% (απόφαση Μαρτίου 2007). Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα και σήμερα να βρισκόμασταν σε ισορροπημένη δημοσιονομική θέση.

Η αλήθεια, δυστυχώς, είναι άλλη. Με σημερινή της ανακοίνωση η Eurostat εκτιμά ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού ξεπέρασε το 3% του ΑΕΠ το 2007. Για την ακρίβεια το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας διαμορφώθηκε στο 3,5% του ΑΕΠ, έναντι 2,8% που είχε προϋπολογίσει η κυβέρνηση.

Αναλυτικά, η Εurostat σημειώνει ότι η αύξηση του ελλείμματος από 2,8% το 2006 σε 3,5% το 2007 οφείλεται στα επικαιροποιημένα στοιχεία που αφορούν στα μικρότερα έσοδα από φόρους, τα έξοδα για νοσοκομεία, την κοινωνική ασφάλιση, τις αλλαγές στο ισοζύγιο των λογαριασμών του θησαυροφυλακίου της ΤτΕ, τις αλλαγές στην καταγραφή των συναλλαγών με τον κοινοτικό προϋπολογισμό και τη βελτίωση στην κάλυψη των εκτός προϋπολογισμού δαπανών.

Ουσιαστικά, αν συγκρίνει κανείς τον περσινό προϋπολογισμό με το φετινό προσχέδιο, θα δει ότι το μεγαλύτερο μέρος της απόκλισης οφείλεται σε δύο λόγους: α) στην υπερεκτίμηση της άσπρης τρύπας των ΟΚΑ, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ κατά 1,1 δις ευρώ και β) στην υπερεκτίμηση του μεγέθους των εθνικολογιστικών προσαρμογών κατά 700 εκ. ευρώ.

Ως αποτέλεσμα το 2007 από ένδοξο έτος εξόδου της εθνικής οικονομίας από την επιτήρηση, μετατρέπεται, σύμφωνα και με τις απειλές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε έτος επανένταξης της Ελλάδας υπό ευρωπαϊκή δημοσιονομική κηδεμονία σηματοδοτώντας το άδοξο τέλος της πολιτικής της απογραφής και της ήπιας προσαρμογής. Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα της ευρωζώνης με υπερβολικό έλλειμμα το οποίο δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση, αλλά στην υιοθέτηση μιας προ-κυκλικής πολιτικής σε περίοδο ισχυρής ανάπτυξης.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Ελλάδα πρέπει επιτέλους να λάβει μέτρα μόνιμου διαρθρωτικού χαρακτήρα στην οικονομία. Αυτό δε σημαίνει μπακαλίστικες μειώσεις δαπανών ως είθισται να πιστεύουν οι περισσότεροι. Σημαίνει υιοθέτηση μιας ριζικά διαφορετικής φιλοσοφίας στο μέτωπο της κατανομής και καταγραφής των δημόσιων πόρων.

Είναι δυνατόν για παράδειγμα να μην εγγράφονται οι δαπάνες των νοσοκομείων στον προϋπολογισμό; Είναι δυνατόν ο προϋπολογισμός να μην καταρτίζεται σε βάθος τριετίας και με τρία διαφορετικά σενάρια; Είναι δυνατόν να μη γίνεται ποτέ απολογισμός και να μη λογοδοτεί κανείς για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που πάντα πέφτει έξω; Είναι δυνατόν η χρηματοδότηση να μη συνδέεται με την επίτευξη αποτελεσμάτων; Είναι δυνατόν να δίνουμε χρήμα αθροιστικά κάθε χρονιά σε υπουργεία και όχι σε δημόσια προγράμματα απ’ τα οποία περιμένουμε να αυξήσουν τη δημόσια και κοινωνική αξία που παράγει η πολιτεία; Είναι δυνατόν να μην υπάρχει ούτε έστω για τα μάτια του κόσμου μια διαγενεακή διάσταση στον προϋπολογισμό έτσι ώστε να ξέρουμε που βαδίζουμε στο μέλλον;

Αυτή τη στιγμή ζούμε μια τεράστια δημοσιονομική ψευδαίσθηση. Ξοδεύουμε πολλά για κατανάλωση και μάλιστα δεν τα μετράμε κι επαρκώς. Συνήθως τα κρύβουμε. Έλα όμως που τ΄άτιμα όλο και βγαίνουν στη φόρα και διαμαρτύρονται. Απαιτούνται λοιπόν αλλαγές. Διαφορετικά εν μέσω κρίσης βαδίζουμε ολοταχώς προς το "δημοσιονομικόν 1993".

Και πριν τελειώσουμε κάτι ακόμα. Για όλο αυτό το πανηγύρι με τα δημοσιονομικά που στιγματίζει τόσο την ελληνική οικονομία όσο και την ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τη Eurostat φέρουν τεράστιες ευθύνες. Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού. Shame on you.

Thursday, October 9, 2008

The Greek fiscal child abuse*

Μικρές αλήθειες για ένα μεγάλο δημόσιο χρέος

The second vice is lying, the first is running in debt...
Lying rides upon debt’s back.

Benjamin Franklin, The Way to Wealth


Όταν ακούσαμε τον Υπουργό Οικονομίας να εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα αποκλιμακωθεί στο 88,4% του ΑΕΠ το 2009, μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Μα τι ψέμα! Δεν είναι μόνο ότι κανείς από τους σοβαρούς διεθνείς αναλυτές δεν προσδοκά κάτι τέτοιο. Έτσι κι αλλιώς ποιος τους πιστεύει αυτούς τώρα; Μήπως προέβλεψαν το παγκόσμιο οικονομικό χάος που ζούμε αυτές τις μέρες; Το ψέμα έγκειται στο γεγονός ότι τα διαχρονικά δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας φωνάζουν από μόνα τους. Υπάρχει πρόβλημα!

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, με εξαίρεση την περίοδο 1993-2001, ουδέποτε σταμάτησε να κακοποιεί δημοσιονομικώς τα παιδιά της, φορτώνοντάς τα με όλο και μεγαλύτερα χρέη.

Την παράδοση αυτή τη συνέχισε και η ΝΔ μετά το 2004, παρά το γεγονός ότι υποσχέθηκε απογραφή και αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας μέσα από τον περιορισμό της σπατάλης και την επανίδρυση του κράτους. Τι έγινε τελικά, όλοι ξέρουμε.

Το δημόσιο χρέος μειώθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ, από το 97,9% που ήταν το 2003 σε 94,5% το 2007, κυρίως γιατί αυξήθηκε το μέγεθος του εγχώριου προϊόντος μετά την αναθεώρησή του ΑΕΠ κατά 9,6%. Σε απόλυτα νούμερα, όμως, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 40 περίπου ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε πέντε χρόνια. Από τα 167,7 δισ. ευρώ το 2003 έφτασε στα 251,9 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2008. Ουσιαστικά, για φέτος το δημόσιο χρέος έχει υπερκαλύψει από το πρώτο κιόλας εξάμηνο τον ετήσιο στόχο του προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα, τρεις μήνες πριν ολοκληρωθεί το 2008, το υπουργείο οικονομικών έχει ήδη υπερβεί τον στόχο του ετήσιου προγράμματος δανεισμού κατά 1,5 δις ευρώ, ξεπερνώντας κατά πολύ την πρόβλεψη για 37 δις ευρώ, ενώ και οι προβλεπόμενες ετήσιες δαπάνες για τόκους, ύψους 10,5 δις ευρώ, έχουν ξεπεραστεί κατά 800 εκ ευρώ.

Αναμφισβήτητα, πολλές από αυτές τις υπερβάσεις στις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομίας για το δημόσιο χρέος οφείλονται στο κόστος δανεισμού το οποίο παραμένει υψηλό και το οποίο σε μεγάλο βαθμό επιδεινώνεται από τη διεθνή κρίση και τα υψηλά επιτόκια.

Όμως, όσο κι αν προσπαθήσουμε να κάνουμε αντικειμενική και καλοπροαίρετη κριτική λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που υπάρχουν στην παγκόσμια οικονομία, η παγκόσμια κρίση δεν αποτελεί το λόγο για τον οποίο συνεχίζεται η δημοσιονομική κακοποίηση των σημερινών νέων και των μελλοντικών γενεών της Ελλάδας.

Το χρέος συσσωρεύεται, γιατί οι δαπάνες του κράτους αυξάνονται συνεχώς. Μέσα σε έξι μόνο χρόνια οι ετήσιες καταναλωτικές δαπάνες του κράτους αυξήθηκαν κατά € 21,2 δις (ή κατά 75,1%). Από 18% του ΑΕΠ το 2002, στο 20,2% του ΑΕΠ το 2008 (μέση ετήσια αύξηση στην 6ετία: 10,9%). Συνολικά, μόνο το 2008, οι πρωτογενείς δαπάνες του κράτους ξεπέρασαν κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού. Για την επόμενη χρονιά υπολογίζεται ότι συνολικά οι δαπάνες εκτός των χρεολυσίων θα φτάσουν τα 65,5 δις ευρώ, αυξημένες κατά 8,6%.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι να απορεί κανείς που τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους στις 30-6-2008 είχαν πέσει στα 961,2 εκ ευρώ από 4.963,0 εκ ευρώ στις 31-3-2008 (Δελτίο Δημόσιου Χρέους). Ούτε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης υπολογίζεται ότι θα κλείσει φέτος στο 3,4%. με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προαναγγέλλει ότι θα κινήσει ξανά τη διαδικασία επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας.

Γιατί όμως προκαλούνται αυτές οι πιέσεις στις δαπάνες; Οι δαπάνες δεν συγκρατιούνται διότι:

α) το μέγεθος του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, με ορισμένες εξαιρέσεις πραγματικές νησίδες αριστείας, είναι μεγάλο και αντιπαραγωγικό, ενώ η κατανομή του προσωπικού και η διάρθρωση των μισθών ανορθολογική.

β) οι φορολογικοί μηχανισμοί είτε είναι αναποτελεσματικοί είτε με την ευλογία του κομματικού κράτους δεν μαζεύουν έσοδα για να μην πιέζονται οι ημέτεροι.

γ) ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς είναι κρατικοδίαιτο κι αεριτζίδικο, ζει δηλαδή με κρατικές προμήθειες, προγράμματα κι επιδοτήσεις χωρίς να παράγει πραγματική αξία στην αγορά, ενώ ένα άλλο έχει εθιστεί σε μια λογική εξυπηρετήσεων από το κομματικό κράτος μέσα από αναδρομικές χαριστικές ρυθμίσεις χρεών, φόρων και εισφορών.

δ) η παραοικονομία παραμένει ευμεγέθης (το 2003 ο F.Schneider την υπολόγιζε στο 28,3% του ΑΕΠ στην εργασία του Shadow Economies around the world: what do we really know?, όμως πλέον ένα κομμάτι της έχει ενσωματωθεί στο ΑΕΠ μετά την αναθεώρηση) με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων και επιχειρήσεων λειτουργούν ως free riders του συστήματος με μηδενική συνεισφορά σε φόρους και εισφορές, αλλά καθολική πρόσβαση σε όλα τα διαθέσιμα δημόσια αγαθά για τα οποία πληρώνουν όλοι οι άλλοι.

ε) οι δαπάνες του προϋπολογισμού είναι αθροιστική και υπουργειοκεντρική, δηλαδή κάθε χρόνο αυξάνονται οι πόροι του κάθε υπουργείου ανεξάρτητα από τα αν αυτό έχει φέρει εις πέρας την αποστολή του με αποτελεσματικό τρόπο, έχοντας δημιουργήσει την απαραίτητη κοινωνική και δημόσια αξία.

στ) η γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με ένα ασφαλιστικό σύστημα που έχει φάει πλέον τα ψωμιά του οδηγεί σε ραγδαία αύξηση των δαπανών για συντάξεις και υγεία, διερύνοντας το δημοσιονομικό χάσμα ανάμεσα στις γενιές.

Φυσικά όλα αυτά δεν πρόκειται να τα ακούσετε από τους εκλεγμένους ηγέτες και εκπροσώπους μας στη Βουλή, από όποιο κόμμα κι αν αυτοί προέρχονται. Συνεχίζουν κι αυτοί όπως και οι προηγούμενοι τη δημοσιονομική κακοποίηση των παιδιών τους, και ξοδεύουν μεγάλο μέρος της ημέρας τους προσπαθώντας να μας πείσουν ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όμως, το ίδιο δεν κάνουμε όλοι; Στρουθοκαμηλίζουμε μπροστά σε μια εξαιρετικά δυσάρεστη πραγματικότητα. Ας αναλογιστούμε όμως ότι οι δαπάνες μόνο για την εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους φέτος θα αγγίξουν τα 41 δις ευρώ. Είναι διπλάσιες δηλαδή από τις δαπάνες για μισθούς και συντάξεις και τριπλάσιες από τα χρήματα που δαπανώνται για την ασφάλιση και την κοινωνική προστασία. Το δημόσιο χρέος είναι εδώ και μας τρώει καθημερινά.

*Η έννοια του Fiscal Child Abuse πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αμερικανό Οικονομολόγο L.J.Kotlikoff

Tuesday, August 26, 2008

Περισσότερες σπατάλες, νέοι φόροι

Tου Πάσχου Μανδραβέλη*
pmandravelis@kathimerini.gr

Η αυγή του 2004 μας βρήκε όλους με χρέη μέχρι τον λαιμό. Δεν μιλάμε για τα δάνεια που πήραν κάποιοι για να χτίσουν σπίτι, να καταναλώσουν ή να πάνε διακοπές. Στο κάτω κάτω της γραφής εκείνοι έκαναν τους λογαριασμούς τους. Πήραν πιθανώς κάποιο ρίσκο και υπολόγισαν ότι η κατανάλωσή τους τότε ήταν προτιμότερη, από τα χρέη που θα έπρεπε να αποπληρώσουν αργότερα. Κάποιων η επιλογή ήταν ανόητη, αλλά όλων ήταν θεμιτή. Μεγάλα παιδιά είναι όσοι τρέχουν στα γκισέ της τράπεζας και κανενός τρίτου (πέραν δηλαδή των ιδίων και της τράπεζας) δεν του πέφτει λόγος αν κάποιος δανείζεται σήμερα για να πληρώσει αύριο.

Το 2004 όμως κάθε Ελληνας (άνδρας, γυναίκα και παιδί, γέρος ή μωρό) χρωστούσε χωρίς να το θέλει 16.700 ευρώ. Τόσο μας αναλογούσε από το δημόσιο χρέος, τότε. Ηταν ένα μεγάλο ποσό, μεγαλύτερο από τα ετήσια εισοδήματα πολλών νοικοκυριών. Αν ήταν ατομικό χρέος, οι νοικοκύρηδες αυτού του τόπου -και είναι πολλοί- θα είχαν χάσει τον ύπνο τους. Αφήστε το γεγονός ότι οι γνωστές δικηγορικές εταιρείες εκφοβισμού των δανειοληπτών θα τους είχαν ταράξει στα τηλέφωνα και τα βρισίδια.

Το 2004 εξελέγη η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υποσχόμενη να κόψει 10 δισ. ευρώ από τις σπατάλες του Δημοσίου. Ετησίως. Προσοχή: όχι από παραγωγικές επενδύσεις, από την Παιδεία ή την Υγεία, αλλά από σπατάλες. Αυτό σήμαινε εξοικονόμηση για κάθε Έλληνα 1.000 ευρώ κατ’ έτος. Δηλαδή σήμερα -τέσσερα χρόνια μετά- θα έπρεπε καθ’ ένας από εμάς να χρωστάει 12.700 ευρώ. Μεγάλο ποσό και αυτό, αλλά σίγουρα καλύτερο από τα 16.700 ευρώ που μας φέσωσαν οι σπατάλες του ΠΑΣΟΚ. Μόνο που σήμερα καθένας μας χρωστάει 25.200 ευρώ, που σημαίνει ότι το υποχρεωτικό χρέος σε κάθε πολίτη είναι κατά 8,5 χιλιάρικα μεγαλύτερο. Πολλά περισσότερα χρήματα από όσα βγάζει κατ’ έτος ένα μέλος της διαβόητης «γενιάς των 700 ευρώ». Το δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε από τα 167,7 δισ. ευρώ το 2003 σε 251,9 δισ. ευρώ φέτος. Και το χειρότερο: ο χρόνος δεν έχει κλείσει ακόμη.

Βέβαια, πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις δανείζονται παραγωγικά. Κάποιοι παίρνουν ένα σπίτι ή επεκτείνουν την επιχείρηση τους και για να το κάνουν πρέπει να δανειστούν. Υπολογίζουν ότι η επένδυσή τους θα αποδώσει τόσο, ώστε να βγάλουν τα χρωστούμενα και να τους μείνει κάτι. Υπ’ αυτήν τη λογική θα είχε νόημα να φεσωθούμε λίγο παραπάνω, έστω και αν κανείς δεν μας ρωτάει αν επιθυμούμε τέτοια χρέη. Και όμως: το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων το 2003 ήταν 8,5 δισ. ευρώ και το 2007 είναι 8,7 δισ. ευρώ. Κατά μέσο όρο στην τετραετία επενδύσαμε 8,5 δισ. ευρώ ανά έτος: Ίσα βάρκα, ίσα νερά...

Με δεδομένο λοιπόν ότι οι δημόσιες επενδύσεις έμειναν στα ίδια επίπεδα, το επιπλέον δημόσιο χρέος των 85 δισ. μπορεί να θεωρηθεί νέα σπατάλη. Είναι φανερό επομένως γιατί πρέπει να μπουν επιπλέον φόροι. Αν οι σπατάλες - σύμφωνα με όσα έλεγε προεκλογικά η Νέα Δημοκρατία- ήταν το 2004 10 δισ. ευρώ/έτος, η αύξηση του δημοσίου χρέους κατά 85 δισ. (50% σε τέσσερα χρόνια!) δείχνει ότι οι σπατάλες έφτασαν τα 30 δισ. ευρώ/έτος.

Γι’ αυτό αναμείνατε τον ταχυδρόμο. Η πρώτη λυπητερή έρχεται...

*Ο Πάσχος Μαδραβέλης είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 26 - 8 - 2008.

Friday, June 27, 2008

Ομαδική αυτοκτονία στη Βουλή

Τη στιγμή που η αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου βουλιάζει κάτω από το βάρος των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο της Siemens, τα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν ομαδικά, ψηφίζοντας μια κραυγαλέα και εξόχως προκλητική ρουσφετολογική ρύθμιση υπέρ των δικών τους παιδιών.

Στα «ψιλά γράμματα» του νέου Κανονισμού της Βουλής που εγκρίθηκε προχθές, προβλέπεται η μονιμοποίηση δεκάδων υπαλλήλων που εργάζονται σήμερα στο Κοινοβούλιο ως μετακλητοί ή αποσπασμένοι και υπηρετούν σε κόμματα, κοινοβουλευτικούς αξιωματούχους και υπηρεσίες του Κοινοβουλίου από το 2004 έως σήμερα, αλλά και όσων, άκουσον άκουσον, αναμένεται να προσληφθούν μέχρι τις επόμενες εκλογές. Για τη μονιμοποίηση των εν λόγω υπαλλήλων δεν λαμβάνεται υπόψη η υπηρεσία από την οποία προέρχονται ούτε καν το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους στο Κοινοβούλιο. Η σχετική ρύθμιση πέρασε στη Διάσκεψη των Προέδρων με συμφωνία Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και τη διαφωνία του ΚΚΕ, ενώ ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ απουσίαζε.

Αποδεικνύεται, δυστυχώς, ότι οι πολιτικοί μας δε βάζουν μυαλό, αφού για μία ακόμη φορά επαναλαμβάνεται το γνωστό κόλπο-ατόπημα της χαριστικής ρύθμισης υπέρ ημετέρων. Ανάλογες ρυθμίσεις με την προχθεσινή έχουν περάσει άλλες τρεις φορές στο παρελθόν με πιο πρόσφατη αυτή του 2003.

Ταυτόχρονα, καταρρίπτεται για πολλοστή φορά ο μύθος περί επανίδρυσης του κράτους από τη ΝΔ. Η παράταξη που ανέλαβε να προωθήσει ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης για την Ελλάδα του 21ου αιώνα υιοθέτησε τελικά όλα ανεξαιρέτως τα κουτσά και τα στραβά που ρητορικά κατήγγειλε εδώ και χρόνια: από την παράκαμψη του ΑΣΕΠ με σκοπό το μπάσιμο στο δημόσιο από την πίσω πόρτα μέχρι τις αναδρομικές ρυθμίσεις χρεών εισφορών και φόρων, δεν υπάρχει ούτε ένα είδος χαριστικής διάταξης που να μην έχει θεσμοθετηθεί την τελευταία τετραετία.

Είναι προφανές ότι η συστηματική ευνοιοκρατία καλά κρατεί και οι όποιες αποφάσεις, παρά το γεγονός ότι λαμβάνονται με βάση το γράμμα του νόμου και συνεπώς διαθέτουν τεκμήριο νομιμότητας, σε καμία περίπτωση δεν διαθέτουν τεκμήριο ακριβοδικίας και κατ’ επέκταση κοινωνικής δικαιοσύνης. Επιτέλους όμως, απαιτείται δικαιοσύνη. Όχι άλλες χάρες. Όχι εύνοιες.

Friday, June 6, 2008

Drowning in debt

By Stephen Armstrong

New Statesman
Published 29 May 2008

Today's twentysomethings were brought up to spend today and forget about tomorrow. But now the loans have run out and the banks want their money back.

Two different lives - same looming crisis. Damien Core, 20, is a student from Kent, studying biology. Lisa Rice, 22, works for a technology company in Yorkshire and has done since leaving school. Damien plays in an indie band, drinks at the student union and has a steady girlfriend. Lisa is single, likes to go clubbing and spends her Saturdays in Leeds, shopping with mates. Last month both faced the same problem: they'd been bouncing their increasing debts from one zero per cent credit card offer to the next.

In April, the credit crunch hit home. No zero per cent offers came through the door. Suddenly, each had to start paying interest on debts that had been growing for years. With their income spent on rent, bills and food, neither had spare money to meet the credit card companies' demands.

Damien and Lisa are far from alone. According to a YouGov survey commissioned by the charity Rainer and published in May, 90 per cent of the 4,000 young people polled were in debt by the age of 21. Almost half of the 18- to 24-year-olds have owed more than £2,000 and one in five have owed more than £10,000. One in five young people said they were left with less than £50 per month after bills and debt repayments. One in ten were left with nothing. Some use loan sharks to fund pub crawls and new clothes.

Although student loans formed a significant part of higher debt levels, credit cards, store cards and catalogues were widely used. Unlike their parents, this generation has been borrowing heavily for the past five or six years simply to finance everyday expenses. While tabloid headlines scream about the effect the credit crunch is having on mortgage owners, many of these young people find themselves blacklisted before their lives have really begun.

"There used to be a sort of social stigma attached to being heavily in debt," explains David Chater, head of policy for Rainer. "In the past five years I've seen that stigma vanish. Young people are sold the idea of borrowing so heavily these days - on TV, online, on the high street and even by their mates - that they think nothing of it. In part, student loans are to blame. Students themselves think: 'I owe so much, what does another grand matter?' Even those who are not in higher education know someone who is, so they see the £2,000 they owe as nothing compared to their mate or cousin."

Linda Jack, youth adviser and head of the Financial Services Authority's working group on young adults, reinforces this: "I've worked with youth for over 20 years and I've seen young people's attitudes change more and more into passive consumerism - I want it, I want it now and I can get it now.

"The link between effort and reward has disturbingly been lost for a lot of young people. Trying to get through to them that if you put the effort in and save, you have that sense of achievement, as opposed to paying more for it in the long run by putting it on your credit card because you wanted it now . . . There is a cultural issue here: we have changed culturally in terms of expectations."

Rainer, which works with socially excluded young people such as those who are dependent on benefits, are homeless or are otherwise struggling to get by, warns that the hardest-hit are, inevitably, the poorest. Two-thirds of the young people it works with are in debt - rising to 83 per cent among those living in supported hostels.

"I suppose you'd call this the sub-prime market," Chater says. "They wouldn't have been able to borrow such large sums a few years ago, but now you have stores and loans with cripplingly high interest rates which are prepared to lend money with no credit checks or proof of employment. Often we find kids who've had to borrow from their mum or dad to cover loan payments, then having huge rows within their family over these supposedly friendly loans. When you think that it's family conflict that causes most teenage homelessness, this is literally driving young people on to the streets."

And yet the inability to recognise the downside of borrowing isn't restricted to any single social class. "With this age group it's almost as if a white mist descends when you start talking to them about things like APR," says Neil Almond at the youth charity Kikass. "I've even talked to kids who think that the higher the APR, the better the deal. This is the most internet-savvy, clued-in generation when it comes to online, but none of them have online bank accounts. It's as if there's a missing part of their profile where money and debt is concerned. These are smart kids. They know that they don't know, and they literally don't want to know."

The New Statesman conducted a straw poll of 18- to 24-year-olds to test Almond's thesis and found it depressingly accurate. "I despair at how much attention my dad pays to these things, because it's very dull to me," grumbles Phil Teach, a 24-year-old from London. "He keeps saying you should take your money out of here, or watch out for that. I'm like 'OK, Dad, can you sort it for me?' It's a hassle when you haven't got time."

"The thing is, if I lived on the money that I got from my job, I wouldn't even be able to go out," explains Jim Davis from Carlisle. "I'm 22 years old and I should be having fun. If someone wants to lend me money to do that, why shouldn't I?"

Sense of entitlement

The research company Synovate surveyed 18- to 24-year-olds' attitudes to debt and money at the end of 2007 and found a generation used to easily available credit, with a live-for-the-moment attitude and the belief that money is to be spent for pleasure. "The majority of 18-24s spend automatically and frequently, fuelled by a sense of entitlement to their standard of living," explains Becky Connell, who conducted the research. "The problem is that social and peer group pressure makes it harder for young people to curb spending. As well as the cheap credit and glossy lifestyles marketed to them by a celebrity-dominated culture, there is the feeling of being 'left out' if you miss even one night out. So something as simple as socialising is driven by compulsion as well as enthusiasm."

Disturbingly, Connell describes a conversation between a group of twentysomethings in Leeds who were considering taking out loans to pay for plastic surgery. One 24-year-old had borrowed to fund his wife's "boob job" and another was considering liposuction, while Amanda, 23, told the startled interviewer: "You can get plastic surgery on credit; you can pay monthly for it now. With Transform you can get liposuction for £60 a month. When I saw that I was like, 'Ooohh'."
"You have so many kids who want to look like Jordan and Peter or Posh and Becks," warns Jasmine Birtles, author of The Money Book: Control Your Money, Control Your Life. "They take store cards to buy the clothes they see in magazines, they spend on sunbeds and cosmetic surgery and they're constantly opening up new credit cards to pay off the old ones. There's simply no sense of the debt that's gradually being accrued. It's as if this is just free money."

And there is little sense of the future offering any great threat: "There was a recent survey that suggested young people aren't saving for a pension because they're relying on buying a property and hoping that the value of the property will rise," explains Andrew Oxlade, editor of the financial web-site www.thisismoney.co.uk. "Inflation paid off their parents' mortgages, but we are in a low-inflation environment. Not only do we have bigger debts, we also have this economic kick in the teeth that you have to pay off every bean yourself."

With unemployment rising for the third month in a row in April and Mervyn King, the governor of the Bank of England, warning that the full effects of banks' credit problems have yet to reach the consumer, this may prove to be the first recession that hits the young - a group that usually survives tough times because its salaries are as low as its expenditure.

Birtles has already encountered students who are considering declaring themselves bankrupt the moment they graduate. "That can mean they will be unable to get a mortgage or even a current account years later," she warns.

"The only kids from this generation who have absolutely nothing to worry about are those with very rich parents who don't mind paying off everything their children owe. For the others, I shudder to think how they're going to cope over the next 12 months. The banks are tightening things because they've lent money to the wrong people, so they're going to face very hard times indeed."

According to Chater: “There are already 1.5 million 18- to 24-year-olds in poverty in England and Wales. Initiatives such as the working tax credits have helped families and children but, by design, have had little impact on this age group. Fuel poverty measures have understandably targeted older people but rising fuel prices also appear to be having a significant impact on young adults living independently for the first time. This group falls between policy agendas: too old for initiatives targeting under-18s and unaffected by those for parents.”

Ignored by the government, seduced with cheap credit into taking on debt, and facing the same price inflation as higher-earning late-twentysomethings and thirtysomethings, an entire generation of Britons runs the real risk that bad debts could write it off – young, gifted and broke.

Monday, October 8, 2007

Μεταρρυθμίσεις ή το χρέος στο 436% του ΑΕΠ το 2050

Της Ελευθερίας Αρλαπάνου

Χρέος που θα ανέλθει στο 436% του ΑΕΠ (!) το 2050 εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού, εάν συνεχιστεί η πολιτική που ακολουθείται τώρα και δεν προωθηθούν μεταρρυθμίσεις, «βλέπει» για την Ελλάδα ο διεθνής οίκος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της οικονομίας «Standard and Poors» (S&P), συστήνοντας, εμμέσως πλην σαφώς, το άνοιγμα και την επίλυση του ασφαλιστικού.

Με μελανά χρώματα περιγράφει και τις πιθανές εξελίξεις στο «μέτωπο» των ελλειμμάτων που θα μπορούσαν να εκτιναχθούν έως και στο 12% του ΑΕΠ έως το 2050, εάν δε μεταβληθούν οι υφιστάμενες πολιτικές, ως αποτέλεσμα των αυξημένων δανειακών αναγκών.

Γήρανση

Η S&P προειδοποιεί ότι με τις τρέχουσες πολιτικές το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ενδέχεται να υπερβεί έως το 2050 το 300% σε επτά οικονομίες, με την Ελλάδα να «ηγείται», καθώς εκτιμάται ότι εάν δεν αλλάξει κάτι θα δει το χρέος της να εκτινάσσεται στο 436% του ΑΕΠ έως το 2050.

Σε έκθεσή του ο διεθνής οίκος εκτιμά ότι «τα δημόσια οικονομικά των περισσότερων χωρών θα εμφανίσουν επιδείνωση, στο επόμενο μισό του αιώνα, ως αποτέλεσμα των δημογραφικών αλλαγών, εκτός και εάν αυτές αντισταθμιστούν από πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής ή από μεταρρυθμίσεις στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και στο σύστημα των σχετικών δαπανών».

Όπως αναφέρει, σε αρχική φάση η πίεση επί των δημοσίων οικονομικών από τη γήρανση του πληθυσμού θα είναι μέτρια.

Από τα μέσα όμως της επόμενης δεκαετίας η επιβάρυνση θα εντείνεται επιδεινώνοντας τους δημοσιονομικούς δείκτες.

Εκτιμά ότι τα ελλείμματα μίας «τυπικής», για το δείγμα που χρησιμοποιεί, χώρας θα αυξηθεί υψηλότερα του 4% του ΑΕΠ έως το 2025, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν αλλαγές στην πολιτική.

Το επιτοκιακό κόστος από τις νέες δανειακές ανάγκες που θα προκύψουν αναμένεται να εντείνει την πίεση στις δαπάνες από τη γήρανση του πληθυσμού και τα ελλείμματα θα αυξηθούν ακόμη και στο 6% του ΑΕΠ το 2030 και σε περισσότερο από 12% έως το 2050.

Χρέος

Έως το 2035 το χρέος θα υπερβεί το 80% και έως το 2050 σε επτά χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, θα υπερβεί το 300% έως το 2050.

Η S&P εξηγεί ότι το σενάριο που περιγράφει δε συνιστά πρόβλεψη, αλλά μια προσομοίωση με στόχο να επισημάνει τη σημασία των δαπανών από τη γήρανση του πληθυσμού στις αξιολογήσεις των οικονομιών.

Η Ελευθερία Αρλαπάνου είναι οικονομική συντάκτης της εφημερίδας «Ημερησία». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20 - 9 - 2007.

Saturday, August 25, 2007

Ντρίμπλα στη φούσκα ελλειμμάτων

Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΓΓΕΛΗ

Η επίσπευση των εκλογών, αν μη τι άλλο, έχει βοηθήσει να ξεκαθαρίσει ο μετεκλογικός οικονομικός ορίζοντας· σε αυτό έχει δίκιο πρωθυπουργός. Με μία διαφορά.

Ο υπουργός Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφης αρνείται με επιμονή να μιλήσει για οτιδήποτε θα αφορά το οικονομικό του πρόγραμμα, με εξαίρεση τα νομοσχέδια που έχουν μείνει στα χαρτιάΟταν μια κυβέρνηση απευθύνεται στους ψηφοφόρους και υποστηρίζει ότι κάνει τις εκλογές για να εφαρμόσει τον Προϋπολογισμό που η ίδια θα φτιάξει, το πρώτο πράγμα που προκύπτει σαν απόρροια του επιχειρήματος, θα ήταν να καταθέσει το σχέδιο του Προϋπολογισμού για τον οποίο θέλει να την ψηφίσουν.

Εκεί το «επιχείρημα»... σκοντάφτει γιατί ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών αρνείται με επιμονή να μιλήσει για οτιδήποτε αφορά το οικονομικό του πρόγραμμα, με εξαίρεση βέβαια τα νομοσχέδια που έχουν μείνει στα χαρτιά.

Εκεί όμως που σιωπά -εύλογα- ο υπουργός, αρχίζει να φωνάζει η πραγματικότητα.

Τα στοιχεία που συγκροτούν την τρέχουσα εικόνα της οικονομίας δεν παραπέμπουν σε οικονομικό... παράδεισο σαν αυτόν που περιέγραψε ο πρωθυπουργός, ανακοινώνοντας τις εκλογές.

Επειτα από μία πρωτοφανή λογιστική ανατροπή, όπως αυτή της «απογραφής» και εν όψει μιας δεύτερης ανάλογης λογιστικής ανατροπής, όπως η επερχόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 25%, η οικονομία χαρακτηρίζεται από:

Αυξάνονται έλλειμμα-χρέος

* Ενα σταθερά διευρυνόμενο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό που συσσωρεύεται εδώ και τρεις μήνες λόγω της υστέρησης των φοροεσόδων, της αδυναμίας να ελεγχθούν οι δαπάνες και της απόλυτης πλέον ανάγκης να βρεθούν πόροι για να γίνει δυνατή η απορρόφηση του Γ' ΚΠΣ. Και μόνο η φοροδιαφυγή που σχετίζεται με τον ΦΠΑ υπολογίζεται ότι εξακολουθεί να κινείται στο επίπεδο του 2,5% - 3% του ΑΕΠ. Οι πρόσθετες ανάγκες, για τις οποίες θα πρέπει να βρεθεί «τρόπος» να κλείσουν, ξεπερνούν τα 3,5 - 4 δισ. ευρώ μέχρι τα μέσα Δεκέμβρη.

* Το δημόσιο χρέος από το 104% του ΑΕΠ θα έπρεπε να πέσει στο 100% του τρέχοντος ΑΕΠ, δηλαδή στα 195 δισ. ευρώ. Αυτό θα έδινε τη δυνατότητα -αν πραγματικά περιοριζόταν το έλλειμμα- να δανειστεί φέτος το ελληνικό δημόσιο όχι περισσότερα από 32 - 33 δισ. ευρώ. Ο δανεισμός έχει ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ και η φυσιολογική ροή του για την κάλυψη των ανελαστικών αναγκών διαμορφώνει προβλέψεις για δάνεια πάνω από 38 - 39 δισ. ευρώ.

* Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, δηλαδή, ο «καθρέφτης» κάθε οικονομίας αφού αποτυπώνει τι συνολικά παράγει και τι καταναλώνει, το 2006 ξεπέρασε το 12% του ΑΕΠ και φέτος στην καλύτερη περίπτωση θα συγκρατηθεί στο 11,5%, «χρωματίζοντας» την ελληνική οικονομία με τα χαρακτηριστικά της Αργεντινής λίγο πριν από τη χρεωκοπία, από την οποία δεν κινδυνεύει βέβαια η Ελλάδα λόγω του ευρώ...

* Το μέγα «θαύμα» των Ολυμπιακών Αγώνων έχει καταλήξει σε μία περίπου... μηδενική αύξηση της ροής του τουριστικού ρεύματος στην Ελλάδα όσον αφορά την εισροή τουριστικού συναλλάγματος, με αποτέλεσμα η ισχυρότερη «βιομηχανία» της ελληνικής οικονομίας να κάνει σημειωτόν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, κατά το Α' εξάμηνο του 2007, οι εισπράξεις από το τουριστικό συνάλλαγμα έφθασαν τα 3,4 δισ. ευρώ έναντι 3,35 δισ. ευρώ, το αντίστοιχο διάστημα του 2006. Η μέση κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη βαίνει μειούμενη σταθερά.

* Το σημαντικότερο όμως όλων είναι ότι η πολιτική της κυβέρνησης στα ακίνητα (αύξηση φόρων και αντικειμενικών αξιών) απειλεί να «κόψει» ένα από σημαντικότερα εργαλεία στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης και μάλιστα σε συνθήκες που η διεθνής κρίση από τη μία πλευρά και ο βαρυφορτωμένος με χρέη προϋπολογισμός των νοικοκυριών από την άλλη αρχίζουν να «φρενάρουν» την κατανάλωση στην οποία στηρίζεται το 70% του ελληνικού ΑΕΠ. Αν σε αυτά προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι η παρατεταμένη πιστωτική κρίση «παγώνει» την επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων, τότε το ενδεχόμενο μιας απότομης κάμψης στην οικονομική δραστηριότητα τινάζει στον αέρα κάθε υπόσχεση για μείωση της ανεργίας.

Αυτά τα στοιχεία αποτελούν τη βάση του Προϋπολογισμού που ετοιμάζει αλλά δεν θέλει να αποκαλύψει προεκλογικά η κυβέρνηση, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε -όπως άλλωστε και η αντιπολίτευση -να δηλώσει το πώς θα τα αντιμετωπίσει: από πού θα κόψει δαπάνες και από πού θα εισπράξει φόρους.

Το άρθρο του δημοσιογράφου Γιάννη Αγγέλη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία το Σάββατο 25-8-2007.