Showing posts with label Ευρωεκλογές 2009. Show all posts
Showing posts with label Ευρωεκλογές 2009. Show all posts
Thursday, June 18, 2009
Οι ευθύνες της γενιάς των 700 ευρώ. Mια συνέντευξη που δεν χαϊδεύει αυτιά.
Πόσο βολεμένη και απαθής είναι η γενιά των 700 ευρώ; Γιατί απείχε μαζικά από τις ευρωεκλογές; Τι λέει αυτό για τους σημερινούς νέους, τη συμμετοχή τους στα κοινά και τη στάση τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα; Η G700 θέτει τη γενιά των 700 ευρώ προ προ των ατομικών και συλλογικών της ευθυνών σε μία ραδιοφωνική συνέντευξη που δεν χαϊδεύει αυτιά. Μιλάει για την αποχή, τη νοοτροπία του φραπέ, τους βολεψάκηδες και τους χλιδάνεργους. Στηλιτεύει παράλληλα το λαϊκισμό των κομμάτων και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και αναδεικνύει τη σοβαρότητα του θεσμικού τους ρόλου. Περιγράφει το δύσκολο εργασιακό περιβάλλον στο οποίο η πλειοψηφία των νέων εργαζόμενων καλείται να αναπτύξει τη δημιουργικότητά της και τις φιλοδοξίες της. Σχολιάζει τα Δεκεμβριανά, που γρήγορα ξεχάστηκαν, και θέτει στο τραπέζι το επιτακτικό διαχρονικό αίτημα για διαγενεακή δικαιοσύνη. Καλεί τους νέους να δράσουν για να μη ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους. Η G700 στον καλεσμένο του Σαββάτου στον Alpha Radio με τον Μπάμπη Παπαναγιώτου. Διάρκεια εκπομπής 50'.
Monday, June 15, 2009
Γιατί έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ;
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που διεξάγονται μετά τις ευρωεκλογές αφορά στους λόγους για τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δεν πέτυχε το φιλόδοξο στόχο που ο ίδιος έθεσε να βγει τρίτο κόμμα, αλλά συρρικνώθηκε σε σχέση και με τις ευρωεκλογές του 2004. Καταρχάς θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι κανείς από τη G700 δεν ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου, παρότι τόσο στις ευρωεκλογές του 2004 και τις προηγούμενες εθνικές εκλογές (2007) αρκετά ιδρυτικά μέλη της οργάνωσής μας είχαν υποστηρίξει εκλογικά το Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Υπάρχει λόγος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ επιχείρησε αρχικά να εμφανιστεί ως ένα αντισυστημικό κόμμα που στόχο είχε την αναδιάρθρωση και αναγέννηση του πολιτικού και κομματικού σκηνικού, μπολιάζοντάς το με νέα πρόσωπα και μία νέα ιδεολογική και προγραμματική ατζέντα (νέα μεταπολίτευση), κατέληξε όπως πολύ σωστά το έθεσε ο πολιτικός επιστήμονας κ. Γιάννης Βούλγαρης σε πρόσφατο άρθρο του στα Νέα, να θεωρείται μέτοχος του ιστορικού καρτέλ των μεταπολιτευτικών κομμάτων. Ενώ κατήγγειλε το δικομματισμό των μεγάλων, μαζί με το ΚΚΕ αποτέλεσε βασικό πυλώνα του λεγόμενου δικομματισμού των μικρών. Μιας άτυπης συμμαχίας του «όχι σε όλα».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ διέκοψε βίαια την ευρωπαϊκή του παράδοση, γεγονός που αποτελεί αυτοκτονία ιστορικού μεγέθους αλλά και μέγα τακτικό λάθος, υπό την έννοια ότι αγνόησε με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο όσους προέρχονται ή αναφέρονται στη συγκεκριμένη παράδοση. Ποια είναι αυτή; Μα, η ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας και η νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής ιδέας στον προοδευτικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, κάλεσε τη γενιά των 700 ευρώ, που σημειωτέον στην πλειονότητά της οραματίζεται την Ελλάδα σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, να ψηφίσει την κ. Ελένη Σωτηρίου, εκπρόσωπο της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδος (ΚΟΕ), για «να παλέψει να διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) από τα μέσα». Η γενιά των 700 ευρώ όμως, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, αγνόησε επιδεικτικά αυτή την πρόταση, είτε ψηφίζοντας «άλλο» είτε πηγαίνοντας για καφέ.
Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι στο παρελθόν υπήρξε φυτώριο καινοτόμων ιδεών (πχ Οικολογικό ζήτημα), τα τελευταία χρόνια σνόμπαρε ορισμένα νέα θεμελιώδη κοινωνικά ζητήματα, όπως το Διαγενεακό, προβάλλοντας με μονομανία το ταξικό. Είναι χαρακτηριστική η εμμονή με την κοινωνία των 700 ευρώ, αντί για τη γενιά των 700 ευρώ. Έτσι όμως, υπέταξε ένα ζήτημα που αφορά εξίσου, αν όχι πρωταρχικά, τις γενεακές ισορροπίες, στα όρια μιας mainstream αριστερής ανάλυσης. Ισοπέδωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σύγχρονη πολυπλοκότητα της κοινωνίας μας, περιορίζοντας τις κοινωνικές διεκδικήσεις στο στενό κορσέ της παραδοσιακής ταξικής πάλης. Κατέληξε ως ήταν αναμενόμενο να εμφανίζεται σαν κόμμα αριστερίστικης διαμαρτυρίας και όχι σαν χώρος παραγωγής νέων προοδευτικών ιδεών στο σύγχρονο πολύπλοκο οικονομικό και δημογραφικό περιβάλλον.
Τρίτον, κι αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο στην εκλογική του επίδοση, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως παράγοντας υποβάθμισης της μετα-μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, την ώρα που απαιτούνταν νέοι αγώνες για την αναβάθμισή της. Η γενική αίσθηση των πολιτών, καλώς ή κακώς, δικαίως ή αδίκως, είναι ότι πριμοδότησε έμμεσα τη βία και τον αποκλεισμό του δημόσιου χώρου, κλείνοντας πονηρά το μάτι σε ακραία στοιχεία, θεωρώντας ότι αυτά εκπροσωπούν πιο γνήσια το λαϊκό κίνημα.
Τέταρτον, λοξοκοιτώντας διαρκώς προς τα αριστερά και απορρίπτοντας παράλληλα τη συνεργασία με άλλα κόμματα πλην του Κομμουνιστικού, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σε καρικατούρα του ΚΚΕ. Ένα κόμμα generic που εφόσον δε στοχεύει να επηρεάσει το περιεχόμενο της εξουσίας, οι πολίτες του γυρίζουν την πλάτη διότι δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία τόση, όση απαιτείται για να παίξει το ρόλο συνδιαμορφωτή της δημόσιας ατζέντας προς το καλύτερο.
Τέλος, είναι προφανές ότι ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς διάβασε λάθος την ιστορική φάση και ανέγνωσε επιπόλαια την κοινωνία. Το κυρίαρχο κοινωνικό αίτημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι μεν αριστερό, οι πολίτες ζητούν περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και οικονομική ασφάλεια, ωστόσο τίποτα δε μας δείχνει ότι η υπέρβαση του καπιταλισμού βρίσκεται προ των πυλών. Ο μέσος πολίτης συνεχίζει να είναι ο ανυπόμονος καταναλωτής που έχει αφήσει τις όποιες ιδεολογικές ανησυχίες στο αυτοκίνητό του, λίγο πριν μπει μέσα στο Mall για ψώνια. Κατά συνέπεια, τίποτα δε συνηγορεί υπέρ μίας στροφής προς τα άκρα. Αντιθέτως, το διάχυτο αίτημα για περισσότερη ασφάλεια και μεγαλύτερη βεβαιότητα στις ζωές όλων συνηγορεί υπέρ της στροφής προς το κέντρο και επιβάλλει το πλαγιοκόπημα του δικομματισμού με αιχμηρές, καθαρές πρακτικές και εφαρμόσιμες απόψεις.
Κατά την ταπεινή μας άποψη ο χώρος της εκτός Κομμουνιστικού Κόμματος Αριστεράς, είναι χώρος που παραδοσιακά φέρνει μέσα του το σπόρο της ανανέωσης, της ιδεολογικής φρεσκάδας, της ανατροπής. Ένας χώρος πλουραλιστικός και όχι μονολιθικός, ικανός να συνδυάζει το σοσιαλισμό με τη δημοκρατία και τον κοινωνικό και πολιτικό φιλελευθερισμό. Να μπολιάζει τη δημόσια ατζέντα με νέα ζητήματα. Να στηλιτεύει το λαϊκισμό των σοσιαλδημοκρατών, να ελέγχει την εξουσία και να επηρεάζει το περιεχόμενο της. Να συγκρούεται με κατεστημένες νοοτροπίες, όπως για παράδειγμα το έπραξε υψώνοντας ανάστημα στο συνδικαλιστικό κατεστημένο του ΜΕΤΡΟ που ήθελε να στερήσει ένα συλλογικό αγαθό από τους πολίτες της Αθήνας ή αντίστοιχα στα συμφέροντα που εννοούν την ανάπλαση του Βοτανικού ως οικοδόμηση εμπορικών κέντρων πολλών χιλιάδων τετραγωνικών με «ολίγο» πράσινο.
Συνεπώς για να διευρύνει την εκλογική του απήχηση στο κοινωνικό σώμα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κάνει ριζικό ρεκτιφιέ. Κυρίως, να μετατραπεί από κόμμα που δίνει ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής χρησιμοποιώντας παλαιομαρξιστική φρασεολογία, σε κόμμα που αντιμάχεται τη στασιμότητα που παράγει το σημερινό μεταπολιτευτικό status quo. Να δείξει διάθεση σύγκρουσης με κατεστημένες νοοτροπίες όπου και αν αυτές βρίσκονται και διάθεση ειλικρινούς συνεργασίας όπου απαιτείται. Χωρίς ενδοιασμούς.
Υπάρχει λόγος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ επιχείρησε αρχικά να εμφανιστεί ως ένα αντισυστημικό κόμμα που στόχο είχε την αναδιάρθρωση και αναγέννηση του πολιτικού και κομματικού σκηνικού, μπολιάζοντάς το με νέα πρόσωπα και μία νέα ιδεολογική και προγραμματική ατζέντα (νέα μεταπολίτευση), κατέληξε όπως πολύ σωστά το έθεσε ο πολιτικός επιστήμονας κ. Γιάννης Βούλγαρης σε πρόσφατο άρθρο του στα Νέα, να θεωρείται μέτοχος του ιστορικού καρτέλ των μεταπολιτευτικών κομμάτων. Ενώ κατήγγειλε το δικομματισμό των μεγάλων, μαζί με το ΚΚΕ αποτέλεσε βασικό πυλώνα του λεγόμενου δικομματισμού των μικρών. Μιας άτυπης συμμαχίας του «όχι σε όλα».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ διέκοψε βίαια την ευρωπαϊκή του παράδοση, γεγονός που αποτελεί αυτοκτονία ιστορικού μεγέθους αλλά και μέγα τακτικό λάθος, υπό την έννοια ότι αγνόησε με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο όσους προέρχονται ή αναφέρονται στη συγκεκριμένη παράδοση. Ποια είναι αυτή; Μα, η ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Ελλάδας και η νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής ιδέας στον προοδευτικό χώρο. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, κάλεσε τη γενιά των 700 ευρώ, που σημειωτέον στην πλειονότητά της οραματίζεται την Ελλάδα σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, να ψηφίσει την κ. Ελένη Σωτηρίου, εκπρόσωπο της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδος (ΚΟΕ), για «να παλέψει να διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) από τα μέσα». Η γενιά των 700 ευρώ όμως, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, αγνόησε επιδεικτικά αυτή την πρόταση, είτε ψηφίζοντας «άλλο» είτε πηγαίνοντας για καφέ.
Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι στο παρελθόν υπήρξε φυτώριο καινοτόμων ιδεών (πχ Οικολογικό ζήτημα), τα τελευταία χρόνια σνόμπαρε ορισμένα νέα θεμελιώδη κοινωνικά ζητήματα, όπως το Διαγενεακό, προβάλλοντας με μονομανία το ταξικό. Είναι χαρακτηριστική η εμμονή με την κοινωνία των 700 ευρώ, αντί για τη γενιά των 700 ευρώ. Έτσι όμως, υπέταξε ένα ζήτημα που αφορά εξίσου, αν όχι πρωταρχικά, τις γενεακές ισορροπίες, στα όρια μιας mainstream αριστερής ανάλυσης. Ισοπέδωσε κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σύγχρονη πολυπλοκότητα της κοινωνίας μας, περιορίζοντας τις κοινωνικές διεκδικήσεις στο στενό κορσέ της παραδοσιακής ταξικής πάλης. Κατέληξε ως ήταν αναμενόμενο να εμφανίζεται σαν κόμμα αριστερίστικης διαμαρτυρίας και όχι σαν χώρος παραγωγής νέων προοδευτικών ιδεών στο σύγχρονο πολύπλοκο οικονομικό και δημογραφικό περιβάλλον.
Τρίτον, κι αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο στην εκλογική του επίδοση, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως παράγοντας υποβάθμισης της μετα-μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, την ώρα που απαιτούνταν νέοι αγώνες για την αναβάθμισή της. Η γενική αίσθηση των πολιτών, καλώς ή κακώς, δικαίως ή αδίκως, είναι ότι πριμοδότησε έμμεσα τη βία και τον αποκλεισμό του δημόσιου χώρου, κλείνοντας πονηρά το μάτι σε ακραία στοιχεία, θεωρώντας ότι αυτά εκπροσωπούν πιο γνήσια το λαϊκό κίνημα.
Τέταρτον, λοξοκοιτώντας διαρκώς προς τα αριστερά και απορρίπτοντας παράλληλα τη συνεργασία με άλλα κόμματα πλην του Κομμουνιστικού, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σε καρικατούρα του ΚΚΕ. Ένα κόμμα generic που εφόσον δε στοχεύει να επηρεάσει το περιεχόμενο της εξουσίας, οι πολίτες του γυρίζουν την πλάτη διότι δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία τόση, όση απαιτείται για να παίξει το ρόλο συνδιαμορφωτή της δημόσιας ατζέντας προς το καλύτερο.
Τέλος, είναι προφανές ότι ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς διάβασε λάθος την ιστορική φάση και ανέγνωσε επιπόλαια την κοινωνία. Το κυρίαρχο κοινωνικό αίτημα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι μεν αριστερό, οι πολίτες ζητούν περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και οικονομική ασφάλεια, ωστόσο τίποτα δε μας δείχνει ότι η υπέρβαση του καπιταλισμού βρίσκεται προ των πυλών. Ο μέσος πολίτης συνεχίζει να είναι ο ανυπόμονος καταναλωτής που έχει αφήσει τις όποιες ιδεολογικές ανησυχίες στο αυτοκίνητό του, λίγο πριν μπει μέσα στο Mall για ψώνια. Κατά συνέπεια, τίποτα δε συνηγορεί υπέρ μίας στροφής προς τα άκρα. Αντιθέτως, το διάχυτο αίτημα για περισσότερη ασφάλεια και μεγαλύτερη βεβαιότητα στις ζωές όλων συνηγορεί υπέρ της στροφής προς το κέντρο και επιβάλλει το πλαγιοκόπημα του δικομματισμού με αιχμηρές, καθαρές πρακτικές και εφαρμόσιμες απόψεις.
Κατά την ταπεινή μας άποψη ο χώρος της εκτός Κομμουνιστικού Κόμματος Αριστεράς, είναι χώρος που παραδοσιακά φέρνει μέσα του το σπόρο της ανανέωσης, της ιδεολογικής φρεσκάδας, της ανατροπής. Ένας χώρος πλουραλιστικός και όχι μονολιθικός, ικανός να συνδυάζει το σοσιαλισμό με τη δημοκρατία και τον κοινωνικό και πολιτικό φιλελευθερισμό. Να μπολιάζει τη δημόσια ατζέντα με νέα ζητήματα. Να στηλιτεύει το λαϊκισμό των σοσιαλδημοκρατών, να ελέγχει την εξουσία και να επηρεάζει το περιεχόμενο της. Να συγκρούεται με κατεστημένες νοοτροπίες, όπως για παράδειγμα το έπραξε υψώνοντας ανάστημα στο συνδικαλιστικό κατεστημένο του ΜΕΤΡΟ που ήθελε να στερήσει ένα συλλογικό αγαθό από τους πολίτες της Αθήνας ή αντίστοιχα στα συμφέροντα που εννοούν την ανάπλαση του Βοτανικού ως οικοδόμηση εμπορικών κέντρων πολλών χιλιάδων τετραγωνικών με «ολίγο» πράσινο.
Συνεπώς για να διευρύνει την εκλογική του απήχηση στο κοινωνικό σώμα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κάνει ριζικό ρεκτιφιέ. Κυρίως, να μετατραπεί από κόμμα που δίνει ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής χρησιμοποιώντας παλαιομαρξιστική φρασεολογία, σε κόμμα που αντιμάχεται τη στασιμότητα που παράγει το σημερινό μεταπολιτευτικό status quo. Να δείξει διάθεση σύγκρουσης με κατεστημένες νοοτροπίες όπου και αν αυτές βρίσκονται και διάθεση ειλικρινούς συνεργασίας όπου απαιτείται. Χωρίς ενδοιασμούς.
Friday, June 12, 2009
Όποιος σπέρνει εθελοτυφλία, θερίζει εξτρεμισμό
Της Alice Miles*
Denial is opening the door to the extremists
© London Times
Μετάφραση από την ομάδα του PPOL
Η κυρία με το περιποιημένο χτένισμα και τους ευγενείς τρόπους δεν διστάζει να εκφράσει την υποστήριξή της προς το «βρετανικό εθνικό κόμμα» (BNP), διότι, όπως λέει «είναι ένα κόμμα διαφορετικό, που νοιάζεται για το λαό, για μας, τους απλούς Βρετανούς... Αυτό είναι όλο». Παρ' όλα αυτά δεν πρόκειται να το ψηφίσει, καθώς θυμάται πόσο στιγματίστηκε η μητέρα της που υποστήριζε το κομμουνιστικό κόμμα. «Φοβάμαι πως ο κόσμος θα μου λέει "μα τι πήγες και ψήφισες; Είσαι ρατσίστρια". Αλλά εγώ δεν είμαι ρατσίστρια!».
Ο υποψήφιος του BNP της λέει πως «υπάρχει μια ένωση έγχρωμων αστυνομικών, που δε δέχεται λευκά μέλη». Δύσκολα θα φανταζόμουν ένα τέτοιο σχόλιο σε αυτήν την καλοβαλμένη γωνιά της νότιας Αγγλίας, όπου το 97% των κατοίκων είναι Βρετανοί υπήκοοι, το 90% κατοικούν σε ιδιόκτητη στέγη και η εγκληματικότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή (2.1 διαρρήξεις ανά χίλια νοικοκυριά, έναντι 13.8 που είναι ο εθνικός μέσος όρος).
Ο Πολ Κολ (Paul Cole) είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του BNP στο δυτικό Σάσεξ, ένας από τους τέσσερις που «κατεβάζει» το κόμμα στο Μπόγκνορ Ρίτζις. Είναι ένας παράξενος τύπος που όταν του πήρα συνέντευξη δε μου διευκρίνισε σαφώς με τι ασχολείται (μου μίλησε για γλωσσολογία, πολιτική ανάλυση και διδασκαλία). Επίσης κάποια στιγμή άφησε να εννοηθεί πως δε θα ήθελε να δημοσιευτεί το όνομά του, διότι η δημοσιότητα «θα του έφερνε μπελάδες». «Μα το όνομά σου έχει δημοσιευτεί ήδη, στους καταλόγους με τους υποψήφιους του ΒΝΡ» του θύμισα. «Αυτό που πρέπει να μείνει στον αναγνώστη», αντέτεινε, «είναι πως δεν είμαι ένας ακόμα πολιτικάντης, αλλά ένας οργισμένος ψηφοφόρος». Λες για να αποδείξει την αξιοπιστία των λεγομένων του, δεν ήταν σε θέση να μου πει τη θέση του ΒΝΡ για το ασφαλιστικό κι όταν το ρώτησα αν εννοεί πράγματι, όπως λέει το κόμμα του «να βάλει μια τελεία στη μετανάστευση», χωρίς εξαιρέσεις, παραδέχτηκε πρόθυμα πως δεν θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο.
«Έχεις ακούσει ποτέ σου τον Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) να μιλάει για μετανάστευση;» ρωτάει ο παράξενος υποψήφιος στην κυρία με την κομμουνίστρια μητέρα. «Κι όμως, δεν είναι ένα θέμα που σε απασχολεί;» «Πράγματι», απαντά η κυρία, «έχει πολλούς ξένους εδώ πέρα». Παίρνει ένα φυλλάδιο του ΒΝΡ και υπόσχεται ευγενικά πως θα το διαβάσει προσεκτικά.
Έτσι μπαίνει το BNP στα σπίτια, σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν διατάζει κανένα, προσκαλεί ευγενικά όποιον θέλει να το ακολουθήσει. Ακόμα κι αν τσακώθηκαν μαζί μου, σε μια περιφέρεια όπου ίσως περίμεναν θερμότερη υποδοχή -το μέρος που μένω είναι γνωστό στην περιοχή ως προπύργιο του «κόμματος ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου» (UKIP)- κατά τα άλλα οι τύποι του BNP περιφέρονταν στη γειτονιά σαν το ψάρι στο νερό. «Τουλάχιστο εσείς αγαπάτε τη Βρετανία», άκουγα όλη την ώρα από τους γείτονές μου, ηλιοκαμένους συνταξιούχους που καλοδέχονταν τα μέλη του BNP στητοί εμπρός στην αυλόπορτά τους, καταμεσής σε αψεγάδιαστες πρασιές, με παπάκια από πορσελάνη να φωλιάζουν δίπλα σε πλακόστρωτα δρομάκια... «Τουλάχιστο εσείς είστε δίπλα μας... Το σωστό να λέγεται».
Τι πήγε λάθος στο Μπόγκνορ, που στις εκλογές του 2007 το BNP ξεπέρασε τους Εργατικούς σε ένα διαμέρισμα και που στις φετινές τοπικές εκλογές το BNP διεκδικεί τη νίκη και στα τέσσερα διαμερίσματα της πόλης; Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η πόλη κατοικείται κατά 95% από λευκούς Βρετανούς. Όμως, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας, αυτοί οι αριθμοί έχουν ξεπεραστεί πλήρως. Την τελευταία πενταετία οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν κατακλυσθεί από μία πλημμυρίδα από Πολωνούς, Λετονούς και Λιθουανούς -που δεν εμφανίζονται ακόμα στα επίσημα στοιχεία. Οι αρχές εκτιμούνε πως στην πόλη από το 2004 έχουν εγκατασταθεί 5,000 μόνιμοι ανατολικοευρωπαίοι κάτοικοι, εκ των οποίων 70% Πολωνοί, σε σύνολο 146,000 -ένας αριθμός πάντως που δεν μοιάζει τόσο τρομερός.
«Σήμερα μου συνέβη κάτι καταπληκτικό», αστειευόταν τις προάλλες ένας γνωστός μου. «Κατέβηκα στο Μπόγκορ και συνάντησα κι άλλον ένα Βρετανό!».
Η οργή των ψηφοφόρων για τις δαπάνες των βουλευτών συγχωνεύτηκε με την αγανάκτησή τους για τις συντάξεις, τη στέγαση ή την ανεργία και μετατράπηκε σε μία αγανάκτηση ενάντια στους ξένους. Όταν συναντούσε τους υποψηφίους ψηφοφόρους του στις αυλόπορτες, ο κ. Κολ έσταζε συμπάθεια: ένας σοβατζής του έλεγε πως για να βγάλει μεροκάματο αναγκάζεται να παίρνει το αυτοκίνητό του καθημερινά στις 5 τα χαράματα και να κατεβαίνει στο Λονδίνο, όπου αναγκάζεται να ανταγωνιστεί με Πολωνούς μάστορες που ζητούν μεροκάματο 25 λίρες (18 ευρώ). Αλλά αυτοί οι Πολωνοί δεν πληρώνουν δημοτικούς φόρους, έτσι δεν είναι;
Πολλοί θα βιαστούν να χαρακτηρίσουν τις ψήφους υπέρ του UKIP ή του BNP στις ευρωεκλογές ως ψήφο διαμαρτυρίας για τους απατεωνίσκους του Ουέστμινστερ, αλλά στην ουσία θα είναι ψήφος αγανάκτησης για την παρουσία τόσων μεταναστών, σε δύσκολους οικονομικά καιρούς. Όπως το βλέπουν χιλιάδες ψηφοφόροι, μία δράκα τσαρλατάνων (βουλευτών) βάζουν χέρι στους κόπους μιας ζωής των σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων (των ψηφοφόρων) για να δώσουν τα λεφτά στους Πολωνούς (τους ξένους).
«Μισώ αυτό που γίνεται», μου έλεγε ένας τύπος. «Όλα όσα έχουμε δώσει για αυτή τη χώρα πάνε χαμένα... Λες και τα στέλναμε στο Τομπουκτού».
«Ξέρω πως ακούγεται τρομερά ρατσιστικό», μου έλεγε ένας άλλος, «αλλά αν πάρω ένα φορτηγό, δέσω ένα σεντόνι γύρω μου και βάλω κι ένα τουρμπάνι στο κεφάλι μου, θα πιάσω την καλή»
Στις 30 πόρτες που χτύπησαν εκείνο το πρωί τα μέλη του BNP, οι μισοί αρνήθηκαν να πουν τι θα ψηφίσουν, ενώ 12 υποσχέθηκαν να ψηφίσουν το BNP (που πάντως πολλοί συνέχεαν με το UKIP). Κανείς δεν δήλωσε πως θα ψήφιζε τους Συντηρητικούς, και μόνο ένας τους Εργατικούς.
Σύμφωνα με μία μελέτη που δημοσιοποίησε την περασμένη εβδομάδα η αριστερίζουσα δεξαμενή σκέψης «Public Policy Research», το σκάνδαλο των δαπανών των βουλευτών, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια για την πορεία της οικονομίας, ευνοούν ακραία κόμματα σαν το BNP. «Η αίσθηση ταυτότητας των πολιτών έχει αφεθεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αρνητικό εθνικισμό», επισημαίνει η μελέτη. Αν και ο κ. Κολ δεν έκανε και πολλά για να «εκμεταλλευτεί» τους ψηφοφόρους: απλά έδρεψε τους καρπούς της αποξένωσης, που καλλιεργούσε εδώ και χρόνια το πολιτικό σύστημα. Οι άνθρωποι ήξεραν καλά τι πίστευαν, απλά δίσταζαν να εκφραστούν, από φόβο μην τους κατηγορήσουν ως ρατσιστές.
Εκείνη τη Δευτέρα, τα μέλη του ΒΝΡ που όργωσαν τη γειτονιά μου δεν ήταν ακραίοι σκίνχεντ. Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να κλείνουμε τα αυτιά μας προσποιούμενοι πως οι μέσοι Βρετανοί δεν πιστεύουν τέτοια πράγματα. Αντί γι' αυτό, όπως επιμένει ο Εργατικός βουλευτής Τζον Κρούντας (Jon Cruddas) που πολέμησε ανοικτά το BNP στην εκλογική του περιφέρεια, οι πολιτικοί ηγέτες των μεγάλων κομμάτων είναι πλέον αναγκασμένοι να μιλήσουν ανοικτά για θέματα όπως η φτώχεια, η μετανάστευση και η φυλετική καταγωγή. Όσο συνεχίζουμε να διαγκωνιζόμαστε ευγενικά για το κέντρο, τόσο το πεδίο μένει ελεύθερο για τους ακραίους.
*Η Alice Miles είναι επιφυλλιδογράφος των «Times» του Λονδίνου
Denial is opening the door to the extremists
© London Times
Μετάφραση από την ομάδα του PPOL
Η κυρία με το περιποιημένο χτένισμα και τους ευγενείς τρόπους δεν διστάζει να εκφράσει την υποστήριξή της προς το «βρετανικό εθνικό κόμμα» (BNP), διότι, όπως λέει «είναι ένα κόμμα διαφορετικό, που νοιάζεται για το λαό, για μας, τους απλούς Βρετανούς... Αυτό είναι όλο». Παρ' όλα αυτά δεν πρόκειται να το ψηφίσει, καθώς θυμάται πόσο στιγματίστηκε η μητέρα της που υποστήριζε το κομμουνιστικό κόμμα. «Φοβάμαι πως ο κόσμος θα μου λέει "μα τι πήγες και ψήφισες; Είσαι ρατσίστρια". Αλλά εγώ δεν είμαι ρατσίστρια!».
Ο υποψήφιος του BNP της λέει πως «υπάρχει μια ένωση έγχρωμων αστυνομικών, που δε δέχεται λευκά μέλη». Δύσκολα θα φανταζόμουν ένα τέτοιο σχόλιο σε αυτήν την καλοβαλμένη γωνιά της νότιας Αγγλίας, όπου το 97% των κατοίκων είναι Βρετανοί υπήκοοι, το 90% κατοικούν σε ιδιόκτητη στέγη και η εγκληματικότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή (2.1 διαρρήξεις ανά χίλια νοικοκυριά, έναντι 13.8 που είναι ο εθνικός μέσος όρος).
Ο Πολ Κολ (Paul Cole) είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του BNP στο δυτικό Σάσεξ, ένας από τους τέσσερις που «κατεβάζει» το κόμμα στο Μπόγκνορ Ρίτζις. Είναι ένας παράξενος τύπος που όταν του πήρα συνέντευξη δε μου διευκρίνισε σαφώς με τι ασχολείται (μου μίλησε για γλωσσολογία, πολιτική ανάλυση και διδασκαλία). Επίσης κάποια στιγμή άφησε να εννοηθεί πως δε θα ήθελε να δημοσιευτεί το όνομά του, διότι η δημοσιότητα «θα του έφερνε μπελάδες». «Μα το όνομά σου έχει δημοσιευτεί ήδη, στους καταλόγους με τους υποψήφιους του ΒΝΡ» του θύμισα. «Αυτό που πρέπει να μείνει στον αναγνώστη», αντέτεινε, «είναι πως δεν είμαι ένας ακόμα πολιτικάντης, αλλά ένας οργισμένος ψηφοφόρος». Λες για να αποδείξει την αξιοπιστία των λεγομένων του, δεν ήταν σε θέση να μου πει τη θέση του ΒΝΡ για το ασφαλιστικό κι όταν το ρώτησα αν εννοεί πράγματι, όπως λέει το κόμμα του «να βάλει μια τελεία στη μετανάστευση», χωρίς εξαιρέσεις, παραδέχτηκε πρόθυμα πως δεν θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο.
«Έχεις ακούσει ποτέ σου τον Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) να μιλάει για μετανάστευση;» ρωτάει ο παράξενος υποψήφιος στην κυρία με την κομμουνίστρια μητέρα. «Κι όμως, δεν είναι ένα θέμα που σε απασχολεί;» «Πράγματι», απαντά η κυρία, «έχει πολλούς ξένους εδώ πέρα». Παίρνει ένα φυλλάδιο του ΒΝΡ και υπόσχεται ευγενικά πως θα το διαβάσει προσεκτικά.
Έτσι μπαίνει το BNP στα σπίτια, σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν διατάζει κανένα, προσκαλεί ευγενικά όποιον θέλει να το ακολουθήσει. Ακόμα κι αν τσακώθηκαν μαζί μου, σε μια περιφέρεια όπου ίσως περίμεναν θερμότερη υποδοχή -το μέρος που μένω είναι γνωστό στην περιοχή ως προπύργιο του «κόμματος ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου» (UKIP)- κατά τα άλλα οι τύποι του BNP περιφέρονταν στη γειτονιά σαν το ψάρι στο νερό. «Τουλάχιστο εσείς αγαπάτε τη Βρετανία», άκουγα όλη την ώρα από τους γείτονές μου, ηλιοκαμένους συνταξιούχους που καλοδέχονταν τα μέλη του BNP στητοί εμπρός στην αυλόπορτά τους, καταμεσής σε αψεγάδιαστες πρασιές, με παπάκια από πορσελάνη να φωλιάζουν δίπλα σε πλακόστρωτα δρομάκια... «Τουλάχιστο εσείς είστε δίπλα μας... Το σωστό να λέγεται».
Τι πήγε λάθος στο Μπόγκνορ, που στις εκλογές του 2007 το BNP ξεπέρασε τους Εργατικούς σε ένα διαμέρισμα και που στις φετινές τοπικές εκλογές το BNP διεκδικεί τη νίκη και στα τέσσερα διαμερίσματα της πόλης; Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η πόλη κατοικείται κατά 95% από λευκούς Βρετανούς. Όμως, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας, αυτοί οι αριθμοί έχουν ξεπεραστεί πλήρως. Την τελευταία πενταετία οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν κατακλυσθεί από μία πλημμυρίδα από Πολωνούς, Λετονούς και Λιθουανούς -που δεν εμφανίζονται ακόμα στα επίσημα στοιχεία. Οι αρχές εκτιμούνε πως στην πόλη από το 2004 έχουν εγκατασταθεί 5,000 μόνιμοι ανατολικοευρωπαίοι κάτοικοι, εκ των οποίων 70% Πολωνοί, σε σύνολο 146,000 -ένας αριθμός πάντως που δεν μοιάζει τόσο τρομερός.
«Σήμερα μου συνέβη κάτι καταπληκτικό», αστειευόταν τις προάλλες ένας γνωστός μου. «Κατέβηκα στο Μπόγκορ και συνάντησα κι άλλον ένα Βρετανό!».
Η οργή των ψηφοφόρων για τις δαπάνες των βουλευτών συγχωνεύτηκε με την αγανάκτησή τους για τις συντάξεις, τη στέγαση ή την ανεργία και μετατράπηκε σε μία αγανάκτηση ενάντια στους ξένους. Όταν συναντούσε τους υποψηφίους ψηφοφόρους του στις αυλόπορτες, ο κ. Κολ έσταζε συμπάθεια: ένας σοβατζής του έλεγε πως για να βγάλει μεροκάματο αναγκάζεται να παίρνει το αυτοκίνητό του καθημερινά στις 5 τα χαράματα και να κατεβαίνει στο Λονδίνο, όπου αναγκάζεται να ανταγωνιστεί με Πολωνούς μάστορες που ζητούν μεροκάματο 25 λίρες (18 ευρώ). Αλλά αυτοί οι Πολωνοί δεν πληρώνουν δημοτικούς φόρους, έτσι δεν είναι;
Πολλοί θα βιαστούν να χαρακτηρίσουν τις ψήφους υπέρ του UKIP ή του BNP στις ευρωεκλογές ως ψήφο διαμαρτυρίας για τους απατεωνίσκους του Ουέστμινστερ, αλλά στην ουσία θα είναι ψήφος αγανάκτησης για την παρουσία τόσων μεταναστών, σε δύσκολους οικονομικά καιρούς. Όπως το βλέπουν χιλιάδες ψηφοφόροι, μία δράκα τσαρλατάνων (βουλευτών) βάζουν χέρι στους κόπους μιας ζωής των σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων (των ψηφοφόρων) για να δώσουν τα λεφτά στους Πολωνούς (τους ξένους).
«Μισώ αυτό που γίνεται», μου έλεγε ένας τύπος. «Όλα όσα έχουμε δώσει για αυτή τη χώρα πάνε χαμένα... Λες και τα στέλναμε στο Τομπουκτού».
«Ξέρω πως ακούγεται τρομερά ρατσιστικό», μου έλεγε ένας άλλος, «αλλά αν πάρω ένα φορτηγό, δέσω ένα σεντόνι γύρω μου και βάλω κι ένα τουρμπάνι στο κεφάλι μου, θα πιάσω την καλή»
Στις 30 πόρτες που χτύπησαν εκείνο το πρωί τα μέλη του BNP, οι μισοί αρνήθηκαν να πουν τι θα ψηφίσουν, ενώ 12 υποσχέθηκαν να ψηφίσουν το BNP (που πάντως πολλοί συνέχεαν με το UKIP). Κανείς δεν δήλωσε πως θα ψήφιζε τους Συντηρητικούς, και μόνο ένας τους Εργατικούς.
Σύμφωνα με μία μελέτη που δημοσιοποίησε την περασμένη εβδομάδα η αριστερίζουσα δεξαμενή σκέψης «Public Policy Research», το σκάνδαλο των δαπανών των βουλευτών, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια για την πορεία της οικονομίας, ευνοούν ακραία κόμματα σαν το BNP. «Η αίσθηση ταυτότητας των πολιτών έχει αφεθεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον αρνητικό εθνικισμό», επισημαίνει η μελέτη. Αν και ο κ. Κολ δεν έκανε και πολλά για να «εκμεταλλευτεί» τους ψηφοφόρους: απλά έδρεψε τους καρπούς της αποξένωσης, που καλλιεργούσε εδώ και χρόνια το πολιτικό σύστημα. Οι άνθρωποι ήξεραν καλά τι πίστευαν, απλά δίσταζαν να εκφραστούν, από φόβο μην τους κατηγορήσουν ως ρατσιστές.
Εκείνη τη Δευτέρα, τα μέλη του ΒΝΡ που όργωσαν τη γειτονιά μου δεν ήταν ακραίοι σκίνχεντ. Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να κλείνουμε τα αυτιά μας προσποιούμενοι πως οι μέσοι Βρετανοί δεν πιστεύουν τέτοια πράγματα. Αντί γι' αυτό, όπως επιμένει ο Εργατικός βουλευτής Τζον Κρούντας (Jon Cruddas) που πολέμησε ανοικτά το BNP στην εκλογική του περιφέρεια, οι πολιτικοί ηγέτες των μεγάλων κομμάτων είναι πλέον αναγκασμένοι να μιλήσουν ανοικτά για θέματα όπως η φτώχεια, η μετανάστευση και η φυλετική καταγωγή. Όσο συνεχίζουμε να διαγκωνιζόμαστε ευγενικά για το κέντρο, τόσο το πεδίο μένει ελεύθερο για τους ακραίους.
*Η Alice Miles είναι επιφυλλιδογράφος των «Times» του Λονδίνου
Wednesday, June 10, 2009
Οι ευρωκάλπες έβγαλαν «Χαμάς»
Εκτός από το μήνυμα της αποχής, η ευρωκάλπη έστειλε κι ένα άλλο ηχηρό μήνυμα. Έβγαλε «Χαμάς». Στις φετινές ευρωεκλογές οδηγήθηκαν με όρεξη στην κάλπη κυρίως όσοι διαθέτουν ισχυρές απόψεις και κίνητρο για να ψηφίσουν ακραία, φονταμενταλιστικά, ευρωσκεπτικιστικά, ξενοφοβικά ή λαϊκιστικά ακροδεξιά κόμματα.
Καθόλου τυχαία, χτες το απόγευμα, χρυσαυγίτες, ΜΑΤ και κάτοικοι της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα συνεπλάκησαν με ακτιβιστές της Αριστεράς, οι οποίοι επιχείρησαν να ανοίξουν την παιδική χαρά που έχουν κλειδώσει οι κάτοικοι με λουκέτα για να μην μπαίνουν μετανάστες. Το εκρηκτικό κοκτέιλ που δημιουργήθηκε στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα είναι ενδεικτικό της πραγματικότητας με την οποία βρίσκονται συχνά πυκνά αντιμέτωποι οι κάτοικοι των πόλεων σε όλες ανεξαιρέτως τις ευρωπαϊκές πόλεις.
Είδηση λοιπόν δεν είναι ότι στις τρεις μεγάλες χώρες (Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία) η κεντροαριστερά κατέρρευσε, κατακτώντας ή φλερτάροντας με την τρίτη θέση. Αυτό ήταν άλλωστε αναμενόμενο αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η κεντροδεξιά κέρδισε πάνω σε μια σοσιαλδημοκρατική, κεϋνσιανή, παρεμβατική πλατφόρμα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Ούτε είναι πρωτεύον το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα, ενισχύθηκαν οι Πράσινοι.
Είδηση αποτελεί το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες παγιώθηκε η παρουσία ευρωφοβικών ή ακροδεξιών σχημάτων. Ο ευρωπαϊκός ακροδεξιός πόλος, αποτελούμενος από πάσης φύσεως φονταμενταλιστές τύπου Χαμάς, αύξησε τις δυνάμεις του στην Ολλανδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μάλιστα, στη Βρετανία και την παραδοσιακά φιλευρωπαϊκή Ολλανδία έφτασε στη δεύτερη θέση. Στη Βουλγαρία παραμένει σε υψηλό διψήφιο ποσοστό. Στη Δανία το ευρωφοβικό Λαϊκό Δεξιό Κόμμα διπλασίασε τα ποσοστά του εκλέγοντας έναν ακόμη ευρωβουλευτή, το ίδιο και στην Ελλάδα όπου ο ακροδεξιός πυλώνας της συντηρητικής παράταξης, το ΛΑ.Ο.Σ, διπλασίασε τη δύναμή του.
Ανάμεσα στην αλληλεγγύη που οφείλουν να επιδείξουν προς το συνάνθρωπο και το φόβο που προκαλεί η αναγκαστική συγκατοίκηση με τις ορδές των εξαθλιωμένων, όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι επιλέγουν την ασφάλεια ενός «καλού» ακροδεξιού κόμματος.
Στη σημερινή συγκυρία οι ευρωφοβικοί και ακροδεξιοί αναδεικνύονται σε δύναμη ικανή να επηρεάσει την ατζέντα της επόμενης ημέρας. Το τελευταίο ισχύει και για την Ελλάδα, μία από τις έξι ευρωπαϊκές χώρες όπου κέρδισαν οι σοσιαλιστές. Στο δρόμο για τις εθνικές εκλογές, η πλειοψηφία που θα επιχειρήσουν να διαμορφώσουν τα δύο μεγάλα κόμματα θα κριθεί και από τα ζητήματα που θέτει στο δημόσιο διάλογο το ΛΑ.Ο.Σ.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, καλό είναι να μην υποβαθμίσουμε τη σημασία και αυτού του μηνύματος των ευρωεκλογών λόγω της ιστορικά χαμηλής συμμετοχής. Τα μηνύματα που στέλνονται δεν έχουν λιγότερη βαρύτητα εξαιτίας της αποχής. Διότι μπορεί η αποχή να παράγει μηνύματα, δεν παράγει όμως αποτελέσματα. Η συμμετοχή στις εκλογές αντιθέτως αναδεικνύει τάσεις και καθορίζει τη δημόσια ατζέντα, ακόμα και όταν απέχει ένας στους δύο.
Βαθμιαία λοιπόν, με την οικονομική κρίση μπροστά και τη δημόσια ανασφάλεια να αυξάνεται, υπάρχει ο κίνδυνος ο δημόσιος διάλογος να εγκλωβιστεί στο λόγο της ακροδεξιάς, η οποία ανακινεί τα ζητήματα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της μετανάστευσης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ξένων. Προφανώς, όλα αυτά είναι πολύ σοβαρά ζητήματα. Ωστόσο, χρησιμοποιούνται ως εύκολη λεία απέναντι στην κρίση.
Το φαινόμενο «Χαμάς» είναι εδώ και πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Πρόκειται για φονταμενταλιστικά, ξενοφοβικά ή ευρωσκεπτικιστικά κόμματα που εκμεταλλεύονται τα κοινωνικά αδιέξοδα συνθέτοντας τις πάσης φύσεως διακρίσεις με βάση το φύλο, το έθνος και τη θρησκεία σε καθαρό πολιτικό λόγο, o οποίος μάλιστα σερβίρεται με την επίκληση της «κοινής λογικής».
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε; Τη στιγμή που οι ευρωφοβικοί και οι ακροδεξιοί πλασάρουν εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα, οι Σοσιαλιστές και η Αριστερά όλων των αποχρώσεων –με πιθανή εξαίρεση τους Ευρωπαίους Πράσινους- σφυρίζουν κλέφτικα.
Τι έχουν να απαντήσουν στα πραγματικά προβλήματα των κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα, οι οποίοι έδωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό πανελλαδικά στο ΛΑΟΣ και έχουν φτάσει να υιοθετούν από απλά αμυντικές έως και ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους μετανάστες; Αναμασούν θρυλικά τσιτάτα που σήμερα ακούγονται γελοία.
Την ίδια ώρα η Δεξιά στην Ευρώπη, με κυβερνητικό κύρος και «υπευθυνότητα» σαν και αυτή του κ. Καραμανλή, ετοιμάζεται να ενσωματώσει στον πολιτικό της λόγο και το πολιτικό της προσωπικό, εκείνους που χθες ακούγονταν «ακραίοι».
Καθόλου τυχαία, χτες το απόγευμα, χρυσαυγίτες, ΜΑΤ και κάτοικοι της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα συνεπλάκησαν με ακτιβιστές της Αριστεράς, οι οποίοι επιχείρησαν να ανοίξουν την παιδική χαρά που έχουν κλειδώσει οι κάτοικοι με λουκέτα για να μην μπαίνουν μετανάστες. Το εκρηκτικό κοκτέιλ που δημιουργήθηκε στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα είναι ενδεικτικό της πραγματικότητας με την οποία βρίσκονται συχνά πυκνά αντιμέτωποι οι κάτοικοι των πόλεων σε όλες ανεξαιρέτως τις ευρωπαϊκές πόλεις.
Είδηση λοιπόν δεν είναι ότι στις τρεις μεγάλες χώρες (Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία) η κεντροαριστερά κατέρρευσε, κατακτώντας ή φλερτάροντας με την τρίτη θέση. Αυτό ήταν άλλωστε αναμενόμενο αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η κεντροδεξιά κέρδισε πάνω σε μια σοσιαλδημοκρατική, κεϋνσιανή, παρεμβατική πλατφόρμα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Ούτε είναι πρωτεύον το γεγονός ότι σε κάποιες χώρες, όπως στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα, ενισχύθηκαν οι Πράσινοι.
Είδηση αποτελεί το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες παγιώθηκε η παρουσία ευρωφοβικών ή ακροδεξιών σχημάτων. Ο ευρωπαϊκός ακροδεξιός πόλος, αποτελούμενος από πάσης φύσεως φονταμενταλιστές τύπου Χαμάς, αύξησε τις δυνάμεις του στην Ολλανδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μάλιστα, στη Βρετανία και την παραδοσιακά φιλευρωπαϊκή Ολλανδία έφτασε στη δεύτερη θέση. Στη Βουλγαρία παραμένει σε υψηλό διψήφιο ποσοστό. Στη Δανία το ευρωφοβικό Λαϊκό Δεξιό Κόμμα διπλασίασε τα ποσοστά του εκλέγοντας έναν ακόμη ευρωβουλευτή, το ίδιο και στην Ελλάδα όπου ο ακροδεξιός πυλώνας της συντηρητικής παράταξης, το ΛΑ.Ο.Σ, διπλασίασε τη δύναμή του.
Ανάμεσα στην αλληλεγγύη που οφείλουν να επιδείξουν προς το συνάνθρωπο και το φόβο που προκαλεί η αναγκαστική συγκατοίκηση με τις ορδές των εξαθλιωμένων, όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι επιλέγουν την ασφάλεια ενός «καλού» ακροδεξιού κόμματος.
Στη σημερινή συγκυρία οι ευρωφοβικοί και ακροδεξιοί αναδεικνύονται σε δύναμη ικανή να επηρεάσει την ατζέντα της επόμενης ημέρας. Το τελευταίο ισχύει και για την Ελλάδα, μία από τις έξι ευρωπαϊκές χώρες όπου κέρδισαν οι σοσιαλιστές. Στο δρόμο για τις εθνικές εκλογές, η πλειοψηφία που θα επιχειρήσουν να διαμορφώσουν τα δύο μεγάλα κόμματα θα κριθεί και από τα ζητήματα που θέτει στο δημόσιο διάλογο το ΛΑ.Ο.Σ.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, καλό είναι να μην υποβαθμίσουμε τη σημασία και αυτού του μηνύματος των ευρωεκλογών λόγω της ιστορικά χαμηλής συμμετοχής. Τα μηνύματα που στέλνονται δεν έχουν λιγότερη βαρύτητα εξαιτίας της αποχής. Διότι μπορεί η αποχή να παράγει μηνύματα, δεν παράγει όμως αποτελέσματα. Η συμμετοχή στις εκλογές αντιθέτως αναδεικνύει τάσεις και καθορίζει τη δημόσια ατζέντα, ακόμα και όταν απέχει ένας στους δύο.
Βαθμιαία λοιπόν, με την οικονομική κρίση μπροστά και τη δημόσια ανασφάλεια να αυξάνεται, υπάρχει ο κίνδυνος ο δημόσιος διάλογος να εγκλωβιστεί στο λόγο της ακροδεξιάς, η οποία ανακινεί τα ζητήματα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της μετανάστευσης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ξένων. Προφανώς, όλα αυτά είναι πολύ σοβαρά ζητήματα. Ωστόσο, χρησιμοποιούνται ως εύκολη λεία απέναντι στην κρίση.
Το φαινόμενο «Χαμάς» είναι εδώ και πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Πρόκειται για φονταμενταλιστικά, ξενοφοβικά ή ευρωσκεπτικιστικά κόμματα που εκμεταλλεύονται τα κοινωνικά αδιέξοδα συνθέτοντας τις πάσης φύσεως διακρίσεις με βάση το φύλο, το έθνος και τη θρησκεία σε καθαρό πολιτικό λόγο, o οποίος μάλιστα σερβίρεται με την επίκληση της «κοινής λογικής».
Το ερώτημα είναι τι κάνουμε; Τη στιγμή που οι ευρωφοβικοί και οι ακροδεξιοί πλασάρουν εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα προβλήματα, οι Σοσιαλιστές και η Αριστερά όλων των αποχρώσεων –με πιθανή εξαίρεση τους Ευρωπαίους Πράσινους- σφυρίζουν κλέφτικα.
Τι έχουν να απαντήσουν στα πραγματικά προβλήματα των κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα, οι οποίοι έδωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό πανελλαδικά στο ΛΑΟΣ και έχουν φτάσει να υιοθετούν από απλά αμυντικές έως και ρατσιστικές συμπεριφορές απέναντι στους μετανάστες; Αναμασούν θρυλικά τσιτάτα που σήμερα ακούγονται γελοία.
Την ίδια ώρα η Δεξιά στην Ευρώπη, με κυβερνητικό κύρος και «υπευθυνότητα» σαν και αυτή του κ. Καραμανλή, ετοιμάζεται να ενσωματώσει στον πολιτικό της λόγο και το πολιτικό της προσωπικό, εκείνους που χθες ακούγονταν «ακραίοι».
Monday, June 8, 2009
Η γενιά των 700 ευρώ ψήφισε "φραπέ"
Εάν την Παρασκευή το απόγευμα, όταν αναρτήσαμε το τελευταίο post με τίτλο "Η G700 ψηφίζει", ερχόταν κάποιος και μας έλεγε ότι η αποχή στις ευρωεκλογές θα φτάσει το 47%, πολύ απλά δεν θα τον πιστεύαμε. Οι εκτιμήσεις που κάναμε ήταν για 25% αποχή με το ζόρι. Τελικά, όμως, ένας στους δύο Έλληνες δεν ψήφισε. Στους νέους ηλικίας 18 με 35 το ποσοστό αυτό ανήλθε σε ακόμα μεγαλύτερα ύψη ξεπερνώντας το 50%.
Πολλοί έσπευσαν να ερμηνεύσουν την ευρεία αυτή αποχή ως συνειδητή πολιτική πράξη απαξίωσης του πολιτικού μας συστήματος. Αναμφισβήτητα, υπάρχει κύμα δυσφορίας και απαξίωσης των πολιτικών και των κομμάτων. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που προϋπάρχει των φετινών ευρωεκλογών. Διαιωνίζεται από τις προγραμματικές υστερήσεις των πολιτικών φορέων και το έλλειμμα ήθους και θάρρους ενός μεγάλου τμήματος των πολιτικών. Προάγεται συστηματικά από τις "σειρήνες της αποχής": γνωστούς τηλεαστέρες "ψυχαγωγικών" εκπομπών και παρουσιαστές πρωινάδικων που δηλητηριάζουν τη δημόσια ατζέντα, φυτεύοντας με ύπουλο τρόπο το σπόρο του κοινωνικού πεσιμισμού. Εκφράζεται δε διαχρονικά ποικιλοτρόπως: δημοσκοπικές εξάρσεις των μικρών κομμάτων και είσοδό πολλών εξ' αυτών στο κοινοβούλιο, καθημερινά μπινελίκια που ακούγονται στα πηγαδάκια φίλων και γνωστών, εκτίναξη εναλλακτικών μεθόδων συμμετοχής των πολιτών στα κοινά όπως το blogging. Πάντα όμως με διάθεση συμμετοχής και στόχο να σταλεί το μήνυμα.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα των φετινών ευρωεκλογών δείχνει ότι ελάχιστοι είναι αυτοί οι νέοι, οι οποίοι ΔΕΝ προσήλθαν στην κάλπη με σκοπό να στείλουν μήνυμα δυσφορίας προς το πολιτικό σύστημα. Η γενιά των 700 ευρώ, στην πλειονότητά της, απλώς προτίμησε να πάει για "φραπέ". Η μαζική αποχή των νέων από τις ευρωκάλπες ήταν μια συνειδητή επιλογή υπέρ της ψυχαγωγίας, ενισχυόμενη από μπόλικες δόσεις καλοκαιρινής βαρεμάρας. "Έλα μωρέ τώρα. Που να τραβιέμαι τώρα να ψηφίσω...να χάσουμε και το τριήμερο..."
Η εμπειρία που είχαμε μερικοί από εμάς την Κυριακή το απόγευμα, είναι ενδεικτική της κατάστασης αποχαύνωσης που επικρατεί στη συντριπτική πλειοψηφία των συνομίληκών μας. Σε μια παρέα 15 ατόμων με μέσο όρο ηλικίας τα 26, όπου έτυχε να βρεθούν δύο μέλη της G700, είχαν ψηφίσει μόνο δύο. Μαζί μ' εμάς, σύνολο 4 από τους 15. Από τους απέχοντες, ένας δεν πρόλαβε, άλλος δεν είχε αμάξι να πάει δέκα βήματα πιο κάτω, άλλος απλώς βαριόταν και ένας άλλος, άκουσον, άκουσον, πήγε ήπιε καφέ με τον δικαστικό αντιπρόσωπο στο εκλογικό κέντρο για μία ώρα και ύστερα απλώς βαρέθηκε να πάει στη διπλανή αίθουσα να ψηφίσει. Το άφησε γι' αργότερα. Κανείς δεν απείχε συνειδητά. Με στόχο να στείλει ένα μήνυμα. Κάποιοι, μόνο αφού έγιναν αποδέκτες οξείας κριτικής από τους υπόλοιπους, άλλαξαν τροπάρι και οχυρώθηκαν πίσω από τη βολική δικαιολογία του "όλοι ίδιοι είναι και ανίκανοι". Αυτοί απλώς κοροϊδεύουν τον εαυτό τους.
Δυστυχώς, αποδεικνύουμε με τη στάση μας ότι είμαστε μια γενιά κακομαθημένων χαβαλέδων για τους οποίους φταίνε πάντα οι άλλοι: το σύστημα, τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι οργανώσεις πολιτών, οι γονείς τους, οι δίπλα, οι έξω. Μια γενιά η οποία παρότι βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής στασιμότητας ακόμα και καθόδου, δε λέει να ξεβολευτεί, να δραστηριοποιηθεί και να αναλάβει τις ευθύνες της. Με τον ίδιο τρόπο που εδώ και πολλά χρόνια πολλοί νέοι της γενιάς μας αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν στην προσωπική τους ζωή, περιμένοντας το οικογενειακό Πακέτο Μάρσαλ ή το κράτος που θα τους σώσει, έτσι πλέον δε θέλουν να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν και στο δημόσιο βίο. Δεν επιλέγουν, ούτε καν απαξιώνουν, δεν μαυρίζουν. Δεν είναι συνειδητοποιημένοι. Απλά αδιαφορούν ή βαριούνται. Όχι απλώς αρνούνται να ασκήσουν ακόμα και βασικά θεμελιώδη δικαιώματα για τα οποία οι προηγούμενες γενιές έχυσαν αίμα για να γίνουν πραγματικότητα. Παραιτούνται από βασικά δικαιώματα, γοητευμένοι από τις σειρήνες της αποχής. Κατασκευάζουν βολικές, λογικοφανείς δικαιολογίες για να εξηγήσουν τη στάση τους. Ο εγχώριος ευδαιμονισμός σε όλο του το μεγαλείο. Η γενιά των 700 ευρώ ψηφίζει "φραπέ".
Πολλοί έσπευσαν να ερμηνεύσουν την ευρεία αυτή αποχή ως συνειδητή πολιτική πράξη απαξίωσης του πολιτικού μας συστήματος. Αναμφισβήτητα, υπάρχει κύμα δυσφορίας και απαξίωσης των πολιτικών και των κομμάτων. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που προϋπάρχει των φετινών ευρωεκλογών. Διαιωνίζεται από τις προγραμματικές υστερήσεις των πολιτικών φορέων και το έλλειμμα ήθους και θάρρους ενός μεγάλου τμήματος των πολιτικών. Προάγεται συστηματικά από τις "σειρήνες της αποχής": γνωστούς τηλεαστέρες "ψυχαγωγικών" εκπομπών και παρουσιαστές πρωινάδικων που δηλητηριάζουν τη δημόσια ατζέντα, φυτεύοντας με ύπουλο τρόπο το σπόρο του κοινωνικού πεσιμισμού. Εκφράζεται δε διαχρονικά ποικιλοτρόπως: δημοσκοπικές εξάρσεις των μικρών κομμάτων και είσοδό πολλών εξ' αυτών στο κοινοβούλιο, καθημερινά μπινελίκια που ακούγονται στα πηγαδάκια φίλων και γνωστών, εκτίναξη εναλλακτικών μεθόδων συμμετοχής των πολιτών στα κοινά όπως το blogging. Πάντα όμως με διάθεση συμμετοχής και στόχο να σταλεί το μήνυμα.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα των φετινών ευρωεκλογών δείχνει ότι ελάχιστοι είναι αυτοί οι νέοι, οι οποίοι ΔΕΝ προσήλθαν στην κάλπη με σκοπό να στείλουν μήνυμα δυσφορίας προς το πολιτικό σύστημα. Η γενιά των 700 ευρώ, στην πλειονότητά της, απλώς προτίμησε να πάει για "φραπέ". Η μαζική αποχή των νέων από τις ευρωκάλπες ήταν μια συνειδητή επιλογή υπέρ της ψυχαγωγίας, ενισχυόμενη από μπόλικες δόσεις καλοκαιρινής βαρεμάρας. "Έλα μωρέ τώρα. Που να τραβιέμαι τώρα να ψηφίσω...να χάσουμε και το τριήμερο..."
Η εμπειρία που είχαμε μερικοί από εμάς την Κυριακή το απόγευμα, είναι ενδεικτική της κατάστασης αποχαύνωσης που επικρατεί στη συντριπτική πλειοψηφία των συνομίληκών μας. Σε μια παρέα 15 ατόμων με μέσο όρο ηλικίας τα 26, όπου έτυχε να βρεθούν δύο μέλη της G700, είχαν ψηφίσει μόνο δύο. Μαζί μ' εμάς, σύνολο 4 από τους 15. Από τους απέχοντες, ένας δεν πρόλαβε, άλλος δεν είχε αμάξι να πάει δέκα βήματα πιο κάτω, άλλος απλώς βαριόταν και ένας άλλος, άκουσον, άκουσον, πήγε ήπιε καφέ με τον δικαστικό αντιπρόσωπο στο εκλογικό κέντρο για μία ώρα και ύστερα απλώς βαρέθηκε να πάει στη διπλανή αίθουσα να ψηφίσει. Το άφησε γι' αργότερα. Κανείς δεν απείχε συνειδητά. Με στόχο να στείλει ένα μήνυμα. Κάποιοι, μόνο αφού έγιναν αποδέκτες οξείας κριτικής από τους υπόλοιπους, άλλαξαν τροπάρι και οχυρώθηκαν πίσω από τη βολική δικαιολογία του "όλοι ίδιοι είναι και ανίκανοι". Αυτοί απλώς κοροϊδεύουν τον εαυτό τους.
Δυστυχώς, αποδεικνύουμε με τη στάση μας ότι είμαστε μια γενιά κακομαθημένων χαβαλέδων για τους οποίους φταίνε πάντα οι άλλοι: το σύστημα, τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι οργανώσεις πολιτών, οι γονείς τους, οι δίπλα, οι έξω. Μια γενιά η οποία παρότι βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής στασιμότητας ακόμα και καθόδου, δε λέει να ξεβολευτεί, να δραστηριοποιηθεί και να αναλάβει τις ευθύνες της. Με τον ίδιο τρόπο που εδώ και πολλά χρόνια πολλοί νέοι της γενιάς μας αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν στην προσωπική τους ζωή, περιμένοντας το οικογενειακό Πακέτο Μάρσαλ ή το κράτος που θα τους σώσει, έτσι πλέον δε θέλουν να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν και στο δημόσιο βίο. Δεν επιλέγουν, ούτε καν απαξιώνουν, δεν μαυρίζουν. Δεν είναι συνειδητοποιημένοι. Απλά αδιαφορούν ή βαριούνται. Όχι απλώς αρνούνται να ασκήσουν ακόμα και βασικά θεμελιώδη δικαιώματα για τα οποία οι προηγούμενες γενιές έχυσαν αίμα για να γίνουν πραγματικότητα. Παραιτούνται από βασικά δικαιώματα, γοητευμένοι από τις σειρήνες της αποχής. Κατασκευάζουν βολικές, λογικοφανείς δικαιολογίες για να εξηγήσουν τη στάση τους. Ο εγχώριος ευδαιμονισμός σε όλο του το μεγαλείο. Η γενιά των 700 ευρώ ψηφίζει "φραπέ".
Friday, June 5, 2009
Η G700 ψηφίζει
Βρισκόμαστε δυο μόλις μέρες πριν από τις ευρωεκλογές. Όσο και αν η επικαιρότητα παίζει τα δικά της εφήμερα παιχνίδια, διαμορφώνοντας συνθήκες οξείας πόλωσης και αγανάκτησης στο εκλογικό σώμα με αφορμή υποθέσεις του παρελθόντος, την Κυριακή ψηφίζουμε για την Ευρώπη και συγκεκριμένα για τους βουλευτές και τα κόμματα που θα μας εκπροσωπήσουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Προφανώς, κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, το ΕΚ δεν αποτελεί ούτε σέξυ θέμα ενασχόλησης, ούτε trendy επιλογή. Παντού, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες η ατζέντα των ευρωεκλογών έχει εγκλωβιστεί στα θέματα εθνικού ενδιαφέροντος. Στην Αγγλία καταποντίζονται οι Εργατικοί του Gordon Brown, στην Ιταλία διεξάγεται δημοψήφισμα για τα καμώματα του ανεκδιήγητου Καβαλιέρε, στην Ισπανία κρίνεται η δυνατότητα διαχείρισης της οικονομικής κρίσης από την κυβέρνηση Θαπατέρο δεδομένου ότι ο αποπληθωρισμός καλπάζει και η ανεργία έχει εκτοξευτεί στο 17,5%.
Αναπόφευκτα, η ευρω-ψήφος αποτελεί μήνυμα προς τους πολιτικούς φορείς εντός συνόρων. Δεν παύει όμως να είναι ψήφος μεγάλης ευρωπαϊκής σημασίας. Το ΕΚ είναι το όργανο που συναποφασίζει με το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 80% των αποφάσεων που αφορούν στην οικονομική και όχι μόνο καθημερινότητά μας. Απασχόληση, μετανάστευση, δικαιώματα στο διαδίκτυο, περιβάλλον είναι μόνο μερικά από τα πεδία στα οποία το Ευρωκοινοβούλιο έχει λόγο.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ευρωπαϊκούς και εθνικούς, την Κυριακή η G700 ψηφίζει. Δεν πάει «παραλία», δεν οχυρώνεται πίσω από το αδιέξοδο «όχι σε όλους» ούτε κρύβεται πίσω από απολίτικες επιλογές. Δεν μένει στην απέξω εκχωρώντας το δικαίωμα της επιλογής σε τρίτους. Αν πιστεύαμε ότι δεν υπάρχουν επιλογές θα είχαμε κατέλθει οι ίδιοι στην εκλογική διαδικασία. Θα ήμαστε κόμμα και όχι οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών.
Έχουμε και λέμε.
Καταρχάς, καταψηφίζουμε την κυβέρνηση που φόρτωσε τους νέους και τις μελλοντικές γενιές με δυσβάσταχτα χρέη (+62δις ευρώ αυξήθηκε το χρέος της γενικής κυβέρνησης), εκχώρησε τις οικονομικές αποφάσεις στους διεθνείς μας πιστωτές (επιβολή υψηλών επιτοκίων και όρων) και έθεσε την Ελλάδα στο περιθώριο της ευρωζώνης (2η επιτήρηση), καθιστώντας μας ξανά το «μαύρο πρόβατο» της ευρωπαϊκής οικογένειας ή στην καλύτερη περίπτωση αναξιόπιστο εταίρο.
Δεύτερον, καταψηφίζουμε τον μικρό δικομματισμό των ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελούν αμφότεροι αντι-ευρωπαϊκές επιλογές, οι οποίες αντλούν δύναμη και εκλογική πελατεία, βάλλοντας μέρα νύχτα εναντίον της Ευρώπης. Το μεν ΚΚΕ το κάνει απροκάλυπτα. Από τη μία αποδομεί καθημερινά την ΕΕ και τις επιλογές της, από την άλλη προτάσσει ως πρότυπο έναν φονταμενταλιστικό μαρξισμό, ο οποίος έχει οδηγήσει τον Περισσό στο ολίσθημα να λειτουργεί ως απολογητής ακόμα και της σταλινικής περιόδου. Ο δε επίσημος ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο αρχικά υπήρξε προσέγγιση και συνεργασία σε δυο τρία θέματα (πχ συνεργασία με την Ανοιχτή Πολή για τη μεταμεσονύχτια λειτουργία του ΜΕΤΡΟ), αλλά και ανταλλαγή απόψεων (ομιλία στο Χολαργό για το Πρεκαριάτο), έχει επιλέξει ως πολιτικό εκπρόσωπο της γενιάς των 700 ευρώ, μέλος της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδος (ΚΟΕ), μιας οργάνωσης κουκουεδίστικων ιδεολογικών αποχρώσεων και πολιτικών αντιλήψεων που μέχρι σήμερα αντιτάσσεται με δογματισμό και μένος στην ΕΕ.
Η θετική μας ψήφος πηγαίνει σε δυνάμεις με φιλοευρωπαϊκή αντίληψη και ενδιαφέρον για το Διαγενεακό Ζήτημα. Σ’ αυτή την κατεύθυνση υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη εμφορείται από διάθεση σύγκρουσης με το υπάρχον πολιτικό σύστημα του μεγάλου και μικρού δικομματισμού, αλλά και επιθυμία εκπροσώπησης καινοτόμων μεταρρυθμιστικών ιδεών στο ΕΚ (πχ πράσινο new deal). Οικολόγοι-Πράσινοι και Φιλελεύθερη Συμμαχία πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Για τους οπαδούς της real politik όμως υπάρχει και το ΠΑΣΟΚ. Συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι ότι οι ευρωβουλευτές του μπορούν στο πλαίσιο του PES να κινητοποιήσουν ευρύτερες δυνάμεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα θέματα που αφορούν στη γενιά των 700 ευρώ (εργασιακό, οικολογικό, ασφαλιστικό). Να βάλουν έτσι το Πρεκαριάτο, το ζήτημα των νέων επισφαλών εργαζόμενων που αντιμετωπίζουν το φάσμα της οικονομικής στασιμότητας και της γενεακής αδικίας, στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Ήδη, στην παρελθούσα ευρωκοινοβουλευτική περίοδο έχουν γίνει σημαντικές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Τουλάχιστον σε επίπεδο διαλόγου και συμβολισμών. Την επόμενη περίοδο πρέπει οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές να περάσουν στην ουσία. Το Πρεκαριάτο, η ελληνική εκδοχή του οποίου είναι η γενιά των 700 ευρώ, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα που τους αφορά όλους.
Προφανώς, κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, το ΕΚ δεν αποτελεί ούτε σέξυ θέμα ενασχόλησης, ούτε trendy επιλογή. Παντού, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες η ατζέντα των ευρωεκλογών έχει εγκλωβιστεί στα θέματα εθνικού ενδιαφέροντος. Στην Αγγλία καταποντίζονται οι Εργατικοί του Gordon Brown, στην Ιταλία διεξάγεται δημοψήφισμα για τα καμώματα του ανεκδιήγητου Καβαλιέρε, στην Ισπανία κρίνεται η δυνατότητα διαχείρισης της οικονομικής κρίσης από την κυβέρνηση Θαπατέρο δεδομένου ότι ο αποπληθωρισμός καλπάζει και η ανεργία έχει εκτοξευτεί στο 17,5%.
Αναπόφευκτα, η ευρω-ψήφος αποτελεί μήνυμα προς τους πολιτικούς φορείς εντός συνόρων. Δεν παύει όμως να είναι ψήφος μεγάλης ευρωπαϊκής σημασίας. Το ΕΚ είναι το όργανο που συναποφασίζει με το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 80% των αποφάσεων που αφορούν στην οικονομική και όχι μόνο καθημερινότητά μας. Απασχόληση, μετανάστευση, δικαιώματα στο διαδίκτυο, περιβάλλον είναι μόνο μερικά από τα πεδία στα οποία το Ευρωκοινοβούλιο έχει λόγο.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ευρωπαϊκούς και εθνικούς, την Κυριακή η G700 ψηφίζει. Δεν πάει «παραλία», δεν οχυρώνεται πίσω από το αδιέξοδο «όχι σε όλους» ούτε κρύβεται πίσω από απολίτικες επιλογές. Δεν μένει στην απέξω εκχωρώντας το δικαίωμα της επιλογής σε τρίτους. Αν πιστεύαμε ότι δεν υπάρχουν επιλογές θα είχαμε κατέλθει οι ίδιοι στην εκλογική διαδικασία. Θα ήμαστε κόμμα και όχι οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών.
Έχουμε και λέμε.
Καταρχάς, καταψηφίζουμε την κυβέρνηση που φόρτωσε τους νέους και τις μελλοντικές γενιές με δυσβάσταχτα χρέη (+62δις ευρώ αυξήθηκε το χρέος της γενικής κυβέρνησης), εκχώρησε τις οικονομικές αποφάσεις στους διεθνείς μας πιστωτές (επιβολή υψηλών επιτοκίων και όρων) και έθεσε την Ελλάδα στο περιθώριο της ευρωζώνης (2η επιτήρηση), καθιστώντας μας ξανά το «μαύρο πρόβατο» της ευρωπαϊκής οικογένειας ή στην καλύτερη περίπτωση αναξιόπιστο εταίρο.
Δεύτερον, καταψηφίζουμε τον μικρό δικομματισμό των ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ. Αποτελούν αμφότεροι αντι-ευρωπαϊκές επιλογές, οι οποίες αντλούν δύναμη και εκλογική πελατεία, βάλλοντας μέρα νύχτα εναντίον της Ευρώπης. Το μεν ΚΚΕ το κάνει απροκάλυπτα. Από τη μία αποδομεί καθημερινά την ΕΕ και τις επιλογές της, από την άλλη προτάσσει ως πρότυπο έναν φονταμενταλιστικό μαρξισμό, ο οποίος έχει οδηγήσει τον Περισσό στο ολίσθημα να λειτουργεί ως απολογητής ακόμα και της σταλινικής περιόδου. Ο δε επίσημος ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο αρχικά υπήρξε προσέγγιση και συνεργασία σε δυο τρία θέματα (πχ συνεργασία με την Ανοιχτή Πολή για τη μεταμεσονύχτια λειτουργία του ΜΕΤΡΟ), αλλά και ανταλλαγή απόψεων (ομιλία στο Χολαργό για το Πρεκαριάτο), έχει επιλέξει ως πολιτικό εκπρόσωπο της γενιάς των 700 ευρώ, μέλος της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδος (ΚΟΕ), μιας οργάνωσης κουκουεδίστικων ιδεολογικών αποχρώσεων και πολιτικών αντιλήψεων που μέχρι σήμερα αντιτάσσεται με δογματισμό και μένος στην ΕΕ.
Η θετική μας ψήφος πηγαίνει σε δυνάμεις με φιλοευρωπαϊκή αντίληψη και ενδιαφέρον για το Διαγενεακό Ζήτημα. Σ’ αυτή την κατεύθυνση υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη εμφορείται από διάθεση σύγκρουσης με το υπάρχον πολιτικό σύστημα του μεγάλου και μικρού δικομματισμού, αλλά και επιθυμία εκπροσώπησης καινοτόμων μεταρρυθμιστικών ιδεών στο ΕΚ (πχ πράσινο new deal). Οικολόγοι-Πράσινοι και Φιλελεύθερη Συμμαχία πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Για τους οπαδούς της real politik όμως υπάρχει και το ΠΑΣΟΚ. Συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι ότι οι ευρωβουλευτές του μπορούν στο πλαίσιο του PES να κινητοποιήσουν ευρύτερες δυνάμεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα θέματα που αφορούν στη γενιά των 700 ευρώ (εργασιακό, οικολογικό, ασφαλιστικό). Να βάλουν έτσι το Πρεκαριάτο, το ζήτημα των νέων επισφαλών εργαζόμενων που αντιμετωπίζουν το φάσμα της οικονομικής στασιμότητας και της γενεακής αδικίας, στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Ήδη, στην παρελθούσα ευρωκοινοβουλευτική περίοδο έχουν γίνει σημαντικές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Τουλάχιστον σε επίπεδο διαλόγου και συμβολισμών. Την επόμενη περίοδο πρέπει οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές να περάσουν στην ουσία. Το Πρεκαριάτο, η ελληνική εκδοχή του οποίου είναι η γενιά των 700 ευρώ, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα που τους αφορά όλους.
Wednesday, June 3, 2009
Η αποχή δεν είναι επιλογή. Συνέντευξη στον Flash 96
Οι Θανάσης Γκούγκλας, ιδρυτικό μέλος της G700, και Πέτρος Τατσόπουλος, συγγραφέας, συζητάνε για τις ευρωεκλογές, με το δημοσιογράφο Δημήτρη Κρικέλα στο ραδιόφωνο του Flash96. Η συνέντευξη, στην οποία υπάρχει και ρεπορτάζ από τις προεκλογικές εκστρατείες που διεξάγονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαρκεί 45 λεπτά και έγινε χτες στο studio του Flash.
Τατσόπουλος - G700 @ Flash96
Το Debate των υποψήφιων ευρωβουλευτών στο deb8 @ 14:00hrs
Σήμερα Τετάρτη 3 Ιουνίου, στις 14:00 το μεσημέρι, μπορείτε να παρακολουθήσετε ζωντανά από το live.deb8.gr το debate ανάμεσα σε έξι υποψήφιους ευρωβουλευτές με ερωτήματα που επέλεξαν οι ίδιοι οι πολίτες.
Το deb8 δημιουργήθηκε πρόσφατα από μία ομάδα ενεργών πολιτών, οι οποίοι μοιράζονται την πεποίθηση πως η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά αποτελεί το σημαντικότερο ζητούμενο στη Δημοκρατία. Στόχος τους είναι να ενημερώσουν σε βάθος για πολιτικά ζητήματα και τα προγράμματα των κομμάτων και όχι μόνο για πολιτικούς κι αόριστες ιδεολογίες. Σκοπός είναι τα κόμματα ν' αρχίσουν ολοένα και περισσότερο να συζητάνε με τους πολίτες γι' αυτά τα ζητήματα. Την παρούσα περίοδο το deb8 έχει επικεντρωθεί στην ανάρτηση των διακηρύξεων των κομμάτων εν όψει των Ευρωεκλογών.
Το deb8 δημιουργήθηκε πρόσφατα από μία ομάδα ενεργών πολιτών, οι οποίοι μοιράζονται την πεποίθηση πως η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά αποτελεί το σημαντικότερο ζητούμενο στη Δημοκρατία. Στόχος τους είναι να ενημερώσουν σε βάθος για πολιτικά ζητήματα και τα προγράμματα των κομμάτων και όχι μόνο για πολιτικούς κι αόριστες ιδεολογίες. Σκοπός είναι τα κόμματα ν' αρχίσουν ολοένα και περισσότερο να συζητάνε με τους πολίτες γι' αυτά τα ζητήματα. Την παρούσα περίοδο το deb8 έχει επικεντρωθεί στην ανάρτηση των διακηρύξεων των κομμάτων εν όψει των Ευρωεκλογών.
Σήμερα είναι Ημέρα Debate
Για να μπείτε στη ζωντανή συζήτηση και να διαβάσετε τις ερωτήσεις που επέλεξαν οι πολίτες κάντε αριστερό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο
Ζωντανά από το live.deb8.gr
Ζωντανά από το live.deb8.gr
Tuesday, June 2, 2009
Δικαστικός Τουρισμός
Τελικά τίποτα δεν καθιστά μια προεκλογική εκστρατεία πιο ενδιαφέρουσα από ένα καλό σκάνδαλο διαφθοράς… Από χτες η προεκλογική αντιπαράθεση πήρε φωτιά. Πάνε τα εκβιαστικά διλήμματα και τα πολιτικά συνθήματα, πάνε οι υπευθυνότητες με τους λαϊκισμούς, τα αλλάζουμε ή βουλιάζουμε. Το χορό σέρνει για μία ακόμη φορά η σκανδαλολογία. Τον τόνο δίνει η διαφθορά. Περί τίνος πρόκειται; Μα για την υπόθεση SIEMENS φυσικά και το νέο επεισόδιο του εν λόγω σίριαλ, με τίτλο «δικαστικός τουρισμός». Guest stars οι δραπέτες-τουρίστες κύριοι Χριστοφοράκος και Καραβέλας, και πρωταγωνιστές οι Υπουργοί της κυβέρνησης, που όπως φαίνεται αντί να βρίσκονται σε εγρήγορση για τη συγκεκριμένη υπόθεση βρέθηκαν να κάνουν οι ίδιοι τουρισμό.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ΝΔ άνοιξε η ίδια την πόρτα για να διαφύγουν οι κατηγορούμενοι όπως λέγεται. Μπορεί και όχι. Μπορεί πράγματι να έφταιγε ο συνήθης σάκος του μποξ για όλα τα στραβά σ’ αυτή τη χώρα, η δημόσια διοίκηση. Ποιος όμως ανέλαβε να την επανιδρύσει; Αντίστοιχα ούτε τι έγινε το ένα εκατομμύριο ευρώ που δήλωσε ότι πήρε ο Τσουκάτος από τη SIEMENS ξέρουμε που πήγε. Αυτό που σίγουρα συμβαίνει, είναι ότι η φυγή των νέων Κοσκωτάδων, κυρίων Χριστοφοράκου και Καράβελα, βολεύει πολλούς, με πρώτη απ’ όλους την κυβέρνηση η οποία δε θα ‘θελε με τίποτα να αποκαλυφθεί ότι διαθέτει κι αυτή Τσουκάτο. Εξυπηρετεί επίσης όσους προσβλέπουν στην υψηλή αποχή φουσκώνοντας δια της αγανάκτησης με τα όσα συμβαίνουν το κόμμα της παραλίας, προκειμένου να αμφισβητήσουν την επόμενη μέρα τη βαρύτητα του πολιτικού μηνύματος της κάλπης.
Εξυπηρετεί πάνω απ’ όλα το στόχο να μείνει η υπόθεση όσο το δυνατόν περισσότερο στο σκοτάδι. Να μην ξεκαθαρίσει. Και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στην Ελλάδα, βολεύει ενδεχομένως και τη Γερμανία, η οποία ίσως αισθάνεται ότι ήδη συνέδραμε υπέρ το δέον ενάντια σε μία υπόθεση που πλήττει άμεσα μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές της εταιρείες. Έτσι με ευκολία παρέχει τώρα άσυλο σ’ ένα πρόσωπο, τον κύριο Χριστοφοράκο, με πρόσχημα ότι τα αδικήματά του στη Γερμανία για την υπόθεση του ΟΤΕ έχουν παραγραφεί. Ένα πρόσωπο που όμως θα μπορούσε να αποτελέσει τον βασικό καταλύτη αποκαλύψεων και εν συνεχεία πολιτικών εξελίξεων στο μεγάλο Βαλκάνιο πελάτη της, την Ελλάδα.
Επιτέλους τελειώνετε. Γίνεστε επικίνδυνοι. Ο δικαστικός τουρισμός, όχι μόνο γελοιοποιεί την κυβέρνηση, αλλάζοντας τα δεδομένα της προεκλογικής μάχης συντριπτικά εναντίον της. Ροκανίζει μακροπρόθεσμα το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται σύσσωμο το πολιτικό σύστημα. Γιατί; Διότι δεν εξυπηρετεί με τίποτα το αίτημα για κάθαρση και επιτέλους πολιτική ηρεμία και συζήτηση ουσίας.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ΝΔ άνοιξε η ίδια την πόρτα για να διαφύγουν οι κατηγορούμενοι όπως λέγεται. Μπορεί και όχι. Μπορεί πράγματι να έφταιγε ο συνήθης σάκος του μποξ για όλα τα στραβά σ’ αυτή τη χώρα, η δημόσια διοίκηση. Ποιος όμως ανέλαβε να την επανιδρύσει; Αντίστοιχα ούτε τι έγινε το ένα εκατομμύριο ευρώ που δήλωσε ότι πήρε ο Τσουκάτος από τη SIEMENS ξέρουμε που πήγε. Αυτό που σίγουρα συμβαίνει, είναι ότι η φυγή των νέων Κοσκωτάδων, κυρίων Χριστοφοράκου και Καράβελα, βολεύει πολλούς, με πρώτη απ’ όλους την κυβέρνηση η οποία δε θα ‘θελε με τίποτα να αποκαλυφθεί ότι διαθέτει κι αυτή Τσουκάτο. Εξυπηρετεί επίσης όσους προσβλέπουν στην υψηλή αποχή φουσκώνοντας δια της αγανάκτησης με τα όσα συμβαίνουν το κόμμα της παραλίας, προκειμένου να αμφισβητήσουν την επόμενη μέρα τη βαρύτητα του πολιτικού μηνύματος της κάλπης.
Εξυπηρετεί πάνω απ’ όλα το στόχο να μείνει η υπόθεση όσο το δυνατόν περισσότερο στο σκοτάδι. Να μην ξεκαθαρίσει. Και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στην Ελλάδα, βολεύει ενδεχομένως και τη Γερμανία, η οποία ίσως αισθάνεται ότι ήδη συνέδραμε υπέρ το δέον ενάντια σε μία υπόθεση που πλήττει άμεσα μια από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές της εταιρείες. Έτσι με ευκολία παρέχει τώρα άσυλο σ’ ένα πρόσωπο, τον κύριο Χριστοφοράκο, με πρόσχημα ότι τα αδικήματά του στη Γερμανία για την υπόθεση του ΟΤΕ έχουν παραγραφεί. Ένα πρόσωπο που όμως θα μπορούσε να αποτελέσει τον βασικό καταλύτη αποκαλύψεων και εν συνεχεία πολιτικών εξελίξεων στο μεγάλο Βαλκάνιο πελάτη της, την Ελλάδα.
Επιτέλους τελειώνετε. Γίνεστε επικίνδυνοι. Ο δικαστικός τουρισμός, όχι μόνο γελοιοποιεί την κυβέρνηση, αλλάζοντας τα δεδομένα της προεκλογικής μάχης συντριπτικά εναντίον της. Ροκανίζει μακροπρόθεσμα το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται σύσσωμο το πολιτικό σύστημα. Γιατί; Διότι δεν εξυπηρετεί με τίποτα το αίτημα για κάθαρση και επιτέλους πολιτική ηρεμία και συζήτηση ουσίας.
Sunday, May 31, 2009
Λαϊκισμός σε περιτύλιγμα "υπευθυνότητας"
Η Νέα Δημοκρατία επέλεξε ως κεντρικό σύνθημα της προεκλογικής της εκστρατείας εν όψει των ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου το δίλημμα "λαϊκισμός ή υπευθυνότητα". Λαϊκιστές θεωρούνται τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με πρώτο απ' όλα το ΠΑΣΟΚ, και υπεύθυνη δύναμη η κυβέρνηση. Δυστυχώς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν λαϊκισμό νέου τύπου, ο οποίος σε αντίθεση με τη γνωστή ανδρεοπαπανδρεϊκή κολακεία του λαού τη δεκαετία του '80 (ένας είναι ο θεσμός ο κυρίαρχος λαός), επιχειρεί αυτή τη φορά να κολακεύσει τον έλληνα νοικοκύρη που δε θέλει σκοτούρες στο κεφάλι του, ούτε τον ενδιαφέρει να αναλύσει τα πράγματα σε βάθος. Είναι ο λαϊκισμός του τσαμπουκά πρωθυπουργού που με υπερβολικές κινήσεις και τόνο στη φωνή που δεν σηκώνει πολλά πολλά, προσπαθεί να δώσει την εικόνα της κυβερνητικής υπευθυνότητας.
Είναι όμως λαϊκισμός, ο οποίος είναι το ίδιο επικίνδυνος, παραπλανητικός και αποπλανητικός, διότι στηρίζεται αποκλειστικά στη σκηνοθεσία και στην κατασκευασμένη αποφασιστικότητα. Μια αποφασιστικότητα που εξαντλείται στην ευχέρεια λόγου του κ. Καραμανλή, στην υπερβολή τω ρητορικών του σχημάτων και στην πληθωρικότητα των χειρονομιών του. Δεν είναι απόδειξη, ωστόσο, ούτε πολιτικής σοβαρότητας ούτε θεσμικής υπευθυνότητας, η άπνοια ιδεών, το νομοθετικό μπάλωμα και η «μεταρρυθμιστική» προχειρότητα.
Είναι απλώς ο "μεσαιοχωρικός" λαϊκισμός σε όλο του μεγαλείο.
Αυτού του τύπου ο λαϊκισμός, που σήμερα πωλείται σε περιτύλιγμα υπευθυνότητας, είναι η άλλη όψη του νομίσματος του αριστερού λαϊκισμού, ο οποίος εκθειάζει το λαό αποδίδοντάς του μονάχα ιδιότητες εκ των οποίων πηγάζουν δικαιώματα και μάλιστα απεριόριστα, χωρίς τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το κράτος δικαίου. Συνίσταται, καταρχάς, στην υιοθέτηση ενός ήπιου και ρητορικού, πολυσυλλεκτικού μεταρρυθμιστικού λόγου από την πλευρά της κυβέρνησης προς τους πελάτες ψηφοφόρους. Επιπλέον, στην εκτόξευση περιστασιακών επιθέσεων οξύτητας και κατηγοριών προς την αντιπολίτευση, με στόχο το ντοπάρισμα της κομματικής βάσης μέσω εκβιαστικών διλημμάτων.
Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση λαϊκισμού που σερβίρεται σε περιτύλιγμα "υπευθυνότητας" είναι η συνεχής υποβάθμιση των συλλογικών αγαθών και το παράλογο -την ίδια στιγμή- φούσκωμα των δημοσιονομικών. Αντί, λοιπόν, της εφαρμογής μίας προγραμματικής ατζέντας μεταρρυθμίσεων, ώστε να αυξηθεί ο κοινωνικός πλούτος και η δημόσια ωφέλεια που αποδίδεται στην κοινωνία και τους πολίτες, επιλέγεται η «ήπια προσαρμογή», ενώ η μεταρρύθμιση λογίζεται σκόπιμα ως μία διαρκής διαδικασία που λαμβάνει χώρα σε βάθος χρόνου για να μπορεί και να μετατεθεί εύκολα στο μέλλον (βλ δηλώσεις Πετραλιά για το ασφαλιστικό).
Εξίσου δηλωτική αυτού του νέου τύπου λαϊκισμού είναι η προσπάθεια του επιτελείου της ΝΔ να κάνει την τρίχα τριχιά γύρω από τα πολιτικά συνθήματα των αντιπάλων. Αρχικά προσπάθησε να πείσει το εκλογικό σώμα ότι ένα κατεξοχήν σύνθετο φιλοσοφικό δίλημμα, όπως το "σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα", σημαίνει κατ' ουσίαν το απλοϊκό "πας μη πασόκος βάρβαρος" και άρα αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αντίπαλος θεωρεί τους μισούς Έλληνες βάρβαρους. Συνεπώς είναι επικίνδυνος. Από χτες, κι αφού η παραπάνω απόπειρα έπεσε στο κενό, επιχειρεί να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι το πολιτικό δίλημμα που θέτει το ΠΑΣΟΚ "αλλάζουμε ή βουλιάζουμε" δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από έναν ωμό εκβιασμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς το εκλογικό σώμα. Ξεχνά βέβαια η ΝΔ το αλησμόνητο προ εξαμήνου απολίτικο δίλημμα «Καραμανλής ή χάος».
Η αλήθεια είναι ότι εάν η κυβέρνηση είχε να επιδείξει χειροπιαστό έργο δε θα μιλούσαμε τώρα για "μεσαιοχωρικό" λαϊκισμό, αλλά για μία υπεύθυνη μεταρρυθμιστική δύναμη που φέρνει σε πέρας δύσκολες αλλά χρήσιμες αποστολές. Και θα τη στηρίζαμε. Γιατί η γενιά των 700 ευρώ θα έβγαινε κερδισμένη.
Δυστυχώς, όμως, σημαντικό έργο δεν υπάρχει. Τα τελευταία πέντε χρόνια η Ελλάδα έχει εξελιχτεί σε δουλοπαροικία του χρέους. Οι Ευρωπαίοι μας έχουν στην μπούκα για τη δανειοτραφή ανάπτυξη, και τον Οκτώβριο περιμένουν πενταετές σχέδιο διαρθρωτικών αλλαγών. Το ΔΝΤ, κλιμάκιο του οποίου επισκέφτηκε τη χώρα μας την περασμένη βδομάδα, προέβλεψε ύφεση -1% και τόνισε την ανάγκη να συμμαζευτεί η κατάσταση. Την ερχόμενη Πέμπτη η ΕΚΤ στη Έκθεσή της για την ΕΕ, θα αποκαλύψει το βάθος της ύφεσης σε ευρωζώνη συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, με το ελληνικό έλλειμμα να φτάνει το 5,5% και το χρέος να ξεπερνάει το 100%. Ο ΟΟΣΑ τέλος προειδοποιεί ότι η Αθήνα έτσι όπως πάει, κινδυνεύει να χάσει το τρένο της ανάκαμψης. Δυστυχώς για τους υπεύθυνους αξιωματούχους της κυβέρνησης, όλοι αυτοί ΔΕΝ είναι λαϊκιστές.
Είναι όμως λαϊκισμός, ο οποίος είναι το ίδιο επικίνδυνος, παραπλανητικός και αποπλανητικός, διότι στηρίζεται αποκλειστικά στη σκηνοθεσία και στην κατασκευασμένη αποφασιστικότητα. Μια αποφασιστικότητα που εξαντλείται στην ευχέρεια λόγου του κ. Καραμανλή, στην υπερβολή τω ρητορικών του σχημάτων και στην πληθωρικότητα των χειρονομιών του. Δεν είναι απόδειξη, ωστόσο, ούτε πολιτικής σοβαρότητας ούτε θεσμικής υπευθυνότητας, η άπνοια ιδεών, το νομοθετικό μπάλωμα και η «μεταρρυθμιστική» προχειρότητα.
Είναι απλώς ο "μεσαιοχωρικός" λαϊκισμός σε όλο του μεγαλείο.
Αυτού του τύπου ο λαϊκισμός, που σήμερα πωλείται σε περιτύλιγμα υπευθυνότητας, είναι η άλλη όψη του νομίσματος του αριστερού λαϊκισμού, ο οποίος εκθειάζει το λαό αποδίδοντάς του μονάχα ιδιότητες εκ των οποίων πηγάζουν δικαιώματα και μάλιστα απεριόριστα, χωρίς τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το κράτος δικαίου. Συνίσταται, καταρχάς, στην υιοθέτηση ενός ήπιου και ρητορικού, πολυσυλλεκτικού μεταρρυθμιστικού λόγου από την πλευρά της κυβέρνησης προς τους πελάτες ψηφοφόρους. Επιπλέον, στην εκτόξευση περιστασιακών επιθέσεων οξύτητας και κατηγοριών προς την αντιπολίτευση, με στόχο το ντοπάρισμα της κομματικής βάσης μέσω εκβιαστικών διλημμάτων.
Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση λαϊκισμού που σερβίρεται σε περιτύλιγμα "υπευθυνότητας" είναι η συνεχής υποβάθμιση των συλλογικών αγαθών και το παράλογο -την ίδια στιγμή- φούσκωμα των δημοσιονομικών. Αντί, λοιπόν, της εφαρμογής μίας προγραμματικής ατζέντας μεταρρυθμίσεων, ώστε να αυξηθεί ο κοινωνικός πλούτος και η δημόσια ωφέλεια που αποδίδεται στην κοινωνία και τους πολίτες, επιλέγεται η «ήπια προσαρμογή», ενώ η μεταρρύθμιση λογίζεται σκόπιμα ως μία διαρκής διαδικασία που λαμβάνει χώρα σε βάθος χρόνου για να μπορεί και να μετατεθεί εύκολα στο μέλλον (βλ δηλώσεις Πετραλιά για το ασφαλιστικό).
Εξίσου δηλωτική αυτού του νέου τύπου λαϊκισμού είναι η προσπάθεια του επιτελείου της ΝΔ να κάνει την τρίχα τριχιά γύρω από τα πολιτικά συνθήματα των αντιπάλων. Αρχικά προσπάθησε να πείσει το εκλογικό σώμα ότι ένα κατεξοχήν σύνθετο φιλοσοφικό δίλημμα, όπως το "σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα", σημαίνει κατ' ουσίαν το απλοϊκό "πας μη πασόκος βάρβαρος" και άρα αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αντίπαλος θεωρεί τους μισούς Έλληνες βάρβαρους. Συνεπώς είναι επικίνδυνος. Από χτες, κι αφού η παραπάνω απόπειρα έπεσε στο κενό, επιχειρεί να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι το πολιτικό δίλημμα που θέτει το ΠΑΣΟΚ "αλλάζουμε ή βουλιάζουμε" δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από έναν ωμό εκβιασμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς το εκλογικό σώμα. Ξεχνά βέβαια η ΝΔ το αλησμόνητο προ εξαμήνου απολίτικο δίλημμα «Καραμανλής ή χάος».
Η αλήθεια είναι ότι εάν η κυβέρνηση είχε να επιδείξει χειροπιαστό έργο δε θα μιλούσαμε τώρα για "μεσαιοχωρικό" λαϊκισμό, αλλά για μία υπεύθυνη μεταρρυθμιστική δύναμη που φέρνει σε πέρας δύσκολες αλλά χρήσιμες αποστολές. Και θα τη στηρίζαμε. Γιατί η γενιά των 700 ευρώ θα έβγαινε κερδισμένη.
Δυστυχώς, όμως, σημαντικό έργο δεν υπάρχει. Τα τελευταία πέντε χρόνια η Ελλάδα έχει εξελιχτεί σε δουλοπαροικία του χρέους. Οι Ευρωπαίοι μας έχουν στην μπούκα για τη δανειοτραφή ανάπτυξη, και τον Οκτώβριο περιμένουν πενταετές σχέδιο διαρθρωτικών αλλαγών. Το ΔΝΤ, κλιμάκιο του οποίου επισκέφτηκε τη χώρα μας την περασμένη βδομάδα, προέβλεψε ύφεση -1% και τόνισε την ανάγκη να συμμαζευτεί η κατάσταση. Την ερχόμενη Πέμπτη η ΕΚΤ στη Έκθεσή της για την ΕΕ, θα αποκαλύψει το βάθος της ύφεσης σε ευρωζώνη συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, με το ελληνικό έλλειμμα να φτάνει το 5,5% και το χρέος να ξεπερνάει το 100%. Ο ΟΟΣΑ τέλος προειδοποιεί ότι η Αθήνα έτσι όπως πάει, κινδυνεύει να χάσει το τρένο της ανάκαμψης. Δυστυχώς για τους υπεύθυνους αξιωματούχους της κυβέρνησης, όλοι αυτοί ΔΕΝ είναι λαϊκιστές.
Thursday, May 28, 2009
«Αλλάζουμε ή Βουλιάζουμε»
Το δίλημμα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» τέθηκε επιτακτικά από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, κ. Γιώργο Παπανδρέου, στη χτεσινή προεκλογική συνέντευξη τύπου στο Ζάππειο. Σκοπός του ήταν να αναδείξει το διλημματικό χαρακτήρα των φετινών ευρωεκλογών. Πετυχημένο. Επιτέλους, ακούμε ένα πολιτικό σύνθημα που συμβαδίζει με το δίλημμα που επιχειρούμε κι εμείς να βάλουμε όλο αυτό το διάστημα. Επιπρόσθετα, το δίλημμα "αλλάζουμε ή βουλιάζουμε" οδηγεί τη δημόσια συζήτηση μακριά από τα παπαγαλάκια και τα πάσης φύσεως επικοινωνιακά τεχνάσματα που επιχειρούν να στρέψουν την προσοχή των πολιτών σε ήσσονος σημασίας ζητήματα, θέτοντας ένα ουσιαστικό πολιτικό διακύβευμα, έστω και κατά βάση εθνικό. Τέλος, στο δίλημμα αυτό, το οποίο εμμέσως πλην σαφώς προτρέπει τον πολίτη να δράσει αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του, συμπυκνώνονται δύο μεγάλες αλήθειες και. Ότι πρώτον, πρέπει να αλλάξουμε επειγόντως κυβέρνηση και δεύτερον, για να πάει η χώρα μπροστά πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία και να κάνουμε βαθιές μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς και την οικονομία.
Ως προς την πρώτη αλήθεια ο ΓΑΠ ήταν απόλυτα πειστικός. Η πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται σε όλες τις στατιστικές, είναι αμείλικτη για τη ΝΔ. Η συντηρητική παράταξη εξάντλησε το πολιτικό της κεφάλαιο και μαζί τα αποθέματα κοινωνικής ανοχής και τα ερείσματα στο μεσαίο χώρο, ακόμα και αυτού του «πολύ» και «καταλληλότερου» κυρίου Κώστα Καραμανλή. Δεν είναι ότι δεν έκανε τίποτα. Έκανε και είπε πολλά. Όμως με τις πολιτικές που ακολούθησε πέτυχε από πενιχρά έως μηδενικά ή ακόμα και αρνητικά αποτελέσματα στις βασικές στρατηγικές της επιλογές. Ξεκίνησε να επανιδρύσει το κράτος και το διόγκωσε στον υπερθετικό βαθμό. Είπε ότι θα περικόψει την κρατική σπατάλη και προέβη σε μεγαλύτερη και απ’ αυτήν που θα περίμενε ακόμα κι ο μεγαλύτερος λαϊκιστής. Δεσμεύτηκε ότι θα τα βάλει με τους νταβατζήδες, τους προνομιούχους και τις ειδικές ομάδες των ρετιρέ και ακόμα ευδοκιμεί ο παρεοκρατικός καπιταλισμός, τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια της ακρίβειας, μαζί με τα κλειστά επαγγέλματα. Δικαιολογείται για τα μερεμέτια στο ασφαλιστικό, ισχυριζόμενη ότι οι αλλαγές στο σύστημα συντάξεων είναι μια διαρκής διαδικασία, ουσιαστικά προσπαθεί να αποφύγει να ασχοληθεί άμεσα και σε βάθος με το θέμα. Είπε ότι θα αυξήσει την απορροφητικότητα των κοινοτικών κονδυλίων και εδώ και τρία χρόνια δεν έχει εισρεύσει ούτε ένα ευρώ του ΕΣΠΑ στην πραγματική οικονομία σημειώνοντας αρνητικό ρεκόρ. Υποσχέθηκε σεμνότητα και ταπεινότητα και βουτήχτηκε στο βάζο με το μέλι. Μέχρι και το δικό της Κοσκωτά απέκτησε, τον φυγόδικο δραπέτη κύριο Χριστοφοράκο.
Προφανώς, ήδη βουλιάζουμε. Ακόμη χειρότερα, η οικονομική κρίση θα μας βρει κατά πάσα πιθανότητα σε μια κατάσταση L. Κάθετη πτώση και στη συνέχεια στασιμότητα ή ισχνή μεγέθυνση. Το θέμα είναι πως αλλάζουμε; Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο ερωτηματικό. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να φέρει την πολυπόθητη αλλαγή; Δυνητικά δεν αμφιβάλουμε ότι θα μπορούσε. Όπως και η Νέα Δημοκρατία, είναι κόμμα-παράταξη με δυνατότητες, δυνάμεις και εμπειρία. Απέχει όμως πολύ από το να πείθει ότι θα τα καταφέρει για δύο λόγους.
Πρώτον, μια μεγάλη μερίδα των πολιτών συνεχίζει να βλέπει το ΠΑΣΟΚ με καχυποψία. Αντιλαμβάνεται ότι «δεν άλλαξε» όσο θα έπρεπε. Η ανανέωση, όπου επιχειρήθηκε σε πρόσωπα και ιδέες, ήταν λάιτ και σε μερικές περιπτώσεις έβγαλε ακόμα και αναπαλαίωση. Το «σύστημα ΠΑΣΟΚ» συνεχίζει να αποτελεί ένα σκιάχτρο για σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η αδιαμφισβήτητη ηθική υπεροχή που χρειάζεται ένα κόμμα για να ηγηθεί σημαντικών αλλαγών και οι ταυτίσεις που πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργήσει με τους πολίτες έτσι ώστε να διεγείρει το συλλογικό φαντασιακό, είναι δύσκολα ζητούμενα.
Δεύτερον, οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στην οικονομία και τους θεσμούς είναι τόσο μεγάλες που πραγματικά απαιτείται μια επανάσταση σε συνδυασμό με μια πολύ σοβαρή και συστηματική δουλειά για να υπάρξει αποτέλεσμα. Σωστό και ειλικρινές ότι το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει τη βιομηχανία των stage στο δημόσιο, όμως τόσο το πρόβλήμα των σταζιέρ, όσο και γενικότερα της γενιάς των 700 ευρώ είναι πολύ πιο σύνθετο. Συνδέεται και με το ασφαλιστικό που πλήττει με 44% το συνολικό κόστος εργασίας. Συνδέεται και με την επιχειρηματικότητα που είναι ρηχή. Συνδέεται και με το δυισμό που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά εργασίας: όλα για την προστατευμένη εργασία των μεσηλίκων, επισφάλεια και μισοδουλειές για τους νέους.
Σωστό επίσης ότι το ΠΑΣΟΚ προτίθεται να αυξήσει τα έσοδα του ελληνικού κράτους που σήμερα βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο ως προς το ΑΕΠ σε σύγκριση με τις χώρες της ευρωζώνης, όμως φτάνει αυτό για να μειωθεί το έλλειμμα και να εξυπηρετηθεί το γιγάντιο χρέος; Μόνο οι τόκοι των 60 δις ευρώ που δανείστηκε φέτος η κυβέρνηση ξεπερνούν τα 3 δις, δηλαδή είναι περισσότεροι από τις ετήσιες καθαρές εισπράξεις των κοινοτικών προγραμμάτων. Επιπρόσθετα από πού θα βρεθούν κεφάλαια για επενδύσεις όταν η εθνική αποταμίευση είναι αρνητική (-5δις ευρώ από θετική το 2001) δεδομένου ότι βάσει του ισοζυγίου εισοδημάτων το 2008 πληρώσαμε για τόκους, μερίσματα και κέρδη προς το εξωτερικό 11 δις ευρώ, από 2,4 δις το 2004, δηλαδή αύξηση της τάξης του 343%.
Μα, θα πει κάποιος, είστε πολύ αυστηροί με το ΠΑΣΟΚ και πιο πάνω ακόμα περισσότερο με τη ΝΔ. Όλο κριτική ασκείτε και μάλιστα εκ του ασφαλούς. Ναι, είμαστε. Είμαστε αυστηροί, διότι από τα δύο μεγάλα κόμματα περιμένουμε να κυβερνηθεί η χώρα. Δεν ασκούμε όμως καμία κριτική εκ του ασφαλούς. Διότι εμείς θα ζήσουμε το πρώτο μισό του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, όχι η γενιά του πολυτεχνείου και του 114 που σταδιακά αποσύρεται. Κι επειδή βλέπουμε τις σταθερές που συντήρησαν την ανάπτυξη τις περασμένες δεκαετίες να καταρρέουν ανησυχούμε. Άρα δε γίνεται παρά να διεκδικούμε το καλύτερο δυνατό.
Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε λοιπόν. Και αλλάζουμε σημαίνει ριζική αποχώρηση από το υπάρχον status quo στην οικονομία και τους θεσμούς. Από τη νοοτροπία του ωχαδερφισμού, της απάθειας και του «δε βαριέσαι», τον παρεοκρατικό καπιταλισμό, το πλαδαρό κι αναποτελεσματικό δημοσιοϋπαλληλικό κράτος που παράγει χαμηλή δημόσια και κοινωνική αξία, τις επετηρίδες και το ηλικιακό status quo, τις νομενκλατούρες, τον τρόπο σκέψης και τις ιδεολογικές αναφορές που είναι κολλημένες στο ’70, τα υψηλά χρέη και ελλείμματα, το εμπορικό έλλειμμα, το οικολογικό έλλειμμα, την έλλειψη συλλογικών αγαθών.
Το να αλλάξουμε προς αυτή την κατεύθυνση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στους εαυτούς μας και ειδικά τους νέους της γενιάς των 700 ευρώ και τις μελλοντικές γενιές. Η αλλαγή όμως θα επέλθει από ένα πολιτικό project με τολμηρές παρεμβάσεις και μια αφήγηση που συνεγείρει το φαντασιακό, όχι απλώς μέσα από τη διατύπωση της καλής μας πρόθεσης και μόνο.
Ως προς την πρώτη αλήθεια ο ΓΑΠ ήταν απόλυτα πειστικός. Η πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται σε όλες τις στατιστικές, είναι αμείλικτη για τη ΝΔ. Η συντηρητική παράταξη εξάντλησε το πολιτικό της κεφάλαιο και μαζί τα αποθέματα κοινωνικής ανοχής και τα ερείσματα στο μεσαίο χώρο, ακόμα και αυτού του «πολύ» και «καταλληλότερου» κυρίου Κώστα Καραμανλή. Δεν είναι ότι δεν έκανε τίποτα. Έκανε και είπε πολλά. Όμως με τις πολιτικές που ακολούθησε πέτυχε από πενιχρά έως μηδενικά ή ακόμα και αρνητικά αποτελέσματα στις βασικές στρατηγικές της επιλογές. Ξεκίνησε να επανιδρύσει το κράτος και το διόγκωσε στον υπερθετικό βαθμό. Είπε ότι θα περικόψει την κρατική σπατάλη και προέβη σε μεγαλύτερη και απ’ αυτήν που θα περίμενε ακόμα κι ο μεγαλύτερος λαϊκιστής. Δεσμεύτηκε ότι θα τα βάλει με τους νταβατζήδες, τους προνομιούχους και τις ειδικές ομάδες των ρετιρέ και ακόμα ευδοκιμεί ο παρεοκρατικός καπιταλισμός, τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια της ακρίβειας, μαζί με τα κλειστά επαγγέλματα. Δικαιολογείται για τα μερεμέτια στο ασφαλιστικό, ισχυριζόμενη ότι οι αλλαγές στο σύστημα συντάξεων είναι μια διαρκής διαδικασία, ουσιαστικά προσπαθεί να αποφύγει να ασχοληθεί άμεσα και σε βάθος με το θέμα. Είπε ότι θα αυξήσει την απορροφητικότητα των κοινοτικών κονδυλίων και εδώ και τρία χρόνια δεν έχει εισρεύσει ούτε ένα ευρώ του ΕΣΠΑ στην πραγματική οικονομία σημειώνοντας αρνητικό ρεκόρ. Υποσχέθηκε σεμνότητα και ταπεινότητα και βουτήχτηκε στο βάζο με το μέλι. Μέχρι και το δικό της Κοσκωτά απέκτησε, τον φυγόδικο δραπέτη κύριο Χριστοφοράκο.
Προφανώς, ήδη βουλιάζουμε. Ακόμη χειρότερα, η οικονομική κρίση θα μας βρει κατά πάσα πιθανότητα σε μια κατάσταση L. Κάθετη πτώση και στη συνέχεια στασιμότητα ή ισχνή μεγέθυνση. Το θέμα είναι πως αλλάζουμε; Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο ερωτηματικό. Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να φέρει την πολυπόθητη αλλαγή; Δυνητικά δεν αμφιβάλουμε ότι θα μπορούσε. Όπως και η Νέα Δημοκρατία, είναι κόμμα-παράταξη με δυνατότητες, δυνάμεις και εμπειρία. Απέχει όμως πολύ από το να πείθει ότι θα τα καταφέρει για δύο λόγους.
Πρώτον, μια μεγάλη μερίδα των πολιτών συνεχίζει να βλέπει το ΠΑΣΟΚ με καχυποψία. Αντιλαμβάνεται ότι «δεν άλλαξε» όσο θα έπρεπε. Η ανανέωση, όπου επιχειρήθηκε σε πρόσωπα και ιδέες, ήταν λάιτ και σε μερικές περιπτώσεις έβγαλε ακόμα και αναπαλαίωση. Το «σύστημα ΠΑΣΟΚ» συνεχίζει να αποτελεί ένα σκιάχτρο για σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η αδιαμφισβήτητη ηθική υπεροχή που χρειάζεται ένα κόμμα για να ηγηθεί σημαντικών αλλαγών και οι ταυτίσεις που πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργήσει με τους πολίτες έτσι ώστε να διεγείρει το συλλογικό φαντασιακό, είναι δύσκολα ζητούμενα.
Δεύτερον, οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στην οικονομία και τους θεσμούς είναι τόσο μεγάλες που πραγματικά απαιτείται μια επανάσταση σε συνδυασμό με μια πολύ σοβαρή και συστηματική δουλειά για να υπάρξει αποτέλεσμα. Σωστό και ειλικρινές ότι το ΠΑΣΟΚ θα καταργήσει τη βιομηχανία των stage στο δημόσιο, όμως τόσο το πρόβλήμα των σταζιέρ, όσο και γενικότερα της γενιάς των 700 ευρώ είναι πολύ πιο σύνθετο. Συνδέεται και με το ασφαλιστικό που πλήττει με 44% το συνολικό κόστος εργασίας. Συνδέεται και με την επιχειρηματικότητα που είναι ρηχή. Συνδέεται και με το δυισμό που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά εργασίας: όλα για την προστατευμένη εργασία των μεσηλίκων, επισφάλεια και μισοδουλειές για τους νέους.
Σωστό επίσης ότι το ΠΑΣΟΚ προτίθεται να αυξήσει τα έσοδα του ελληνικού κράτους που σήμερα βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο ως προς το ΑΕΠ σε σύγκριση με τις χώρες της ευρωζώνης, όμως φτάνει αυτό για να μειωθεί το έλλειμμα και να εξυπηρετηθεί το γιγάντιο χρέος; Μόνο οι τόκοι των 60 δις ευρώ που δανείστηκε φέτος η κυβέρνηση ξεπερνούν τα 3 δις, δηλαδή είναι περισσότεροι από τις ετήσιες καθαρές εισπράξεις των κοινοτικών προγραμμάτων. Επιπρόσθετα από πού θα βρεθούν κεφάλαια για επενδύσεις όταν η εθνική αποταμίευση είναι αρνητική (-5δις ευρώ από θετική το 2001) δεδομένου ότι βάσει του ισοζυγίου εισοδημάτων το 2008 πληρώσαμε για τόκους, μερίσματα και κέρδη προς το εξωτερικό 11 δις ευρώ, από 2,4 δις το 2004, δηλαδή αύξηση της τάξης του 343%.
Μα, θα πει κάποιος, είστε πολύ αυστηροί με το ΠΑΣΟΚ και πιο πάνω ακόμα περισσότερο με τη ΝΔ. Όλο κριτική ασκείτε και μάλιστα εκ του ασφαλούς. Ναι, είμαστε. Είμαστε αυστηροί, διότι από τα δύο μεγάλα κόμματα περιμένουμε να κυβερνηθεί η χώρα. Δεν ασκούμε όμως καμία κριτική εκ του ασφαλούς. Διότι εμείς θα ζήσουμε το πρώτο μισό του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, όχι η γενιά του πολυτεχνείου και του 114 που σταδιακά αποσύρεται. Κι επειδή βλέπουμε τις σταθερές που συντήρησαν την ανάπτυξη τις περασμένες δεκαετίες να καταρρέουν ανησυχούμε. Άρα δε γίνεται παρά να διεκδικούμε το καλύτερο δυνατό.
Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε λοιπόν. Και αλλάζουμε σημαίνει ριζική αποχώρηση από το υπάρχον status quo στην οικονομία και τους θεσμούς. Από τη νοοτροπία του ωχαδερφισμού, της απάθειας και του «δε βαριέσαι», τον παρεοκρατικό καπιταλισμό, το πλαδαρό κι αναποτελεσματικό δημοσιοϋπαλληλικό κράτος που παράγει χαμηλή δημόσια και κοινωνική αξία, τις επετηρίδες και το ηλικιακό status quo, τις νομενκλατούρες, τον τρόπο σκέψης και τις ιδεολογικές αναφορές που είναι κολλημένες στο ’70, τα υψηλά χρέη και ελλείμματα, το εμπορικό έλλειμμα, το οικολογικό έλλειμμα, την έλλειψη συλλογικών αγαθών.
Το να αλλάξουμε προς αυτή την κατεύθυνση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στους εαυτούς μας και ειδικά τους νέους της γενιάς των 700 ευρώ και τις μελλοντικές γενιές. Η αλλαγή όμως θα επέλθει από ένα πολιτικό project με τολμηρές παρεμβάσεις και μια αφήγηση που συνεγείρει το φαντασιακό, όχι απλώς μέσα από τη διατύπωση της καλής μας πρόθεσης και μόνο.
Tuesday, May 26, 2009
Οικολόγοι-Πράσινοι. "Σερφάροντας" στο κύμα της δημοσκοπικής ανόδου
Οι Οικολόγοι-Πράσινοι «σερφάρουν» πάνω στο κύμα αγανάκτησης, και παράλληλα προσδοκίας των Ελλήνων πολιτών για αλλαγή. Ένα κύμα που δημιουργήθηκε 100 μέρες μετά τις εκλογές του 2007 από το φουσκωμένο ποτάμι της υποβόσκουσας απαξίωσης του πολιτικού μας συστήματος και το οποίο αρχικά καρπώθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Η διαπίστωση αυτή, διατυπωμένη βεβαίως με δικά μας λόγια, ανήκει στον Αντώνη Καφετζόπουλο, ο οποίος επιχείρησε κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής να εξηγήσει τη δημοσκοπική απογείωση του κόμματος με το οποίο είναι συμβολικά υποψήφιος στις ευρωεκλογές.
Πράγματι, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι (ΟΠ) βάλανε πλώρη για την Ευρωβουλή, χτυπώντας ακόμα και την τρίτη θέση με ποσοστά που ξεπερνούν κατά πολύ το 5% και σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν ακόμα και διψήφια νούμερα. Τι συμβαίνει;
Οι ΟΠ, φαίνεται να εκπροσωπούν αυτή τη στιγμή καλύτερα από κάθε άλλο πολιτικό φορέα, τη δυσφορία των πολιτών όχι απλώς για το δικομματισμό, αλλά για την αναποτελεσματικότητα του πολιτικού μας συστήματος συνολικά, μέρος του οποίου αποτελούν και τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς. Εύλογα λοιπόν, οι ΟΠ έχουν βρεθεί δημοσκοπικά στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως βασικού υποδοχέα του κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, ακόμα και ως οιωνεί εναλλακτικού πόλου μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων.
Οι συνθήκες τους ευνοούν. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι, εκμεταλλευόμενοι την παγκόσμια στροφή προς την πράσινη ανάπτυξη και την οικολογία, η οποία γεννήθηκε ως απάντηση στην παγκόσμια οικονομική κρίση με τις ευλογίες και του νέου Αμερικανού προέδρου, κ. Ομπάμα, καταφέρνουν να απευθυνθούν με εξαιρετική ευστοχία στο συλλογικό φαντασιακό και να δημιουργήσουν ταυτίσεις και προσδοκίες πέρα και έξω από τα παραδοσιακά όρια του πολιτικού εκκρεμούς ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά. Όπως συνέβη με το ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο ανάμεσα στις εκλογές του 2007 και τα Δεκεμβριανά το 2008, διεκδικούν και έχουν κατορθώσει να κερδίσουν, τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις, τη σκυτάλη της εκπροσώπησης του εναλλακτικού αντισυστημικού πόλου του πολιτικού μας συστήματος.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι λογικό να δημιουργούν έντονες αντιπάθειες και να αποκτούν ορκισμένους εχθρούς, κυρίως στα μικρά κόμματα που διεκδικούν τη διεύρυνση της εκλογικής τους απήχησης. Από τα δεξιά βάλλονται για τις θέσεις τους στα εθνικά θέματα. Από τα αριστερά αμφισβητείται η προοδευτικότητά τους. Από το κέντρο τους κατηγορούν για μονοθεματική ατζέντα και μονοδιάστατη οπτική στα πολιτικά πράγματα. Από τον ευρύτερο χώρο της οικολογίας στηλιτεύεται το γεγονός ότι επιχειρούν να μονοπωλήσουν το οικολογικό κίνημα και να εκφράσουν κατά αποκλειστικότητα την οικολογική ευαισθησία στη χώρα.
Ψιλά γράμματα. Σ’ αυτή τη φάση, στο συλλογικό φαντασιακό οι Οικολόγοι-Πράσινοι αποτελούν μια αξιοπρεπή, χωρίς βαρίδια εναλλακτική επιλογή. Για την ακρίβεια δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα για να αποδείξουν ποιοι είναι. Επάνω τους προβάλλονται, έστω και με απλουστευτικό τρόπο, όλες οι ματαιώσεις και οι προσδοκίες του εκλογικού σώματος για ένα νέο πολιτικό σχήμα που δεν θα φέρει τις «αμαρτίες του παρελθόντος». Ως εκ τούτου, το πολιτικό «ξύλο» που συνόδευσε την αρχική πολιτική αμηχανία των μικρών κομμάτων, δε φαίνεται ικανό να αναχαιτίσει την είσοδο των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο. Ίσως απλώς να περιστείλει την εκλογική τους δυναμική, κατεβάζοντάς τα ποσοστά τους σε φυσιολογικά για τα κυβικά τους επίπεδα.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, άλλο είναι το μείζον. Ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία, αναδεικνύονται σε έναν σημαντικό πόλο συσπείρωσης ανθρώπων, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς και αξιακούς ορίζοντες και αναζητάνε επίμονα πρωτότυπες και προωθητικές συνθέσεις στο πολιτικό σκηνικό. Η οικολογία και η πράσινη ανάπτυξη μπορούν να αποτελέσουν τον κεντρικό ιστό πάνω στον οποίο θα γίνουν τέτοιες συνθέσεις. Χαριτολογώντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ΟΠ σήμερα αποτελούν τη φωνή του απλού αγανακτισμένου με το πολιτικό σύστημα πολίτη που φωνάζει δυνατά «όχι άλλο κάρβουνο».
Προφανώς, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος του φαινομένου των Οικολόγων-Πράσινων μένει να φανεί. Θα εξαρτηθεί από πολλά πράγματα, ένα εκ των οποίων είναι η αποφυγή του οικολογικού λαϊκισμού και η επίδειξη ικανότητας να συνθέσουν ευρύτερα ζητήματα, όπως για παράδειγμα το εργασιακό (γενιά των 700 ευρώ, πρεκαριάτο, ανεργία και απασχόληση των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας), μέσα από το πρίσμα της πράσινης ανάπτυξης. Σε ό,τι μας αφορά, θεωρούμε καταρχήν ελπιδοφόρο ότι τουλάχιστον, κάτι κινείται και λαμβάνει δυναμική πέρα από τα συνηθισμένα και τετριμμένα.
Πράγματι, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι (ΟΠ) βάλανε πλώρη για την Ευρωβουλή, χτυπώντας ακόμα και την τρίτη θέση με ποσοστά που ξεπερνούν κατά πολύ το 5% και σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν ακόμα και διψήφια νούμερα. Τι συμβαίνει;
Οι ΟΠ, φαίνεται να εκπροσωπούν αυτή τη στιγμή καλύτερα από κάθε άλλο πολιτικό φορέα, τη δυσφορία των πολιτών όχι απλώς για το δικομματισμό, αλλά για την αναποτελεσματικότητα του πολιτικού μας συστήματος συνολικά, μέρος του οποίου αποτελούν και τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς. Εύλογα λοιπόν, οι ΟΠ έχουν βρεθεί δημοσκοπικά στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως βασικού υποδοχέα του κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, ακόμα και ως οιωνεί εναλλακτικού πόλου μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων.
Οι συνθήκες τους ευνοούν. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι, εκμεταλλευόμενοι την παγκόσμια στροφή προς την πράσινη ανάπτυξη και την οικολογία, η οποία γεννήθηκε ως απάντηση στην παγκόσμια οικονομική κρίση με τις ευλογίες και του νέου Αμερικανού προέδρου, κ. Ομπάμα, καταφέρνουν να απευθυνθούν με εξαιρετική ευστοχία στο συλλογικό φαντασιακό και να δημιουργήσουν ταυτίσεις και προσδοκίες πέρα και έξω από τα παραδοσιακά όρια του πολιτικού εκκρεμούς ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά. Όπως συνέβη με το ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο ανάμεσα στις εκλογές του 2007 και τα Δεκεμβριανά το 2008, διεκδικούν και έχουν κατορθώσει να κερδίσουν, τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις, τη σκυτάλη της εκπροσώπησης του εναλλακτικού αντισυστημικού πόλου του πολιτικού μας συστήματος.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι λογικό να δημιουργούν έντονες αντιπάθειες και να αποκτούν ορκισμένους εχθρούς, κυρίως στα μικρά κόμματα που διεκδικούν τη διεύρυνση της εκλογικής τους απήχησης. Από τα δεξιά βάλλονται για τις θέσεις τους στα εθνικά θέματα. Από τα αριστερά αμφισβητείται η προοδευτικότητά τους. Από το κέντρο τους κατηγορούν για μονοθεματική ατζέντα και μονοδιάστατη οπτική στα πολιτικά πράγματα. Από τον ευρύτερο χώρο της οικολογίας στηλιτεύεται το γεγονός ότι επιχειρούν να μονοπωλήσουν το οικολογικό κίνημα και να εκφράσουν κατά αποκλειστικότητα την οικολογική ευαισθησία στη χώρα.
Ψιλά γράμματα. Σ’ αυτή τη φάση, στο συλλογικό φαντασιακό οι Οικολόγοι-Πράσινοι αποτελούν μια αξιοπρεπή, χωρίς βαρίδια εναλλακτική επιλογή. Για την ακρίβεια δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα για να αποδείξουν ποιοι είναι. Επάνω τους προβάλλονται, έστω και με απλουστευτικό τρόπο, όλες οι ματαιώσεις και οι προσδοκίες του εκλογικού σώματος για ένα νέο πολιτικό σχήμα που δεν θα φέρει τις «αμαρτίες του παρελθόντος». Ως εκ τούτου, το πολιτικό «ξύλο» που συνόδευσε την αρχική πολιτική αμηχανία των μικρών κομμάτων, δε φαίνεται ικανό να αναχαιτίσει την είσοδο των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο. Ίσως απλώς να περιστείλει την εκλογική τους δυναμική, κατεβάζοντάς τα ποσοστά τους σε φυσιολογικά για τα κυβικά τους επίπεδα.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, άλλο είναι το μείζον. Ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία, αναδεικνύονται σε έναν σημαντικό πόλο συσπείρωσης ανθρώπων, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς και αξιακούς ορίζοντες και αναζητάνε επίμονα πρωτότυπες και προωθητικές συνθέσεις στο πολιτικό σκηνικό. Η οικολογία και η πράσινη ανάπτυξη μπορούν να αποτελέσουν τον κεντρικό ιστό πάνω στον οποίο θα γίνουν τέτοιες συνθέσεις. Χαριτολογώντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ΟΠ σήμερα αποτελούν τη φωνή του απλού αγανακτισμένου με το πολιτικό σύστημα πολίτη που φωνάζει δυνατά «όχι άλλο κάρβουνο».
Προφανώς, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος του φαινομένου των Οικολόγων-Πράσινων μένει να φανεί. Θα εξαρτηθεί από πολλά πράγματα, ένα εκ των οποίων είναι η αποφυγή του οικολογικού λαϊκισμού και η επίδειξη ικανότητας να συνθέσουν ευρύτερα ζητήματα, όπως για παράδειγμα το εργασιακό (γενιά των 700 ευρώ, πρεκαριάτο, ανεργία και απασχόληση των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας), μέσα από το πρίσμα της πράσινης ανάπτυξης. Σε ό,τι μας αφορά, θεωρούμε καταρχήν ελπιδοφόρο ότι τουλάχιστον, κάτι κινείται και λαμβάνει δυναμική πέρα από τα συνηθισμένα και τετριμμένα.
Monday, May 25, 2009
Η αντεπίθεση των αρπακτικών
Εδώ και μία βδομάδα, από την περασμένη Δευτέρα που ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές, δύο θέματα μονοπωλούν την προεκλογική ατζέντα. Και τα δύο πιστώνονται στο προεκλογικό επιτελείο της κυβέρνησης που έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να παίζει μπάλα μόνη της στο γήπεδο των ευρωεκλογών. Πρώτον, ακούμε για τα παπαγαλάκια του ΠΑΣΟΚ που όλα μίζερα και μαύρα τα βλέπουν σ’ αυτή τη χώρα, δηλητηριάζοντας έτσι το δημόσιο λόγο με τον κοινωνικό τους πεσιμισμό. Δεύτερον, παρακολουθούμε τη συζήτηση κερκίδας που διεξάγεται γύρω από το σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», φιλοσοφικό και πολιτικό ερώτημα που πρώτη χρησιμοποίησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ το 1915, και το οποίο σήμερα αξιοποιεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με μοναδικό σκοπό κατά την κυβέρνηση να στείλει το μήνυμα προς τους πολίτες ότι «πας μη πασόκος βάρβαρος».
Είναι προφανές ότι ασχολούμαστε με τρίχες και ότι κάνουμε την τρίχα τριχιά. Προτάσσονται οι ήσσονος σημασίας λεπτομέρειες, η «κέτσαπ» της προεκλογικής καμπάνιας όπως τη χαρακτήρισε ο πρώην υφυπουργός υγείας της ΝΔ, κος Γιαννόπουλος, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, και αγνοούνται επιδεικτικά τα μείζονα ζητήματα. Κανείς δεν αμφιβάλει ότι το ΠΑΣΟΚ, όπως παραδοσιακά κάνουν οι σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, καλλιεργεί υπέρ το δέον την κοινωνική απαισιοδοξία. Πολύ κακώς. Κανείς δεν αμφιβάλει επίσης ότι σε πλείστα όσα θέματα το ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει λαϊκισμό, στρογγύλεμα απόψεων, και προσπάθεια αποφυγής της καυτής πατάτας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δημοσιονομικό, όπου μοναδική λύση στο πρόβλημα θεωρείται η αύξηση των εσόδων δια της βελτίωσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης (φορολόγηση εκκλησίας) και της αύξησης των συντελεστών φορολόγησης, χωρίς να γίνεται καμία κουβέντα για τις δαπάνες.
Οι αδυναμίες της αντιπολίτευσης, όμως, δεν μπορούν να υποκρύψουν την πραγματικότητα του οικονομικού και πολιτικού ναυαγίου της κυβέρνησης σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Οι πολίτες έχουν μνήμη, έστω βραχυπρόθεσμη, και θυμούνται πολύ καθαρά τη βαρβαρότητα των αρπακτικών που ενδημούν στο χώρο της ΝΔ. Θυμούνται τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, τη "μασαμπούκα" υψηλών προδιαγραφών και το εσπευσμένο κλείσιμο της Βουλής. Ζουν το δημοσιονομικό Βατερλό ως προμηθευτές του δημοσίου ή ιδιώτες ενταγμένοι σε κάποιο πρόγραμμα χρηματοδότησης, συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι. Πλήττονται από την ακρίβεια σαν καταναλωτές. Φοβούνται από την ανεξέλεγκτη αύξηση της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Απογοητεύονται με το επίπεδο των σχολείων και των πανεπιστημίων σαν γονείς ή φοιτητές. Σαν νέοι της γενιάς των 700 ευρώ ξενερώνουν με την τύχη που τους επιφυλάσσει η ελληνική αγορά εργασίας, όπου κυριαρχούν οι μισοδουλειές και ανθίζει η κρατικά ελεγχόμενη βιομηχανία των stage. Οι πάντες εν τέλει αντιλαμβάνονται ότι η επανίδρυση του κράτους που ήταν το μεγάλο διακύβευμα του 2004 κατάντησε πουκάμισο αδειανό.
Επιτέλους, ας σοβαρευτούμε και ας βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Το πλοίο βουλιάζει και ο καπετάνιος φτιάχνει διαφημίσεις για να μας πείσει περί του αντιθέτου. Σήμερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καταθέτει την Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στον Υπουργό Οικονομίας κ. Παπαθανασίου. Μια έκθεση, η οποία εύκολα θα μπορούσε να έχει τίτλο «Η δική μας κοντινή Αργεντινή», και όπου επισημαίνεται ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το έλλειμμα (θα ξεπεράσει το 6% το 2009), το μεγάλο δημόσιο χρέος (θα ξεπεράσει το 100%), το σπάταλο κράτος, τα παραθυράκια στη φορολογία, και η απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Ως προς την τελευταία, την περασμένη μόλις βδομάδα το IMD στο World Competitiveness Yearbook ανακοίνωσε ότι φέτος απολέσαμε 10 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη πιάνοντας πάτο (52η από 57 χώρες). Κι αυτό από μόνο του αναχαιτίζει την αντεπίθεση των αρπακτικών.
Είναι προφανές ότι ασχολούμαστε με τρίχες και ότι κάνουμε την τρίχα τριχιά. Προτάσσονται οι ήσσονος σημασίας λεπτομέρειες, η «κέτσαπ» της προεκλογικής καμπάνιας όπως τη χαρακτήρισε ο πρώην υφυπουργός υγείας της ΝΔ, κος Γιαννόπουλος, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, και αγνοούνται επιδεικτικά τα μείζονα ζητήματα. Κανείς δεν αμφιβάλει ότι το ΠΑΣΟΚ, όπως παραδοσιακά κάνουν οι σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, καλλιεργεί υπέρ το δέον την κοινωνική απαισιοδοξία. Πολύ κακώς. Κανείς δεν αμφιβάλει επίσης ότι σε πλείστα όσα θέματα το ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει λαϊκισμό, στρογγύλεμα απόψεων, και προσπάθεια αποφυγής της καυτής πατάτας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δημοσιονομικό, όπου μοναδική λύση στο πρόβλημα θεωρείται η αύξηση των εσόδων δια της βελτίωσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης (φορολόγηση εκκλησίας) και της αύξησης των συντελεστών φορολόγησης, χωρίς να γίνεται καμία κουβέντα για τις δαπάνες.
Οι αδυναμίες της αντιπολίτευσης, όμως, δεν μπορούν να υποκρύψουν την πραγματικότητα του οικονομικού και πολιτικού ναυαγίου της κυβέρνησης σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Οι πολίτες έχουν μνήμη, έστω βραχυπρόθεσμη, και θυμούνται πολύ καθαρά τη βαρβαρότητα των αρπακτικών που ενδημούν στο χώρο της ΝΔ. Θυμούνται τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα, τη "μασαμπούκα" υψηλών προδιαγραφών και το εσπευσμένο κλείσιμο της Βουλής. Ζουν το δημοσιονομικό Βατερλό ως προμηθευτές του δημοσίου ή ιδιώτες ενταγμένοι σε κάποιο πρόγραμμα χρηματοδότησης, συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι. Πλήττονται από την ακρίβεια σαν καταναλωτές. Φοβούνται από την ανεξέλεγκτη αύξηση της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας. Απογοητεύονται με το επίπεδο των σχολείων και των πανεπιστημίων σαν γονείς ή φοιτητές. Σαν νέοι της γενιάς των 700 ευρώ ξενερώνουν με την τύχη που τους επιφυλάσσει η ελληνική αγορά εργασίας, όπου κυριαρχούν οι μισοδουλειές και ανθίζει η κρατικά ελεγχόμενη βιομηχανία των stage. Οι πάντες εν τέλει αντιλαμβάνονται ότι η επανίδρυση του κράτους που ήταν το μεγάλο διακύβευμα του 2004 κατάντησε πουκάμισο αδειανό.
Επιτέλους, ας σοβαρευτούμε και ας βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Το πλοίο βουλιάζει και ο καπετάνιος φτιάχνει διαφημίσεις για να μας πείσει περί του αντιθέτου. Σήμερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καταθέτει την Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία στον Υπουργό Οικονομίας κ. Παπαθανασίου. Μια έκθεση, η οποία εύκολα θα μπορούσε να έχει τίτλο «Η δική μας κοντινή Αργεντινή», και όπου επισημαίνεται ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το έλλειμμα (θα ξεπεράσει το 6% το 2009), το μεγάλο δημόσιο χρέος (θα ξεπεράσει το 100%), το σπάταλο κράτος, τα παραθυράκια στη φορολογία, και η απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Ως προς την τελευταία, την περασμένη μόλις βδομάδα το IMD στο World Competitiveness Yearbook ανακοίνωσε ότι φέτος απολέσαμε 10 θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη πιάνοντας πάτο (52η από 57 χώρες). Κι αυτό από μόνο του αναχαιτίζει την αντεπίθεση των αρπακτικών.
Saturday, May 23, 2009
Μαύρο σε κυβέρνηση και αντι-ευρωπαϊστές
Της G700
Η συμμετοχή στις εκλογές δεν είναι δικαίωμα. Είναι υποχρέωση. Διότι μόνο οι πολίτες μπορούν να διαφυλάξουν το ηθικό κύρος της δημοκρατίας, ιδιαίτερα μέρες που είναι. Και η αναμέτρηση έρχεται σε μία συγκυρία κρίσιμη. Η οικονομική κρίση καθιστά αυτές τις ευρωπαϊκές εκλογές περισσότερο εθνικές από συνήθως, καθώς οι ψηφοφόροι στρέφονται στις κυβερνήσεις τους και ζητούν λύσεις.
Στις 7 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί η έβδομη εκλογική αναμέτρηση στην ιστορία για την ανάδειξη των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Περίπου 400 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες ψηφίζουν για τους 736 ευρωβουλευτές που συγκροτούν το μοναδικό ευρωπαϊκό θεσμό στον οποίο οι πολίτες συμμετέχουν άμεσα. 9.866.913 Έλληνες, από τους οποίους οι 110.562 για πρώτη φορά, θα κληθούν να αποφασίσουν για τους 22 βουλευτές που επιθυμούν να τους εκπροσωπήσουν την επόμενη πενταετία στο Ευρωκοινοβούλιο.
Το διακύβευμα, όμως, είναι ευρωπαϊκό. Το μπλοκάρισμα της οδηγίας για το 65ωρο, η τροποποίηση της πρότασης της Επιτροπής για τα πνευματικά δικαιώματα των μουσικών κομματιών, το μπλοκάρισμα του νομοθετικού πακέτου για τις τηλεπικοινωνίες και η προστασία της πρόσβασης στο Internet ως θεμελιώδους δικαιώματος σε σχέση με το ζήτημα του παράνομου downloading και τον νόμο που πέρασε ο Σαρκοζύ, η οδηγία REACH για τα χημικά, όλα αυτά δείχνουν πόσο άμεσα επηρεάζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και ειδικά το Κοινοβούλιο την καθημερινότητά μας.
Ταυτόχρονα, κι επειδή τα παραπάνω θέματα ανήκουν στην παρελθούσα κοινοβουλευτική περίοδο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι την επόμενη πενταετία θα ληφθούν αποφάσεις για σειρά κρίσιμων για την καθημερινότητά μας ζητημάτων. Αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, απασχόληση, ενεργειακή ασφάλεια, νόμιμη μετανάστευση, αστυνομική συνεργασία των κρατών, πολιτική για τον τουρισμό. Μάλιστα, με την κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας από τους Ιρλανδούς τον Οκτώβριο, το Ευρωκοινοβούλιο ενισχύει τις νομοθετικές εξουσίες του σε όλα σχεδόν τα ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής και γίνεται συνομοθέτης με το Συμβούλιο, το οποίο εκφράζει τις θέσεις των εθνικών κυβερνήσεων.
Γι’ αυτό, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυναμώνει θεσμικά, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να καταντήσει "πολιτική σκιά" λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος από την πλευρά των πολιτών. Έχουμε και εμείς ευθύνη. Να ενημερωνόμαστε και να συμμετέχουμε. Και πρέπει όλοι να ρίξουμε την ψήφο. Η παραλία μπορεί να περιμένει.
Ποιον, όμως, να ψηφίσουμε;
Για τη G700, βασικό κριτήριο πολιτικής προτίμησης είναι η ενσωμάτωση της ατζέντας της διαγενεακής δικαιοσύνης στο πολιτικό πρόγραμμα ενός κόμματος, και η αναγνώρισή της ως βασικής συνιστώσας της κοινωνικής δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, είναι η ατζέντα των επισφαλών νέων εργαζόμενων (πρεκαριάτου) και του εργασιακού ζητήματος συνολικά, της αντιμετώπισης του εκρηκτικού δημοσιονομικού προβλήματος, της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, της αντιμετώπισης του οικολογικού ελλείμματος και της πράσινης ανάπτυξης, της ποιοτικής αναβάθμισης των συλλογικών αγαθών.
Προφανώς, και αυτό είναι απόλυτα λογικό, δεν υπάρχει κάποιο κόμμα το οποίο να εκπροσωπεί αυτή τη στιγμή το σύνολο της συγκεκριμένης ατζέντας με ιδεολογική καθαρότητα και σαφήνεια προγραμματικών θέσεων. Ούτε θα περιμέναμε ποτέ κάτι τέτοιο. Και η WWF αναπτύσσει την ατζέντα της, χωρίς να προσδοκά ότι αυτή θα υιοθετηθεί εξ’ ολοκλήρου. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο κάθε πολιτικός φορέας διαθέτει επιμέρους δυνατά σημεία ανάλογα με τις πολιτικές και ιδεολογικές του προτεραιότητες. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι και το ΠΑΣΟΚ αναπτύσσουν με ένταση και επιμονή την ατζέντα της πράσινης ανάπτυξης, ο ανανεωτικός ΣΥΝ και ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ τοποθετούν το ζήτημα του πρεκαριάτου στην ευρωπαϊκή του διάσταση, η Φιλελεύθερη Συμμαχία δε μασάει τα λόγια της σε δημοσιονομικό και ασφαλιστικό, το νέο κόμμα των Δημοκρατικών έχει αναπτύξει μια μετα-μεταπολιτευτική πολιτική αφήγηση όπου σημαντικό ρόλο σ’ αυτή παίζει η αναδιανομή ευκαιριών και πόρων υπέρ των νέων.
Υπάρχουν, όμως, και δυνάμεις οι οποίες σίγουρα δε χωράνε στο κάδρο της φετινής ψήφου. Είναι η κυβέρνηση που κατέστησε την Ελλάδα ξανά μαύρο πρόβατο στην ΕΕ λόγω δημοσιονομικού, καθώς και όλοι οι αντι-ευρωπαϊστές. Όχι αυτοί που παλεύουν για μια «άλλη» Ευρώπη εντός της ΕΕ, αλλά εκείνοι που θεωρούν ότι η ΕΕ είναι από την κούνια της ταξική και κοινωνικά άδικη, αγνοώντας επιμελώς το γεγονός ότι εάν σήμερα η Ελλάδα δεν ήταν κομμάτι των ευρωπαϊκών θεσμών, θα είχε καταντήσει θεσμικά και οικονομικά «Ζιμπάμπουε».
Thursday, May 21, 2009
Καταψηφίζουμε κυβέρνηση και αντι-ευρωπαϊκές δυνάμεις. Συνέντευξη G700 στο ΣΚΑΙ
Ο Σωτήρης Ράπτης, ιδρυτικό μέλος της G700, μιλάει για τις ευρωεκλογές, στην εκπομπή του Μπάμπη Παπαδημητρίου, Σημειώσεις, στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ. Η συνέντευξη ξεκινάει στο σημείο 13:30 του streaming και διαρκεί 7 λεπτά.
Wednesday, May 20, 2009
Το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους, αλλά όχι από τις ευρωεκλογές
Tου Timothy Garton Ash *
Europe's future depends on voters. But not on the European elections
© The Guardian
Μετάφραση από την ομάδα του PPOL
Τις προάλλες άκουσα έναν ευρωπαϊστή Βρετανό πολιτικό να λέει κάτι απίστευτο. Το κόμμα του, μας εξομολογήθηκε, σκέφτεται σε αυτές τις ευρωεκλογές να συζητήσει για την Ευρώπη! Οι πάντες στο πάνελ άρχισαν να γελούν κάτω από τα μουστάκια τους. Να συζητήσουμε για την Ευρώπη στις ευρωεκλογές; Τι πρωτότυπη ιδέα! Και πόσο γελοία!
Κι αυτό δεν αφορά μόνο την ευρωσκεπτικιστική Βρετανία. Παντού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) η άμεση εκλογή του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (ΕΚ), που θα λάβει χώρα ταυτόχρονα σε 27 χώρες το διάστημα μεταξύ 4 και 7 Ιουνίου, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική πολιτική κατάσταση των κρατών-μελών. Στα περισσότερα κράτη-μέλη, οι όλο και λιγότεροι πολίτες που μπαίνουν στον κόπο να πάνε να ψηφίσουν, σκοπεύουν να εκφράσουν τη γνώμη τους για τα εθνικά τους κόμματα, τους πολιτικούς της κεντρικής πολιτικής τους σκηνής και τις κυβερνήσεις τους.
Το τι έκαναν οι ευρωβουλευτές την τελευταία πενταετία στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, τι λέει το πρόγραμμα των λεγόμενων ευρωπαϊκών κομμάτων -όπως του «ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος» (ΕΛΚ) ή του «ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κόμματος» (ΕΣΚ)- το ποια είναι τα μεγάλα ζητήματα που θα απασχολήσουν το ΕΚ στο άμεσο μέλλον -οι περισσότεροι ψηφοφόροι αδιαφορούν πλήρως για αυτά τα ερωτήματα.
Στη Βρετανία, τα εκλογικά αποτελέσματα -μαζί με αυτά των τοπικών εκλογών που γίνονται ταυτόχρονα- θα αναγνωστούν ως προάγγελος των επόμενων γενικών εκλογών.
Κοντολογίς, στο περιθώριο της προεκλογικής περιόδου, ίσως να συζητήσουμε λιγάκι και για τη θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη. Αλλά οι περισσότεροι ψηφοφόροι δε θα επηρεαστούν στο ελάχιστο από αυτές τις κουβέντες. Τόσο στη Βρετανία, όσο κι αλλού, το καθοριστικό θα είναι η εγχώρια πολιτική κατάσταση. Το μόνο που σίγουρα δε θα έχουμε, είναι μια πανευρωπαϊκή συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.
Όσον αφορά τη συμμετοχή στις εκλογές, αυτή μειώνεται σταθερά από το 1979, οπότε έγιναν οι πρώτες ευρωεκλογές. Από 65% πανευρωπαϊκά εδώ και 30 χρόνια, η συμμετοχή έφτασε το 2004 στο 50%. Στη Βρετανία, για το ποιοι θα αντιπροσωπεύσουν τη χώρα στο γυάλινο κοινοβούλιο των Βρυξελλών ψήφισαν το 2004 λιγότεροι από εκείνους που ψήφισαν για το ποιος θα αποχωρήσει από το τηλεοπτικό σπίτι του «μπιγκ μπράδερ». Σύμφωνα με το ευρωβαρόμετρο, τούτη τη φορά η συμμετοχή θα πέσει κι άλλο, και θα φτάσει γύρω στο 40% (και το ευρωβαρόμετρο έχει μια μακρά παράδοση να υπερεκτιμά το ποσοστό συμμετοχής στις ευρωεκλογές).
Οι Ευρωπαίοι λοιπόν εκδηλώνονται μη ψηφίζοντας. Εκφράζονται για την Ευρώπη μη μιλώντας για την Ευρώπη. Ας το πάρουμε απόφαση: δε διαθέτουμε μία λειτουργική, νομιμοποιημένη και αποτελεσματική ευρωπαϊκή δημοκρατική διαδικασία, ούτε προβλέπεται να αποκτήσουμε κάτι παρόμοιο στο ορατό μέλλον. Μερικοί άνθρωποι ανησυχούν αληθινά για το γεγονός αυτό, και θεωρούν πως μια Ευρώπη νομιμοποιημένη δημοκρατικά θα ήταν πιο αποτελεσματική. 'Αλλοι χρησιμοποιούν το περίφημο «δημοκρατικό έλλειμμα» σαν πρόφαση για να χτυπήσουν τις «Βρυξέλλες». Αν η ΕΕ ήταν πιο δημοκρατική, θα τη χτυπούσαν ακόμα σκληρότερα.
Υπάρχουν ένα-δυο απλά και ελκυστικά πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε αμέσως για τον περίφημο εκδημοκρατισμό της ΕΕ: να εκλέγουμε άμεσα τον πρόεδρο της «ευρωπαϊκής επιτροπής» (Κομισιόν)· να εκλέγουμε άμεσα τον πρόεδρο του «ευρωπαϊκού συμβουλίου» -κάτι που ίσως γίνει αν ισχύσει η «συνθήκη της Λισαβόνας». Ακόμα κι αυτά όμως, δεν πρόκειται να αλλάξουν το βασικό χαρακτηριστικό της ΕΕ, που είναι ένα υβρίδιο του οποίου η δημοκρατική νομιμοποίηση προέρχεται κυρίως από το ότι τα κράτη-μέλη της είναι δημοκρατικά, παρά από τη δημοκρατική της λειτουργία.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η δημοκρατική νομιμοποίηση θα έπρεπε να ευνοεί την αποτελεσματικότητα -και τανάπαλιν. Πρακτικά, η ενδυνάμωση ορισμένων δημοκρατικών λειτουργιών της ΕΕ ίσως κάνει ακόμα πιο αναποτελεσματική την ΕΕ, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων (ήδη, χάρη στη λεγόμενη διαδικασία της συναπόφασης, το ΕΚ παίζει σημαντικότερο ρόλο από ότι νομίζουν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι, πράγμα βέβαια που δε σημαίνει πως οι αποφάσεις της ΕΕ λαμβάνονται αστραπιαία).
Δεν πρόκειται να αποκτήσουμε σύντομα μία ενιαία, δημοκρατική ευρωπαϊκή δημοκρατία. Αλλά έχουμε ήδη μια κοινότητα ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Η νομιμοποίηση αυτής της κοινότητας θα ενισχυθεί αν η ΕΕ ανταποκριθεί καλύτερα στις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών, πολύ περισσότερο από το αν κάνει ή δεν κάνει τις όποιες θεσμικές της αλλαγές -που ο περισσότερος κόσμος ούτε τις θέλει, ούτε τις κατανοεί, ούτε τον ενδιαφέρουν στο παραμικρό.
Θέλουμε έργα! Δείξτε μας αποτελέσματα στην ενεργειακή πολιτική τις σχέσεις με την Κίνα ή τη Ρωσία, την κλιματική αλλαγή, τη μετανάστευση, το συντονισμό των εθνικών οικονομικών πολιτικών, ούτως ώστε να προστατευθεί η απασχόληση σε καιρούς οικονομικής ύφεσης, την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου κατά των όποιων εκφοβισμών, την αποτελεσματική απόκρουση της γρίπης Α! Με άλλα λόγια: ακολουθήστε το σύνθημα της «νάικ» -«just do it».
Η αποτελεσματικότητα θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση.
Η «συνθήκη της Λισαβόνας» ίσως να βοηθήσει πράγματι λιγάκι, χάρη στη θέσπιση νέων οργάνων (κυρίως στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής). Το κλειδί όμως είναι η πολιτική βούληση. Που προς το παρόν εκφράζεται κυρίως από τις εθνικές κυβερνήσεις, που με τη σειρά τους εκφράζουν -έστω κι ατελώς- τις επιθυμίες των αντίστοιχων εθνικών εκλογικών σωμάτων.
Το πραγματικό πρόβλημα της ΕΕ είναι πως -καταμεσής μάλιστα σε μια οικονομική κρίση, κι ενώ η παγκόσμια ισχύς μετατοπίζεται διαρκώς προς μη-ευρωπαϊκά κράτη- οι ευρωπαϊκές εθνικές κυβερνήσεις -πόσο μάλλον οι λαοί της Ευρώπης- δε δείχνουν την παραμικρή έγνοια να αντιδράσουν ή να δείξουν κάποια εποικοδομητική πολιτική βούληση. Εν έτει 2009, το σύμβολο της Ευρώπης δε θα έπρεπε να είναι η περίφημη μπλε σημαία με τα δώδεκα χρυσά αστέρια, αλλά μια γκρίζα στρουθοκάμηλος, με το κεφάλι της βαθιά χωμένο στην άμμο.
Το μόνο αποτέλεσμα που είχε η κρίση ήταν να προκαλέσει εσωστρέφεια, να επανεθνικοποιήσει την ευρωπαϊκή πολιτική, να φέρει στην επιφάνεια έναν καμουφλαρισμένο προστατευτισμό, να πυροδοτήσει αλληλοκατηγορίες και εθνικό εγωισμό. Η ηγεσία των ευρωπαϊκών θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της Κομισιόν, προσπαθεί να το σταματήσει αυτό, αλλά η πραγματική πολιτική δύναμη εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων, και οι λαοί της Ευρώπης δείχνουν πως δε θέλουν να πάει πουθενά αλλού.
Συνεπάγεται πως οι πραγματικά σημαντικές ευρωπαϊκές εκλογές δεν είναι οι ευρωεκλογές. Είναι οι εθνικές εκλογές, και μάλιστα στις χώρες που παραδοσιακά υπήρξαν οι κινητήρες -ή τα φρένα- της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αν π.χ. την επόμενη άνοιξη ή το επόμενο καλοκαίρι οι Συντηρητικοί κερδίσουν στις βρετανικές γενικές εκλογές, ξέρουμε πως η οικεία βρετανική τροχοπέδη θα είναι ακόμα πιο έντονη. Αλλά πολύ περισσότερα διακυβεύονται στις επερχόμενες εκλογές μιας χώρας που επί δεκαετίες είναι ο βασικός κινητήρας της Ευρώπης: της Γερμανίας. Οι πραγματικά σημαντικές ευρωπαϊκές εκλογές δε θα γίνουν στις 7 Ιουνίου, αλλά στις 27 Σεπτεμβρίου.
*Ο Timothy Garton Ash είναι καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και αρθρογραφεί τακτικά στην «Guardian». Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξάγεται πανευρωπαϊκά για την Ευρώπη και τη σημασία των ευρωεκλογών.
Europe's future depends on voters. But not on the European elections
© The Guardian
Μετάφραση από την ομάδα του PPOL
Τις προάλλες άκουσα έναν ευρωπαϊστή Βρετανό πολιτικό να λέει κάτι απίστευτο. Το κόμμα του, μας εξομολογήθηκε, σκέφτεται σε αυτές τις ευρωεκλογές να συζητήσει για την Ευρώπη! Οι πάντες στο πάνελ άρχισαν να γελούν κάτω από τα μουστάκια τους. Να συζητήσουμε για την Ευρώπη στις ευρωεκλογές; Τι πρωτότυπη ιδέα! Και πόσο γελοία!
Κι αυτό δεν αφορά μόνο την ευρωσκεπτικιστική Βρετανία. Παντού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) η άμεση εκλογή του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (ΕΚ), που θα λάβει χώρα ταυτόχρονα σε 27 χώρες το διάστημα μεταξύ 4 και 7 Ιουνίου, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική πολιτική κατάσταση των κρατών-μελών. Στα περισσότερα κράτη-μέλη, οι όλο και λιγότεροι πολίτες που μπαίνουν στον κόπο να πάνε να ψηφίσουν, σκοπεύουν να εκφράσουν τη γνώμη τους για τα εθνικά τους κόμματα, τους πολιτικούς της κεντρικής πολιτικής τους σκηνής και τις κυβερνήσεις τους.
Το τι έκαναν οι ευρωβουλευτές την τελευταία πενταετία στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, τι λέει το πρόγραμμα των λεγόμενων ευρωπαϊκών κομμάτων -όπως του «ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος» (ΕΛΚ) ή του «ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κόμματος» (ΕΣΚ)- το ποια είναι τα μεγάλα ζητήματα που θα απασχολήσουν το ΕΚ στο άμεσο μέλλον -οι περισσότεροι ψηφοφόροι αδιαφορούν πλήρως για αυτά τα ερωτήματα.
Στη Βρετανία, τα εκλογικά αποτελέσματα -μαζί με αυτά των τοπικών εκλογών που γίνονται ταυτόχρονα- θα αναγνωστούν ως προάγγελος των επόμενων γενικών εκλογών.
- Οι πολιτικοί παρατηρητές θα παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις επιδόσεις του ξενοφοβικού «βρετανικού εθνικού κόμματος» (BNP), που βέβαια θα σχετίζονται από ελάχιστα έως καθόλου με τα τεκταινόμενα στην ΕΕ.
- Το αποτέλεσμα του «εργατικού κόμματος» μπορεί να μην αποδειχθεί τόσο κακό όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, για τον πολύ απλό λόγο πως οι Εργατικοί τα είχαν πάει ήδη χάλια στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Έτσι, ακόμα κι αν το κυβερνών κόμμα βουλιάξει -όπως αναμένεται- στις εκλογές, ίσως να εκλέξει κανά-δυο ευρωβουλευτές περισσότερους! Αυτό ακριβώς προβλέπει μια πανευρωπαϊκή πρόγνωση που εκπόνησαν τρεις πολιτικοί επιστήμονες.
- Οι Ντέιβιντ Κάμερον (David Cameron) και Ουίλιαμ Χέιγκ (William Hague) ελπίζουν να κερδίσουν λίγες ψήφους ζητώντας και πάλι δημοψήφισμα για τη συνθήκη της Λισαβόνας. Ο Χέιγκ μάλιστα υπερακόντισε τον ηγέτη του, λέγοντας πως μία Συντηρητική κυβέρνηση πιθανότατα θα αμφισβητήσει το βαθμό ευρωπαϊκής ενοποίησης που επιβάλει η συνθήκη, ακόμα κι αν εντωμεταξύ η συνθήκη αυτή έχει εγκριθεί από όλα τα κράτη-μέλη, ακόμα κι αν έχει υπερψηφιστεί σε ένα δεύτερο ιρλανδικό δημοψήφισμα. «Δεν αποκλείουμε τίποτα» δήλωσε στους «τάιμς». Δήλωσε επίσης πως οι Βρετανοί Συντηρητικοί θα βρουν στο επόμενο ΕΚ αρκετούς συμμάχους ώστε να σχηματίσουν μία νέα συντηρητική ευρωκοινοβουλευτική ομάδα.
- Οι «ελεύθεροι δημοκράτες» (LIB-DEM) από τη μεριά τους σκοπεύουν να αναδείξουν πόσο επικίνδυνος είναι ο βρετανικός απομονωτισμός στην ΕΕ -με άλλα λόγια οι απόψεις του Χέιγκ.
Κοντολογίς, στο περιθώριο της προεκλογικής περιόδου, ίσως να συζητήσουμε λιγάκι και για τη θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη. Αλλά οι περισσότεροι ψηφοφόροι δε θα επηρεαστούν στο ελάχιστο από αυτές τις κουβέντες. Τόσο στη Βρετανία, όσο κι αλλού, το καθοριστικό θα είναι η εγχώρια πολιτική κατάσταση. Το μόνο που σίγουρα δε θα έχουμε, είναι μια πανευρωπαϊκή συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.
Όσον αφορά τη συμμετοχή στις εκλογές, αυτή μειώνεται σταθερά από το 1979, οπότε έγιναν οι πρώτες ευρωεκλογές. Από 65% πανευρωπαϊκά εδώ και 30 χρόνια, η συμμετοχή έφτασε το 2004 στο 50%. Στη Βρετανία, για το ποιοι θα αντιπροσωπεύσουν τη χώρα στο γυάλινο κοινοβούλιο των Βρυξελλών ψήφισαν το 2004 λιγότεροι από εκείνους που ψήφισαν για το ποιος θα αποχωρήσει από το τηλεοπτικό σπίτι του «μπιγκ μπράδερ». Σύμφωνα με το ευρωβαρόμετρο, τούτη τη φορά η συμμετοχή θα πέσει κι άλλο, και θα φτάσει γύρω στο 40% (και το ευρωβαρόμετρο έχει μια μακρά παράδοση να υπερεκτιμά το ποσοστό συμμετοχής στις ευρωεκλογές).
Οι Ευρωπαίοι λοιπόν εκδηλώνονται μη ψηφίζοντας. Εκφράζονται για την Ευρώπη μη μιλώντας για την Ευρώπη. Ας το πάρουμε απόφαση: δε διαθέτουμε μία λειτουργική, νομιμοποιημένη και αποτελεσματική ευρωπαϊκή δημοκρατική διαδικασία, ούτε προβλέπεται να αποκτήσουμε κάτι παρόμοιο στο ορατό μέλλον. Μερικοί άνθρωποι ανησυχούν αληθινά για το γεγονός αυτό, και θεωρούν πως μια Ευρώπη νομιμοποιημένη δημοκρατικά θα ήταν πιο αποτελεσματική. 'Αλλοι χρησιμοποιούν το περίφημο «δημοκρατικό έλλειμμα» σαν πρόφαση για να χτυπήσουν τις «Βρυξέλλες». Αν η ΕΕ ήταν πιο δημοκρατική, θα τη χτυπούσαν ακόμα σκληρότερα.
Υπάρχουν ένα-δυο απλά και ελκυστικά πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε αμέσως για τον περίφημο εκδημοκρατισμό της ΕΕ: να εκλέγουμε άμεσα τον πρόεδρο της «ευρωπαϊκής επιτροπής» (Κομισιόν)· να εκλέγουμε άμεσα τον πρόεδρο του «ευρωπαϊκού συμβουλίου» -κάτι που ίσως γίνει αν ισχύσει η «συνθήκη της Λισαβόνας». Ακόμα κι αυτά όμως, δεν πρόκειται να αλλάξουν το βασικό χαρακτηριστικό της ΕΕ, που είναι ένα υβρίδιο του οποίου η δημοκρατική νομιμοποίηση προέρχεται κυρίως από το ότι τα κράτη-μέλη της είναι δημοκρατικά, παρά από τη δημοκρατική της λειτουργία.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η δημοκρατική νομιμοποίηση θα έπρεπε να ευνοεί την αποτελεσματικότητα -και τανάπαλιν. Πρακτικά, η ενδυνάμωση ορισμένων δημοκρατικών λειτουργιών της ΕΕ ίσως κάνει ακόμα πιο αναποτελεσματική την ΕΕ, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων (ήδη, χάρη στη λεγόμενη διαδικασία της συναπόφασης, το ΕΚ παίζει σημαντικότερο ρόλο από ότι νομίζουν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι, πράγμα βέβαια που δε σημαίνει πως οι αποφάσεις της ΕΕ λαμβάνονται αστραπιαία).
Δεν πρόκειται να αποκτήσουμε σύντομα μία ενιαία, δημοκρατική ευρωπαϊκή δημοκρατία. Αλλά έχουμε ήδη μια κοινότητα ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Η νομιμοποίηση αυτής της κοινότητας θα ενισχυθεί αν η ΕΕ ανταποκριθεί καλύτερα στις προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών, πολύ περισσότερο από το αν κάνει ή δεν κάνει τις όποιες θεσμικές της αλλαγές -που ο περισσότερος κόσμος ούτε τις θέλει, ούτε τις κατανοεί, ούτε τον ενδιαφέρουν στο παραμικρό.
Θέλουμε έργα! Δείξτε μας αποτελέσματα στην ενεργειακή πολιτική τις σχέσεις με την Κίνα ή τη Ρωσία, την κλιματική αλλαγή, τη μετανάστευση, το συντονισμό των εθνικών οικονομικών πολιτικών, ούτως ώστε να προστατευθεί η απασχόληση σε καιρούς οικονομικής ύφεσης, την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου κατά των όποιων εκφοβισμών, την αποτελεσματική απόκρουση της γρίπης Α! Με άλλα λόγια: ακολουθήστε το σύνθημα της «νάικ» -«just do it».
Η αποτελεσματικότητα θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση.
Η «συνθήκη της Λισαβόνας» ίσως να βοηθήσει πράγματι λιγάκι, χάρη στη θέσπιση νέων οργάνων (κυρίως στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής). Το κλειδί όμως είναι η πολιτική βούληση. Που προς το παρόν εκφράζεται κυρίως από τις εθνικές κυβερνήσεις, που με τη σειρά τους εκφράζουν -έστω κι ατελώς- τις επιθυμίες των αντίστοιχων εθνικών εκλογικών σωμάτων.
Το πραγματικό πρόβλημα της ΕΕ είναι πως -καταμεσής μάλιστα σε μια οικονομική κρίση, κι ενώ η παγκόσμια ισχύς μετατοπίζεται διαρκώς προς μη-ευρωπαϊκά κράτη- οι ευρωπαϊκές εθνικές κυβερνήσεις -πόσο μάλλον οι λαοί της Ευρώπης- δε δείχνουν την παραμικρή έγνοια να αντιδράσουν ή να δείξουν κάποια εποικοδομητική πολιτική βούληση. Εν έτει 2009, το σύμβολο της Ευρώπης δε θα έπρεπε να είναι η περίφημη μπλε σημαία με τα δώδεκα χρυσά αστέρια, αλλά μια γκρίζα στρουθοκάμηλος, με το κεφάλι της βαθιά χωμένο στην άμμο.
Το μόνο αποτέλεσμα που είχε η κρίση ήταν να προκαλέσει εσωστρέφεια, να επανεθνικοποιήσει την ευρωπαϊκή πολιτική, να φέρει στην επιφάνεια έναν καμουφλαρισμένο προστατευτισμό, να πυροδοτήσει αλληλοκατηγορίες και εθνικό εγωισμό. Η ηγεσία των ευρωπαϊκών θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της Κομισιόν, προσπαθεί να το σταματήσει αυτό, αλλά η πραγματική πολιτική δύναμη εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων, και οι λαοί της Ευρώπης δείχνουν πως δε θέλουν να πάει πουθενά αλλού.
Συνεπάγεται πως οι πραγματικά σημαντικές ευρωπαϊκές εκλογές δεν είναι οι ευρωεκλογές. Είναι οι εθνικές εκλογές, και μάλιστα στις χώρες που παραδοσιακά υπήρξαν οι κινητήρες -ή τα φρένα- της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αν π.χ. την επόμενη άνοιξη ή το επόμενο καλοκαίρι οι Συντηρητικοί κερδίσουν στις βρετανικές γενικές εκλογές, ξέρουμε πως η οικεία βρετανική τροχοπέδη θα είναι ακόμα πιο έντονη. Αλλά πολύ περισσότερα διακυβεύονται στις επερχόμενες εκλογές μιας χώρας που επί δεκαετίες είναι ο βασικός κινητήρας της Ευρώπης: της Γερμανίας. Οι πραγματικά σημαντικές ευρωπαϊκές εκλογές δε θα γίνουν στις 7 Ιουνίου, αλλά στις 27 Σεπτεμβρίου.
*Ο Timothy Garton Ash είναι καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και αρθρογραφεί τακτικά στην «Guardian». Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξάγεται πανευρωπαϊκά για την Ευρώπη και τη σημασία των ευρωεκλογών.
Tuesday, May 19, 2009
Ευρωεκλογές χωρίς Ευρωπαϊκή Ατζέντα
Του Π.Κ. Ιωακειμίδη*
Η πολιτική ζωή στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μπει στη λογική των ευρωεκλογών που πρόκειται να διεξαχθούν στις αρχές Ιουνίου. Αλλά έχει μπει με στρεβλό τρόπο καθώς φαίνεται ότι είναι «λογική ευρωεκλογών χωρίς Ευρώπη».
Και δυστυχώς αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά πανευρωπαϊκά σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η συμμετοχή στις ευρωεκλογές προβλέπεται ότι θα φτάσει στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο του 34% περίπου, με το 66% του εκλογικού σώματος να σκέπτεται να μην προσέλθει στις κάλπες για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εάν πράγματι συμβεί αυτό, τότε θα αποτελέσει πλήγμα στην προσπάθεια προώθησης της υπερεθνικής δημοκρατίας σε επίπεδο ΕΕ.
Η απονομιμοποίηση της ενοποιητικής διαδικασίας επομένως θα βαθύνει. Και αυτό σε μια περίοδο που χρειαζόμαστε «περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη». Ακόμη, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, η agenda των ευρωεκλογών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί από την εθνική, εγχώρια θεματολογία με ελάχιστη έως μηδαμινή αναφορά στην Ευρώπη. Έτσι ο πολίτης δεν θα έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί για το τι ακριβώς συμβαίνει στην ΕΕ πάνω σε δέσμη θεμάτων που αφορούν άμεσα την καθημερινότητά του και για τα οποία το Ευρωκοινοβούλιο παίζει σημαντικό ρόλο ως συννομοθέτης μαζί με το Συμβούλιο.
Στο σημείο αυτό καταγράφεται μια κραυγαλέα αντίφαση: ενώ δηλαδή το Κοινοβούλιο έχει αναδειχτεί σε αποφασιστικό όργανο λήψης αποφάσεων, η ελκυστικότητά του στο εκλογικό σώμα βαίνει φθίνουσα. Για τη θλιβερή αυτή κατάσταση ευθύνονται πολλοί και πάντως το ίδιο το ΕΚ. Το τελευταίο έχει αποτύχει να επικοινωνήσει αποτελεσματικά το έργο και το ρόλο του. Έτσι έχει αποτύχει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο σύστημα της Ένωσης και την ευρωπαϊκή κοινωνία μέσω των άμεσων εκλογών.
Η αποτυχία αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο που το Κοινοβούλιο παρουσιάζει το έργο του μέσω των εντελώς δυσανάγνωστων, φλύαρων ψηφισμάτων του (ορισμένοι φοιτητές/τριες γράφουν απείρως καλύτερα κείμενα). Οφείλεται επίσης στον τρόπο επιλογής και ανάδειξης των ευρωβουλευτών και σειρά από άλλους λόγους…
*Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος Δ.Σ. ΕΛΙΑΜΕΠ. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο 50ο Ενημερωτικό Δελτίο για τις Ευρωπαϊκές Εξελίξεις που εκδίδει το Εργαστηρίο Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής (ΕΕΕΠ) του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η πολιτική ζωή στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μπει στη λογική των ευρωεκλογών που πρόκειται να διεξαχθούν στις αρχές Ιουνίου. Αλλά έχει μπει με στρεβλό τρόπο καθώς φαίνεται ότι είναι «λογική ευρωεκλογών χωρίς Ευρώπη».
Και δυστυχώς αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά πανευρωπαϊκά σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η συμμετοχή στις ευρωεκλογές προβλέπεται ότι θα φτάσει στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο του 34% περίπου, με το 66% του εκλογικού σώματος να σκέπτεται να μην προσέλθει στις κάλπες για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εάν πράγματι συμβεί αυτό, τότε θα αποτελέσει πλήγμα στην προσπάθεια προώθησης της υπερεθνικής δημοκρατίας σε επίπεδο ΕΕ.
Η απονομιμοποίηση της ενοποιητικής διαδικασίας επομένως θα βαθύνει. Και αυτό σε μια περίοδο που χρειαζόμαστε «περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη». Ακόμη, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, η agenda των ευρωεκλογών εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί από την εθνική, εγχώρια θεματολογία με ελάχιστη έως μηδαμινή αναφορά στην Ευρώπη. Έτσι ο πολίτης δεν θα έχει την ευκαιρία να πληροφορηθεί για το τι ακριβώς συμβαίνει στην ΕΕ πάνω σε δέσμη θεμάτων που αφορούν άμεσα την καθημερινότητά του και για τα οποία το Ευρωκοινοβούλιο παίζει σημαντικό ρόλο ως συννομοθέτης μαζί με το Συμβούλιο.
Στο σημείο αυτό καταγράφεται μια κραυγαλέα αντίφαση: ενώ δηλαδή το Κοινοβούλιο έχει αναδειχτεί σε αποφασιστικό όργανο λήψης αποφάσεων, η ελκυστικότητά του στο εκλογικό σώμα βαίνει φθίνουσα. Για τη θλιβερή αυτή κατάσταση ευθύνονται πολλοί και πάντως το ίδιο το ΕΚ. Το τελευταίο έχει αποτύχει να επικοινωνήσει αποτελεσματικά το έργο και το ρόλο του. Έτσι έχει αποτύχει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο σύστημα της Ένωσης και την ευρωπαϊκή κοινωνία μέσω των άμεσων εκλογών.
Η αποτυχία αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο που το Κοινοβούλιο παρουσιάζει το έργο του μέσω των εντελώς δυσανάγνωστων, φλύαρων ψηφισμάτων του (ορισμένοι φοιτητές/τριες γράφουν απείρως καλύτερα κείμενα). Οφείλεται επίσης στον τρόπο επιλογής και ανάδειξης των ευρωβουλευτών και σειρά από άλλους λόγους…
*Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μέλος Δ.Σ. ΕΛΙΑΜΕΠ. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο 50ο Ενημερωτικό Δελτίο για τις Ευρωπαϊκές Εξελίξεις που εκδίδει το Εργαστηρίο Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής (ΕΕΕΠ) του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Monday, May 18, 2009
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα των ευρωεκλογών
Τα ψηφοδέλτια όλων των κομμάτων ανακοινώθηκαν, δίνοντας και επίσημα το έναυσμα της προεκλογικής περιόδου των ευρωεκλογών. Το ερώτημα είναι απλό: θα έπρεπε η επερχόμενη ευρωαναμέτρηση να μας ενδιαφέρει ή μήπως στις 7 Ιουνίου θα ήταν καλύτερα να αδιαφορήσουμε, παίρνοντας το δρόμο για κάποια παραλία;
Πολλοί ισχυρίζονται πως ναι, πρέπει να ενδιαφερθούμε. Αλλά για λόγους που καμία σχέση δεν έχουν με την Ευρώπη. Ναι, γιατί οι εκλογές είναι δημοψήφισμα για την κυβέρνηση. Ναι, γιατί πρέπει να χτυπηθεί ο δικομματισμός. Ναι, γιατί πρέπει να ανατραπεί το μεταπολιτευτικό κατεστημένο και να ανοίξει το πολιτικό παιχνίδι σε νέες δυνάμεις. Απ’ ότι φαίνεται μόνο η κυβέρνηση φαίνεται να κλείνει το μάτι στην ευρωπαϊκή ατζέντα, έχοντας όμως την πρόθεση να πετάξει την μπάλα στην κερκίδα για να ξεφύγει από την εκτεταμένη και διάχυτη στο εκλογικό σώμα κριτική της δικής της κυβερνητικής ανεπάρκειας.
Με σιγουριά λέμε ότι οι ευρωεκλογές είναι σημαντικές. Για λόγους που έχουν να κάνουν πρωτίστως με την Ευρώπη και το μέλλον της. Το δικό μας μέλλον.
Πρώτον, ο ρόλος που παίζει η Ευρώπη στην καθημερινότητά μας είναι σπουδαίος. Δεν είναι μόνο ότι η πλειονότητα της οικονομικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας προέρχεται από το κοινοτικό δίκαιο, σε τέτοιο βαθμό που μερικές φορές η εσωτερική πολιτική να ταυτίζεται με την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών ρυθμίσεων στις εθνικές διατάξεις. Είναι επίσης ότι το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο σνομπάρουμε ως ήσσονος σημασίας θεσμό, συναποφασίζει πλέον με την Επιτροπή και το Συμβούλιο για το 60% της κοινοτικής νομοθεσίας.
Το 65ωρο, ένα θέμα που καίει τη γενιά των 700 ευρώ και όχι μόνο, πάγωσε δύο φορές φέτος στο ΕΚ, όταν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των κυρίαρχων κρατών, το consensus εδώ και δεκαπέντε χρόνια είναι η φτηνή υπερεργασία με πρόσχημα την ελεύθερη επιλογή. Αντίστοιχα, το ΕΚ έπαιξε κομβικό ρόλο πριν από αρκετούς μήνες στην εξομοίωση των δικαιωμάτων των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων με εκείνα των μισθωτών. Επιπρόσθετα, η προστασία των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο, ζήτημα που μας αφορά όλους, ιδιαίτερα την κοινότητα των bloggers και τους χρήστες των νέων μέσων οι οποίοι επικοινωνούμε και δραστηριοποιούμαστε καθημερινά στον κυβερνοχώρο, ενισχύθηκε έπειτα από την παρέμβαση του ευρωκοινοβουλίου το περασμένο Φθινόπωρο.
Δεύτερον, ο ρόλος που μπορεί και πρέπει να παίξει η Ευρώπη σε κεντρικό επίπεδο για να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση είναι εξαιρετικά σημαντικός. Μέχρι σήμερα όμως αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων και χαμηλότερος των προσδοκιών των πολιτών. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να αποτελεί το βασικό εργαλείο αντικυκλικής πολιτικής, μέσω της μείωσης του κεντρικού επιτοκίου. Καλώς. Στο επίπεδο όμως των δαπανών η ΕΕ έχει υιοθετήσει ένα «Πρόγραμμα Οικονομικής Ανάκαμψης» ύψους 200 δις ευρώ, 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, εκ των οποίων μόνο τα 30 δις ευρώ είναι αμιγώς ευρωπαϊκοί πόροι. Εάν συγκρίνουμε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα με το ομοσπονδιακό δημοσιονομικό πακέτο των 838 δις ευρώ των ΗΠΑ, ύψους 4% του ΑΕΠ, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω. Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη τις αυτόματες κοινωνικές μεταβιβάσεις που στην ΕΕ είναι συγκριτικά αυξημένες.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ΕΚ μπορεί να βοηθήσει να προωθηθεί η ιδέα της δημοσιονομικής ένωσης. Να αναδυθεί σταδιακά μια νέα Ευρώπη – ολοκληρωμένη οικονομική ένωση, δημοσιονομική ομοσπονδία θα λέγαμε εμείς, η οποία θα συμπληρώσει την ήδη υπάρχουσα νομισματική ένωση αποδίδοντας περισσότερους πόρους και μια ομοσπονδιακού χαρακτήρα λειτουργία στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ήδη πολλοί ευρωβουλευτές ενσωμάτωσαν το συγκεκριμένο προβληματισμό κατά τη συζήτηση του «Ευρωπαϊκού Προγράμματος Οικονομικής Ανάκαμψης» τον περασμένο Ιανουάριο.
Ταυτόχρονα, στο ΕΚ είναι δυνατόν να αναδυθεί μια Ευρώπη περισσότερο συμφιλιωμένη με την κοινωνία και λιγότερο ταυτισμένη με την «ευρωκρατία». Η δική μας εμπειρία: επίσκεψη με 50bloggers στις Βρυξέλλες, επίσκεψη για 65ωρο, Ημερίδα για Επισφαλή Εργασία, Γραπτή Δήλωση για Εκπρόσωπο των Μελλοντικών Γενεών και για την Επισφαλή Εργασία των Νέων, Συνεργασία με Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ατόμων Μεγαλύτερης Ηλικίας (Age Platfrom), Ημέρα Διαγενεακής Αλληλεγγύης και Βραβείο Ευρωπαίου Πολίτη υπήρξε μέχρι σήμερα θετική κι ελπιδοφόρα.
Το διαγενεακό ζήτημα, το ζήτημα δηλαδή της δίκαιης διευθέτησης των σχέσεων ανάμεσα στις γενιές στο δημόσιο χώρο, σε συνδυασμό με το «πρεκαριάτο», το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας των νέων, αποτελούν βασικές συνιστώσες του νέου κοινωνικού ζητήματος, και μπορούν να εισέλθουν στην ευρωπαϊκή ατζέντα μέσω του ευρωκοινοβουλίου.
Τέλος, μέσα στο ΕΚ είναι δυνατό να καλλιεργηθεί συστηματικά μια ευρωπαϊκή πράσινη συνείδηση η οποία, παρότι επιχαίρουμε ότι δήθεν είμαστε σε καλύτερη μοίρα από τις ενεργοβόρες ΗΠΑ, δεν υπάρχει ακόμα σε ικανοποιητικό βαθμό στην Ευρώπη. Το Ευρωκοινοβούλιο αναμφίβολα μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στη διαδικασία μετάβασης των ευρωπαϊκών κρατών σε οικονομίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Για όλους αυτούς τους λόγους απαιτούνται δυνάμεις, αν είναι δυνατόν προερχόμενες από την ίδια την κοινωνία, οι οποίες έχουν την ειλικρινή πρόθεση και διάθεση να ασχοληθούν συστηματικά με τις παραπάνω συγκεκριμένες προκλήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δυνάμεις οι οποίες κατανοώντας ότι το μέλλον μας καθορίζεται από κοινού με τους άλλους Ευρωπαίους στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες, παίρνουν την ΕΕ στα σοβαρά, πιστεύουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση,και πάνω απ' όλα θέλουν συνειδητά να είναι παρούσες στο ΕΚ για να δώσουν μάχες για το διαγενεακό, το εργασιακό, το πρεκαριάτο, το οικολογικό.
Ως εκ τούτου προκύπτει εδώ ένα σημαντικό ερώτημα: υπάρχουν σήμερα τέτοιες συγκροτημένες συλλογικότητες στην Ελλάδα ή κυριαρχούν ως επί το πλείστον ο αντιευρωπαϊσμός από τη μία και οι παν-συλλεκτικές θέσεις του τύπου "για όλους έχει ο μπαχτσές" από την άλλη; Είναι οι ευρωεκλογές πραγματικά ευρωπαϊκές ή αποτελούν απλώς μια καταγραφή πολιτικών δυνάμεων, μια πρόβα τζενεράλε για τις εθνικές εκλογές και τίποτα περισσότερο; Δυστυχώς, μια πρώτη ματιά στο δημόσιο λόγο των κομμάτων δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ατζέντα φαίνεται να υποτάσσεται περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε στις εθνικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις του κάθε κομματικού χώρου. Τις επόμενες τρεις εβδομάδες θα παρακολουθήσουμε τη μάχη με διάθεση αυστηρής κριτικής και θα ρωτήσουμε τους υποψηφίους να μας πουν την άποψή τους για τα θέματα που καίνε τη γενιά των 700 ευρώ.
Πολλοί ισχυρίζονται πως ναι, πρέπει να ενδιαφερθούμε. Αλλά για λόγους που καμία σχέση δεν έχουν με την Ευρώπη. Ναι, γιατί οι εκλογές είναι δημοψήφισμα για την κυβέρνηση. Ναι, γιατί πρέπει να χτυπηθεί ο δικομματισμός. Ναι, γιατί πρέπει να ανατραπεί το μεταπολιτευτικό κατεστημένο και να ανοίξει το πολιτικό παιχνίδι σε νέες δυνάμεις. Απ’ ότι φαίνεται μόνο η κυβέρνηση φαίνεται να κλείνει το μάτι στην ευρωπαϊκή ατζέντα, έχοντας όμως την πρόθεση να πετάξει την μπάλα στην κερκίδα για να ξεφύγει από την εκτεταμένη και διάχυτη στο εκλογικό σώμα κριτική της δικής της κυβερνητικής ανεπάρκειας.
Με σιγουριά λέμε ότι οι ευρωεκλογές είναι σημαντικές. Για λόγους που έχουν να κάνουν πρωτίστως με την Ευρώπη και το μέλλον της. Το δικό μας μέλλον.
Πρώτον, ο ρόλος που παίζει η Ευρώπη στην καθημερινότητά μας είναι σπουδαίος. Δεν είναι μόνο ότι η πλειονότητα της οικονομικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας προέρχεται από το κοινοτικό δίκαιο, σε τέτοιο βαθμό που μερικές φορές η εσωτερική πολιτική να ταυτίζεται με την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών ρυθμίσεων στις εθνικές διατάξεις. Είναι επίσης ότι το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο σνομπάρουμε ως ήσσονος σημασίας θεσμό, συναποφασίζει πλέον με την Επιτροπή και το Συμβούλιο για το 60% της κοινοτικής νομοθεσίας.
Το 65ωρο, ένα θέμα που καίει τη γενιά των 700 ευρώ και όχι μόνο, πάγωσε δύο φορές φέτος στο ΕΚ, όταν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των κυρίαρχων κρατών, το consensus εδώ και δεκαπέντε χρόνια είναι η φτηνή υπερεργασία με πρόσχημα την ελεύθερη επιλογή. Αντίστοιχα, το ΕΚ έπαιξε κομβικό ρόλο πριν από αρκετούς μήνες στην εξομοίωση των δικαιωμάτων των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων με εκείνα των μισθωτών. Επιπρόσθετα, η προστασία των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο, ζήτημα που μας αφορά όλους, ιδιαίτερα την κοινότητα των bloggers και τους χρήστες των νέων μέσων οι οποίοι επικοινωνούμε και δραστηριοποιούμαστε καθημερινά στον κυβερνοχώρο, ενισχύθηκε έπειτα από την παρέμβαση του ευρωκοινοβουλίου το περασμένο Φθινόπωρο.
Δεύτερον, ο ρόλος που μπορεί και πρέπει να παίξει η Ευρώπη σε κεντρικό επίπεδο για να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση είναι εξαιρετικά σημαντικός. Μέχρι σήμερα όμως αποδεικνύεται μικρότερος των περιστάσεων και χαμηλότερος των προσδοκιών των πολιτών. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να αποτελεί το βασικό εργαλείο αντικυκλικής πολιτικής, μέσω της μείωσης του κεντρικού επιτοκίου. Καλώς. Στο επίπεδο όμως των δαπανών η ΕΕ έχει υιοθετήσει ένα «Πρόγραμμα Οικονομικής Ανάκαμψης» ύψους 200 δις ευρώ, 1,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, εκ των οποίων μόνο τα 30 δις ευρώ είναι αμιγώς ευρωπαϊκοί πόροι. Εάν συγκρίνουμε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα με το ομοσπονδιακό δημοσιονομικό πακέτο των 838 δις ευρώ των ΗΠΑ, ύψους 4% του ΑΕΠ, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω. Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη τις αυτόματες κοινωνικές μεταβιβάσεις που στην ΕΕ είναι συγκριτικά αυξημένες.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ΕΚ μπορεί να βοηθήσει να προωθηθεί η ιδέα της δημοσιονομικής ένωσης. Να αναδυθεί σταδιακά μια νέα Ευρώπη – ολοκληρωμένη οικονομική ένωση, δημοσιονομική ομοσπονδία θα λέγαμε εμείς, η οποία θα συμπληρώσει την ήδη υπάρχουσα νομισματική ένωση αποδίδοντας περισσότερους πόρους και μια ομοσπονδιακού χαρακτήρα λειτουργία στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ήδη πολλοί ευρωβουλευτές ενσωμάτωσαν το συγκεκριμένο προβληματισμό κατά τη συζήτηση του «Ευρωπαϊκού Προγράμματος Οικονομικής Ανάκαμψης» τον περασμένο Ιανουάριο.
Ταυτόχρονα, στο ΕΚ είναι δυνατόν να αναδυθεί μια Ευρώπη περισσότερο συμφιλιωμένη με την κοινωνία και λιγότερο ταυτισμένη με την «ευρωκρατία». Η δική μας εμπειρία: επίσκεψη με 50bloggers στις Βρυξέλλες, επίσκεψη για 65ωρο, Ημερίδα για Επισφαλή Εργασία, Γραπτή Δήλωση για Εκπρόσωπο των Μελλοντικών Γενεών και για την Επισφαλή Εργασία των Νέων, Συνεργασία με Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ατόμων Μεγαλύτερης Ηλικίας (Age Platfrom), Ημέρα Διαγενεακής Αλληλεγγύης και Βραβείο Ευρωπαίου Πολίτη υπήρξε μέχρι σήμερα θετική κι ελπιδοφόρα.
Το διαγενεακό ζήτημα, το ζήτημα δηλαδή της δίκαιης διευθέτησης των σχέσεων ανάμεσα στις γενιές στο δημόσιο χώρο, σε συνδυασμό με το «πρεκαριάτο», το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας των νέων, αποτελούν βασικές συνιστώσες του νέου κοινωνικού ζητήματος, και μπορούν να εισέλθουν στην ευρωπαϊκή ατζέντα μέσω του ευρωκοινοβουλίου.
Τέλος, μέσα στο ΕΚ είναι δυνατό να καλλιεργηθεί συστηματικά μια ευρωπαϊκή πράσινη συνείδηση η οποία, παρότι επιχαίρουμε ότι δήθεν είμαστε σε καλύτερη μοίρα από τις ενεργοβόρες ΗΠΑ, δεν υπάρχει ακόμα σε ικανοποιητικό βαθμό στην Ευρώπη. Το Ευρωκοινοβούλιο αναμφίβολα μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στη διαδικασία μετάβασης των ευρωπαϊκών κρατών σε οικονομίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Για όλους αυτούς τους λόγους απαιτούνται δυνάμεις, αν είναι δυνατόν προερχόμενες από την ίδια την κοινωνία, οι οποίες έχουν την ειλικρινή πρόθεση και διάθεση να ασχοληθούν συστηματικά με τις παραπάνω συγκεκριμένες προκλήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δυνάμεις οι οποίες κατανοώντας ότι το μέλλον μας καθορίζεται από κοινού με τους άλλους Ευρωπαίους στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες, παίρνουν την ΕΕ στα σοβαρά, πιστεύουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση,και πάνω απ' όλα θέλουν συνειδητά να είναι παρούσες στο ΕΚ για να δώσουν μάχες για το διαγενεακό, το εργασιακό, το πρεκαριάτο, το οικολογικό.
Ως εκ τούτου προκύπτει εδώ ένα σημαντικό ερώτημα: υπάρχουν σήμερα τέτοιες συγκροτημένες συλλογικότητες στην Ελλάδα ή κυριαρχούν ως επί το πλείστον ο αντιευρωπαϊσμός από τη μία και οι παν-συλλεκτικές θέσεις του τύπου "για όλους έχει ο μπαχτσές" από την άλλη; Είναι οι ευρωεκλογές πραγματικά ευρωπαϊκές ή αποτελούν απλώς μια καταγραφή πολιτικών δυνάμεων, μια πρόβα τζενεράλε για τις εθνικές εκλογές και τίποτα περισσότερο; Δυστυχώς, μια πρώτη ματιά στο δημόσιο λόγο των κομμάτων δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ατζέντα φαίνεται να υποτάσσεται περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε στις εθνικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις του κάθε κομματικού χώρου. Τις επόμενες τρεις εβδομάδες θα παρακολουθήσουμε τη μάχη με διάθεση αυστηρής κριτικής και θα ρωτήσουμε τους υποψηφίους να μας πουν την άποψή τους για τα θέματα που καίνε τη γενιά των 700 ευρώ.
Subscribe to:
Posts (Atom)
