Sunday, April 8, 2012
Nasa scientist: climate change is a moral issue on a par with slavery
Monday, July 19, 2010
H πρόκληση της οικολογικής ανανέωσης
Le pari de l' innovation écologique
© Le Figaro
Μετάφραση από την ομάδα του PPOL
Σκάει άραγε η «φούσκα» της κλιματικής αλλαγής; Η στρατηγική του φόβου, που στηριζόταν στην προαναγγελία ενός καυτού κλίματος σε έναν αιώνα, έχει πλέον αποσυντεθεί σε μεγάλο βαθμό. Και πώς θα ήταν δυνατό να πιστέψουμε πως η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα θα ήταν το κλίμα της Γης σε εκατό χρόνια, ενώ βιώνουμε έκρηξη των ελλειμμάτων και της ανεργίας, ενώ το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ενώ οι υπόλοιπες ήπειροι ζουν στον αστερισμό των εξεγέρσεων των υποσιτισμένων κι κάθε έξι δευτερόλεπτα κάποιο παιδί πεθαίνει από την πείνα; Σήμερα, όχι τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι αυτά πολύ πιο σοβαρά; Το πώς θα είναι το κλίμα σε εκατό χρόνια κανείς δεν το ξέρει. Εν πάση περιπτώσει, θα αναγκαστούμε να προσαρμοστούμε -κι έχουμε πολύ καιρό να προετοιμαστούμε.
Οπότε σήμερα η λογική αποκαταστάθηκε, η λέξη «Κοπεγχάγη» ξαναέγινε ονομασία πόλης και ο ΟΗΕ αναζητεί απεγνωσμένα τους χρηματοδότες για να κατορθώσει να οργανώσει την επόμενη σύνοδο για το κλίμα, που οι πάντες προαισθάνονται πως δε θα καταλήξει πουθενά. Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και των αιτιών του επανήρθε στη δικαιοδοσία της επιστήμης. Ας ξαναρχίσει ένας διάλογος γαλήνιος, χωρίς επικοινωνιακές, οικονομικές ή πολιτικές υστεροβουλίες.
Αλλά για να συμβεί αυτό θα χρειαστεί καιρός, μιας που οι σχεδόν θρησκευτικές βεβαιότητες δεν εγκαταλείπονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Ας το επαναλάβουμε πάντως: κανείς, ούτε κι εμείς, δεν αμφισβητούμε την ανάγκη να ελεγχθούν οι εκπομπές CO2, ούτε να εξοικονομήσουμε ενέργεια. Ας πάψουν επιτέλους οι αλληλοκατηγορίες όσον αφορά τον τελικό μας σκοπό. Ας επικεντρωθεί ο διάλογος εκεί που διαφωνούμε, στα μέσα. Οι μεν δίνουν προβάδισμα στη φορολογία, στις απαγορεύσεις, στον παγκόσμιο επικοινωνιακό ορυμαγδό, στη μακρά πομπή «ψηφισμάτων» και «πρωτοκόλλων» που η τελευταία δεκαπενταετία απέδειξε πόσο άχρηστα είναι. Οι δε (στους οποίους συγκαταλεγόμαστε κι εμείς) στοιχηματίζουμε στην επιστήμη και την τεχνολογική καινοτομία, ιδίως όσον αφορά τη δέσμευση και την αποθήκευση των εκπομπών CO2, την εξοικονόμηση ενέργειας, την ανάπτυξη των λιγότερο ρυπογόνων πηγών ενέργειας.
Πώς τεκμηριώνουμε αυτή μας την επιλογή, που ορισμένοι θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν λανθασμένα πως εκφράζει «υπεραισιοδοξία» και «επιστημονισμό»; Απαντούμε τεκμηριωμένα και με σαφήνεια. Με αφετηρία τη διαπίστωση πως η πολιτική οικολογία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια θεμελιακή αντινομία: από τη μια η συνέχιση της ανάπτυξης είναι αναγκαία, από την άλλη είναι αδύνατη, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα.
- Είναι αναγκαία, διότι χωρίς μεγέθυνση της οικονομίας βιώνουμε διόγκωση της ανεργίας και έκρηξη των ελλειμμάτων που υπονομεύουν το μέλλον των παιδιών μας.
- Αλλά είναι και ανέφικτη, υπό την έννοια πως αν οι Ινδοί και οι Κινέζοι έφταναν στο ίδιο επίπεδο κατανάλωσης με εμάς, αν π.χ. διέθεταν κατά κεφαλή αριθμό αυτοκινήτων ανάλογο με εκείνο των Αμερικανών, θα απορροφούσαν το σύνολο της παγκοσμίου παραγωγής πετρελαίου και χάλυβα, πράγμα που σε τελική ανάλυση θα ήταν αιτία πολέμου.
Πώς να υπερβούμε αυτή την αντινομία; Οι φονταμενταλιστές κηρύσσουν την υπο-ανάπτυξη, χωρίς να είναι επ' ουδενί σε θέση να αναλάβουν τις συνέπειές της, σε ανθρώπινο ή κοινωνικό επίπεδο. Εμείς στοιχηματίζουμε στην επιστήμη, αφού είναι αναγκαίο να δώσουμε στην Κίνα και την Ινδία την ευκαιρία να αναπτυχθούν, χωρίς να καταστραφεί ο πλανήτης. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Εξάλλου δεν έχουμε ούτε τα μέσα, αλλά ούτε και κανένα δικαίωμα να παρεμποδίσουμε την ανάπτυξή τους. Τα προβλήματά μας δεν θα επιλυθούν με την επιβολή παράλογων οικολογικών φόρων, αλλά με τις μαζικές επενδύεις στην επιστημονική έρευνα.
Αν η οικολογία συμβολίζει το φόβο, την καταστροφολογία και την οικονομική υποανάπτυξη, οι πάντες θα την απορρίψουν. Αν προσπαθήσουμε να τιθασεύσουμε την κλιματική αλλαγή με φορολόγηση των εκπομπών CO2, δεν έχουμε την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας. Χάρη στην κρίση, τα παντός τύπου λόμπι, που είναι πολυάριθμα και ισχυρότατα, θα επιβάλλουν με ευκολία την επιστροφή σε μια νοοτροπία «business as usual». Αυτό είναι ακριβώς που θέλουμε να αποφύγουμε.
Στα μάτια μας οι δύο αντίπαλοι της οικολογίας είναι από τη μια η υποανάπτυξη, από την άλλη ο βλακώδης παραγωγισμός. Το πρόβλημα όμως είναι πως οι δύο αυτές τάσεις αλληλοτροφοδοτούνται, όπως γνωρίζαμε ήδη από τη δεκαετία του '70, με την περίφημη δημοσιοποίηση της έκθεσης του «κλαμπ της Ρώμης», που έγινε γνωστή από τη διάσημη ιαχή του τότε προέδρου της «ευρωπαϊκής επιτροπής» Σίσκο Μάνσχολτ (Sisco Mansholt): «αλτ στην ανάπτυξη!». Το κείμενο προανήγγειλε την παγκόσμια καταστροφή: ανεπάρκεια ενέργειας, ελλείψεις πρώτων υλών, γενικευμένη ρύπανση κ.ο.κ.
Όπως όμως για όλες οι καταστροφολογίες που δεν επαληθεύθηκαν, τείνουμε να απορρίπτουμε το σύνολο των προβλέψεων της έκθεσης αυτής. Συνεχίσαμε λοιπόν να εκμεταλλευόμαστε τους φυσικούς πόρους, να σπαταλάμε, να ξοδεύουμε χωρίς περίσκεψη, να ρυπαίνουμε. Παρά τις αδυναμίες της όμως και το καταστροφολογικό της άρωμα, η έκθεση του «κλαμπ της Ρώμης» περιλάμβανε σημαντικές και χρήσιμες προειδοποιήσεις: να μην σπαταλάμε πρώτες ύλες κι ενέργεια, που δεν είναι ανεξάντλητες, να ελέγξουμε τα απορρίμματα, τη ρύπανση του νερού και της ατμόσφαιρας κ.λπ.
Η πολιτική οικολογία δεν έχει ακόμα υπερβεί αυτό το δίλημμα, με αποτέλεσμα η λογική της οικονομικής ανάπτυξης να υπάρχει σήμερα ο κίνδυνος να μπορέσει για μια ακόμα φορά εκτοπίσει το περιβαλλοντικό ζήτημα σε δεύτερο πλάνο, πράγμα που για μας θα ήταν καταστροφικό. Εξ ου και η στράτευσή μας υπέρ μιας οικολογίας θετικής που θα λαμβάνει υπόψη της την αναγκαιότητα της εξεύρεσης μιας νέας ισορροπίας μεταξύ του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, χωρίς από την άλλη να παρεμποδίζει την ανάπτυξη, την οικονομική μεγέθυνση και την πρόοδο. Η στράτευσή μας σε αυτή την υπόθεση δεν είναι νέα: βλέπουμε με χαρά ορισμένες από τις ιδέες που πρώτοι υπερασπιστήκαμε, να παίρνουν το δρόμο τους.
- Από τη μια έχουμε «παραγωγιστές» που κατανοούν πως για να είναι εις θέση να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους θα χρειαστεί να προσαρμοστούν και να δεχτούν τις απαραίτητες καινοτομίες.
- Από την άλλη ορισμένους «πράσινους» ακτιβιστές που αρχίζουν να απομακρύνονται από τα αυταρχικά τους επαναστατικά οράματα, όπως αποδεικνύει η ανανεωτική πορεία της «Ευρώπης-οικολογίας» (Ε-Ε). Αν και η διαδικασία αυτή είναι σχεδόν αόρατη δια γυμνού οφθαλμού, δεν παύει πως το κίνημα αυτό στρέφει τα νώτα στην αντίληψη της υποανάπτυξης, όπως και στην ελευθεροκτόνα αντίληψη της «τιμωρητικής» φορολογίας. Επιπλέον φαίνεται πως έχει προσηλυτιστεί στην κουλτούρα του διαλόγου. Χαιρόμαστε για τις εξελίξεις αυτές, διότι επιτρέπουν να επανέρθουμε στα πραγματικά σημαντικά ερωτήματα.
Στους αντίποδες αυτής της αποτυχημένης στρατηγικής, θα χρειαστεί να θέσουμε σε λειτουργία μια οικονομική δραστηριότητα ευεπίφορη να πυροδοτήσει το δυναμισμό νέων αγορών. Στο εγχώριο επίπεδο, αυτό μοιάζει να συμβαίνει ήδη στον τομέα της αστικής ηλεκτρικής αυτοκίνησης, στην ανάπτυξη τεχνικών δέσμευσης και αποθήκευσης CO2, στις νέες μεθόδους διαχείρισης της οικιακής κατανάλωσης ενέργειας (την «οικοτική»), στον αγώνα κατά της κατάχρησης των λιπασμάτων και των ζιζανιοκτόνων, στην ανάπτυξη νέων αγροτικών τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των «γενετικά τροποποιημένων οργανισμών».
Παράλληλα είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί η τηλεϊατρική, λόγω και της γήρανσης του πληθυσμού, ενώ η πυρηνική ενέργεια τέταρτης γενεάς θα ήταν δυνατό να προστατεύσει τα αποθέματα ουρανίου και να καταστρέφει τα πυρηνικά απορρίμματα με μακρά ραδιενεργή περίοδο, σε συνδυασμό με μια σχεδιασμένη διαχείριση των εδαφών.
Καλούμαστε να αλλάξουμε υπόδειγμα χωρίς να οπισθοχωρήσουμε ή να καταστρέψουμε. Αυτό το πρόγραμμα είναι τόσο σαφές όσο κι επείγον, εν πάση περιπτώσει πολύ περισσότερο από το πρόγραμμα που μας καλεί να ριψοκινδυνεύσουμε τα πάντα στο όνομα της κλιματικής αλλαγής που θα επισυμβεί σε έναν αιώνα. Χρειαζόμαστε αναμφιβόλως περίσσευμα λογικής και φαντασίας -συν λιγάκι θάρρος!
*Ο Claude Allègre είναι πρώην υπουργός παιδείας της Γαλλίας, στην κυβέρνηση Ζοσπέν. O Luc Ferry είναι φιλόσοφος, πρώην υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση της κεντροδεξιάς (2002-2004).
Wednesday, April 14, 2010
Απ' το σκουπιδαριό στην ανάπτυξη
Καλά όλα αυτά, όμως μην ξεχνάμε ότι πριν πάμε στην υλοποίηση μεγαλεπίβολων οραμάτων πρέπει να κάνουμε τα απλά, πλην όμως διόλου αυτονόητα. Υπάρχουν τομείς αξίας δισεκατομυρίων ευρώ, όπου δεν έχουμε συγκλίνει ακόμα στοιχειωδώς με τα τεκταινόμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Χαρακτηρισικό τέτοιο παράδειγμα είναι η διαχείριση απορριμάτων. Η βόρεια Ευρώπη ανακυκλώνει και κυρίως καίει αξιοποιώντας ειδικά εργοστάσια καύσης. Η ανατολική Ευρώπη και... η Ελλάδα θάβει τα σκουπίδια σε χωματερές -και μάλιστα παράνομες. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, το 77% των οικιακών απορριμμάτων στη χώρα μας καταλήγουν σε ΧΥΤΑ, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό στη Γαλλία είναι 36%, στο Βέλγιο 5% και στη Γερμανία μόλις 1%! Σημειωτέον ότι μόλις 2% των σκυπιδιών κομποστοποιείται, ενώ η μέθοδος της καύσης των απορριμμάτων δεν χρησιμοποιείται στη χώρα μας. Ακόμα και το υψηλό 21% που ανακυκλώνεται αμφισβητείται ως ποσοστό από το ίδιο το ελληνικό κράτος.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ένα βήμα πριν από την επιβολή προστίμου για το θέμα των αποβλήτων και των ανεξέλεγκτων χωματερών. Ειδικοί εκτιμούν ότι η χώρα μας μπορεί να κληθεί να καταβάλει ως και 35.000 ευρώ ημερησίως για κάθε χωματερή που παραμένει ανοιχτή. Τραγική εξέλιξη αν αναλογιστεί κανείς ότι εν μέσω κρίσης κάθε ευρώ που χάνεται μετράει.
Δυστυχώς, στο θέμα της διαχείρισης απορριμάτων είμαστε για κλάματα. Τα σκουπίδια μυρίζουν χρυσάφι, καθώς η διαχείρισή τους αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες "μπίζνες" παγκοσμίως και στην Ελλάδα δεν έχει ανοίξει ακόμα. Mόνο στην Aττική, τα προς διαχείριση μεγέθη απορριμμάτων που οδηγούνται προς τελική διάθεση στο ΧΥΤΑ της Φυλής είναι της τάξης των 2.300.000 τόνων ετησίως. Πανελλαδικά, σύμφωνα με στοιχεία της eurostat στον κάθε Έλληνα αναλογούν περί τα 500 κιλά σκουπιδιών ετησίως. Υπ' αυτό το πρίσμα εκτιμάται ότι στην ευρύτερη αυτή "αγορά" κρύβονται projects που αξίζουν πάνω από 1 δισ. ευρώ.
Εάν, δε, βάλουμε στο κάδρο και τα στερεά απόβλητα, όπου η Ελλάδα έχει καθυστερήσει σημαντικά να αναπτύξει σύγχρονες υποδομές, υπολογίζεται ότι έως το 2015 θα απαιτηθούν επενδύσεις 2,25 δις ευρώ προκειμένου να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες υποδομές, ενώ εκτιμάται ότι το μέγεθος του αναμενόμενου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης αγοράς θα φτάνει τα 500 εκ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη διαχείριση απορριμάτων χρησιμοποιούνται σημαντικές τεχνολογίες, από την κομποστοποίηση, μέχρι την καύση και την πυρόλυση που παράγουν και σημαντικά υποπροϊόντα, από λίπασμα μέχρι ρεύμα.
Πραγματικά, είναι να τρελαίνεσαι. Από τη μία, στην Ευρώπη, συναντάει κανείς εταιρείες κολλοσούς στη διαχείριση υδάτινων πόρων και απορριμάτων όπως η γαλλική veolia με 300 χιλιάδες εργαζόμενους παγκοσμίως, από την άλλη, στην Ελλάδα, μιλάμε ακόμα για τα αυτονόητα. Που για να τα πετύχουμε πρέπει να παλέψουμε με τον κάθε τοπικό παραγοντίσκο που δε θέλει στην αυλή του να υπάρχει ΧΥΤΑ, την άγνοια των πολιτών, την ανεκδιήγητη ελληνική γραφειοκρατία που κινείται σε ρυθμούς χελώνας και την μυωπία της πλειοψηφίας των πολιτικών που δε βλέπουν πέρα από το βραχυπρόθεσμο πολιτικό όφελος.
Παλεύουμε έτσι με νύχια και με δόντια, όμως μάταια, να περάσουμε από την εποχή του μολυβιού στην εποχή της γραφομηχανής, όταν όλοι χρησιμοποιούν πλέον μικρουπολογιστές με διπλοπύρηνο επεξεργαστή.
Για το καλό όλων, την οικολογική ισορροπία και ειδικά τη βελτίωση των εργασιακών προοπτικών της γενιάς των 700 ευρώ και όχι μόνο, είναι ανάγκη να διευθετηθούν το συντομότερο δυνατόν εκκρεμότητες όπως αυτή της διαχείρισης σκουπιδιών στη χώρα. Η διαχείριση απορριμάτων πέρα από μείζον περιβαλλοντικό ζήτημα, αποτελεί βασικό πυλώνα της όποιας απόπειρας για οικολογική αναδιάρθρωση της οικονομίας μας. Απ' το σκουπιδαριό στην ανάπτυξη.
Friday, December 25, 2009
Την Κοπεγχάγη μη την κλαις. Για τον πραγματικό κόσμο ν' ανησυχείς.
Τι κι αν δεν τηρήθηκε η προθεσμία για την υπογραφή μιας νομικά δεσμευτικής συνθήκης, όπως άλλωστε είχε συμφωνηθεί στο Μπαλί το 2000;
Τι κι αν δεν συμφωνήθηκε νέο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη άλλης συμφωνίας στο εγγύς μέλλον, κατά προτίμηση στις επόμενες διαπραγματεύσεις στο Μεξικό;
Την Κοπεγχάγη μη την κλαις.
Καταρχάς, παρά την άνευρη, νεφελώδη και ασαφή διακήρυξη υπήρξαν ορισμένες εξελίξεις που μόνο αποκαρδιωτικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.
Τα περισσότερα κράτη αποδέχτηκαν ότι η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας πρέπει να διατηρηθεί κάτω από τους 2 βαθμούς κελσίου.
Τα ανεπτυγμένα βιομηχνικά κράτη δεσμεύτηκαν να δημιουργήσουν ταμείο χρηματοδότησης των αναπτυσσόμενων οικονομιών, ύψους 30 δις δολαρίων για τα επόμενα τρία χρόνια, μέχρι το 2012.
Τα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη δεσμεύτηκαν να αυξήσουν την ετήσια οικονομική βοήθεια προς τα φτωχότερα σε 100 δις δολάρια ετησίως με στόχο την προσαρμογή των τελευταίων στην πράσινη τεχνολογία.
Προβλέφτηκε επίσης η χρηματοδότηση των κρατών που έχουν δασικό πλούτο, προκειμένου να τον προστατέψουν από τη γεωργία και την υλοτομεία.
Διατηρήθηκε σε ισχύ το πρωτόκολλο του Κιότο που θέτει περιορισμούς στις εκπομπές ρύπων των πλούσιων κρατών.
Η ΕΕ συνεχίζει να διατηρεί το δικό της αυστηρό πλαίσιο για την αντιμετωπίση της κλιματικής αλλαγής.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι ηγέτες που συμμετείχαν στη Σύνοδο ΔΕΝ έγραψαν ιστορία. Ωστόσο, η Κοπεγχάγη δεν πρέπει να θεωρηθεί καταστροφή, ούτε και τελευταία ευκαιρία για την επίτευξη μιας κανονικής δεσμευτικής συμφωνίας για το περιβάλλον στο εγγύς μέλλον, όπως πολλοί φοβούνται ότι θα συμβεί. Σε πλανητικό επίπεδο, ίσως θα ήταν χρήσιμο να υιοθετούνταν η πρόταση Stern για συγκρότηση ομάδας 20 κρατών, οι αντιπροσωπείες των οποίων θα επεξεργαστούν ένα σχέδιο συνθήκης, αναπτύσσοντας κλίμα συναίνεσης για μελλοντικές συμφωνίες.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό για το οποίο πρέπει πραγματικά να ανησυχούμε είναι ο πραγματικός κόσμος. Ό,τι κι αν αποφασίστηκε ή δεν αποφασίστηκε στην Κοπεγχάγη, τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Στην κλιματική αλλαγή χρειάζονται «πράξεις, όχι λόγια!».
Και οι μέχρι σήμερα πράξεις ανά τον πλανήτη, δείχνουν πως η κατάσταση στον πραγματικό κόσμο δεν είναι καλή. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις αναπτυγμένες χώρες, που υποτίθεται πως θα έπρεπε να ηγηθούν με δυναμικό τρόπο της προσπάθειας δραστικής μείωσης των εκπομπών θερμοκηπικών αερίων. Οι περισσότερες ίσα που έκαναν κάποια πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων του Κιότο, αν και αυτοί ήταν μετριοπαθέστατοι -ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης, οι οποίες μείωσαν τις εκπομπές κατά 9% περίπου το 2008.
Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό το γεγονός ότι πολλές χώρες έκαναν λίγη ή καθόλου πρόοδο, με τις εκπομπές θερμοκηπικών αερίων στην πραγματικότητα να αυξάνονται τα περασμένα χρόνια. Διακρίνονται στην κατηγορία αυτές ευρωπαϊκές χώρες σαν την Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα, μεγέθη όμως μικρά στην παγκόσμια κατανομή εκπομπών αερίων. Διακρίνονται όμως και μεγάλοι παίκτες, όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία και ο Καναδάς. Και φυσικά οι Ηνωμένες Πολιτείες. Φανταστείτε ότι σε Καναδά και ΗΠΑ οι εκπομπές θερμοκηπικών αερίων είναι σήμερα αυξημένες κατά 20-25% σε σχέση με εκείνες του 1990, που η συνθήκη του Κιότο έχει προσδιορίσει ως έτος αναφοράς.
Σημαντική πρόοδο έκανε μόνο μια ολιγάριθμη ομάδα κρατών σαν τη Σουηδία, τη Δανία και τη Γερμανία, που όμως αν εξετάσει κανείς από κοντά τις επιδόσεις τους, θα διαπιστώσει πως αυτές δεν οφείλονται απλά στις πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής που υιοθέτησαν. Η Σουηδία και η Δανία αντέδρασαν ρωμαλέα στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του '70 και είχαν ξεκινήσει από τότε την εισαγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Η δε Γερμανία είχε από τότε κάνει προόδους στην αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας. Κι όμως, ακόμα μέχρι σήμερα, οι ΑΠΕ στη Γερμανία μόλις που εξασφαλίζουν το 7% των ενεργειακών της αναγκών. Ακόμα και στις πιο «πετυχημένες» χώρες λοιπόν αντιλαμβανόμαστε πως οι πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής υπολείπονται παρασάγγας των απαιτήσεων.
Τέλος, όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, το έργο που τις αναμένει είναι εξίσου τιτάνιο με εκείνο των αναπτυγμένων κρατών, αν όχι περισσότερο.
Τελικά, η ουσία είναι ότι σύνοδοι σαν αυτοί της Κοπεγχάγης, παρά την επένδυση υψηλών προσδοκιών, πρωτίστως λόγω του τρόπου που λειτουργεί το διεθνές σύστημα, ανεξέλεγκτα και χωρίς δυνατότητα επιβολής των κανόνων από κάποιο κέντρο, έχουν περιορισμένο βεληνεκές. Αυτό που πρέπει άμεσα να γίνει είναι το κάθε κράτος να αναλάβει τις ευθύνες του και να ανακοινώσει τους στόχους που θέτει για το περιβάλλον και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, καθώς και τα μέσα μαζί με το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους. Σ' αυτό το σημείο, αν δεν τα καταφέρουμε, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας.
Tuesday, September 29, 2009
Η λύση είναι πράσινη
Δημοσιεύτηκε στο Newstime
Το Δεκέμβριο του 2009 οι ηγέτες όλου του κόσμου θα συναντηθούν στην Κοπεγχάγη, σε ειδική σύνοδο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Φυσική κατάληξη των προπαρασκευαστικών συνόδων του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη και της G20 στο Πίτσμπουργκ, η Σύνοδος της Κοπεγχάγης φιλοδοξεί να θέσει τη βάση για μια κοινή μετάβαση σε μια παγκόσμια οικονομία με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Οι πάντες ευελπιστούν ότι στην Κοπεγχάγη θα υπάρξει τελικά συμφωνία που θα δεσμεύει τους υπογράφοντες σε συγκεκριμένους στόχους μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, τόσο ισχυρή ώστε να εκπέμψει παράλληλα και την εμπιστοσύνη της παγκόσμιας κοινότητας στο όραμα της πράσινης οικονομίας, αλλά και να παράσχει την ασφάλεια που χρειάζονται οι νέες πράσινες επενδύσεις.
Διαμορφώνεται σταδιακά μπροστά μας ένα νέο αναπτυξιακό τοπίο. Δίπλα στην ατζέντα της συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης, της παραγωγικότητας, της διαφάνειας, της εμβάθυνσης της δημοκρατίας, της αντιμετώπισης της πληθυσμιακής γήρανσης και της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προστίθεται πλέον και η ατζέντα της πράσινης οικονομίας. Όχι επειδή ξαφνικά, πολίτες και ηγέτες απόκτησαν οξυμένη οικολογική ευαισθησία, παρά ως απάντηση στη μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση από το κραχ του 1929.
Σε αντίθεση με όσους σνομπάρουν την κουβέντα, ισχυριζόμενοι ότι εν μέσω επιδείνωσης της οικονομικής κρίσης αποτελεί πολυτέλεια να μιλάμε για το περιβάλλον μια και το κόστος αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής είναι υπερβολικό, η αλήθεια είναι ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν είναι μόνο ότι κάθε δαπάνη της τάξης του 1% του ΑΕΠ για την προληπτική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα γίνει 4%-6%, όταν αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειές της (Έκθεση Stern).
Η αναθέρμανση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας περνάει μέσα από την πράσινη ανάπτυξη. Πράσινη ανάπτυξη σημαίνει νέες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, νέο κύμα καινοτομίας, νέες βιομηχανίες αιχμής, δημιουργία νέας προστιθέμενης αξίας και ώθηση της οικονομίας. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας η ανάγκη για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου θα απαιτήσουν επενδύσεις ύψους 22 τρις ευρώ έως το 2030. Έως το 2015 ο πράσινος τομέας θα έχει τζίρο 4,7 τρις ευρώ και θα απασχολεί εκατομμύρια ανθρώπους.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πράσινη ανάπτυξη είναι ένα βασικό εργαλείο αποκατάστασης της διαγενεακής δικαιοσύνης που σήμερα έχει διαταραχτεί από το συνδυασμό οικολογικού ελλείμματος και πληθυσμιακής γήρανσης.
Η μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο, η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής βιομηχανίας και των ΑΠΕ, η ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών για τη βιομηχανία καθώς και δικτύων επεξεργασίας και παροχέτευσης αποβλήτων, η ανακύκλωση και η επίλυση του ζητήματος των σκουπιδιών στις πόλεις, η μείωση των αιωρούμενων σωματιδίων στα αστικά κέντρα, η αύξηση της αποδοτικότητας των ενεργειακών δικτύων, η εξοικονόμηση ενέργειας και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, η εξασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας, η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, ο περιορισμός της ηχορύπανσης σε κάθε πόλη, η επένδυση στις μαζικές μεταφορές, η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας και καινοτομίας για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες τεχνολογίες, όλα αποτελούν υποδομές και σημαντικά projects που συνθέτουν το λεγόμενο και πράσινο New Deal.
Υπό το πρίσμα αυτής της πραγματικότητας καλούμαστε να αξιολογήσουμε και τις εγχώριες πολιτικές εξελίξεις. Στις 4 Οκτωβρίου έχουμε εκλογές. Ποια η θέση των κομμάτων σχετικά με την πράσινη ανάπτυξη;
Από τη μία μεριά έχουμε την πολυκατοικία της Δεξιάς. Με κάτοικους την υποκριτικά δημοσιονομικόπληκτη ΝΔ, που έχει ως πρώτη προτεραιότητα τη «χωματουργική» ανάπτυξη τύπου δεκαετίας ‘50, και το ΛΑΟΣ που εμμέσως πλην σαφώς θεωρεί την πράσινη οικονομία πράσινα άλογα. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του κ. Καρατζαφέρη ότι όταν δεν έχεις να φας δεν ασχολείσαι με τα δέντρα. Δυστυχώς, εντός της πολυκατοικίας της Δεξιάς, οι απόψεις της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς διαμένουν αμπαροκλειδωμένες στο υπόγειο, ενώ τα περισσότερα ιστορικά στελέχη της, πολλά εξ’ αυτών με καινοτόμες ιδέες για το περιβάλλον, όπως ο κ. Σ. Μάνος, έχουν φάει προ πολλού έξωση. Κάποιοι νέοι που προσπαθούν να τσαλαβουτίξουν στα εχθρικά νερά της ελληνικής πολιτικής σκηνής με τη σημαία του Φιλελευθερισμού, βλέπουν το κύμα να τους πετάει στις ξέρες.
Στους αρνητές της πράσινης οικονομίας συγκαταλέγεται και το ΚΚΕ, δεδομένου ότι εντάσσει το Πράσινο New Deal στα εργαλεία εξομάλυνσης των εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων του καπιταλισμού.
Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι υποστηρικτές της πράσινης λύσης. Καταρχάς, υπάρχει ο ΓΑΠ ο οποίος αποτελεί έναν αυθεντικό εκπρόσωπο της άποψης να μπολιαστεί η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία με τις ιδέες της πράσινης οικονομίας. Η άποψη αυτή σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της θέσης του ως Προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για την προώθηση της ατζέντας της πράσινης οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο έχει οδηγήσει σε θετικά σχόλια ακόμα και από κατά παράδοση σκεπτικιστικά απέναντι στο πρόσωπό του έγκυρα διεθνή περιοδικά όπως ο Economist. Δεύτερον, υπάρχουν οι δυνάμεις της Οικολογίας εντός της Αριστεράς και συγκεκριμένα του ΣΥΡΙΖΑ, με αγώνες που ξεκινάνε από τον Παπαγιαννάκη και φτάνουν μέχρι την Ανοιχτή Πόλη του Αλέξη Τσίπρα. Τέλος, υπάρχουν οι Οικολόγοι Πράσινοι, ένα κόμμα franchise των Ευρωπαίων Πράσινων, ικανό να παίξει το ρόλο μιας πράσινης συνείδησης τόσο εντός των θεσμών όσο και έξω σε επίπεδο κοινωνίας.
Προφανώς, στο βαθμό που η λύση στην οικονομική κρίση είναι πράσινη, πριμοδοτούμε τις πράσινες δυνάμεις στις επικείμενες εκλογές. Ιδανικά, με στόχο μια ισχυρή κυβέρνηση και μία Βουλή με ανεπτυγμένη Πράσινη συνείδηση και ισχυρή φωνή στα θέματα της οικολογίας.
Ωστόσο, δεν ξεγελιόμαστε. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το πέρασμα στην πράσινη οικονομία προϋποθέτει επίπονες οικονομικές και πολιτικές αλλαγές. H ανακατανομή των εθνικών πόρων, η διαμόρφωση νέων κινήτρων, η στροφή της «εθνικής προσπάθειας» στην πράσινη ανάπτυξη και η αλλαγή του παραγωγικού status quo προϋποθέτουν σημαντικό βραχυπρόθεσμο κόστος και κοινωνική θυσία, εφόσον προβλέπεται μεταφορά πόρων και κινήτρων από μη παραγωγικούς - μη ανταγωνιστικούς τομείς σε νέες οικονομικές δραστηριότητες.
Η επιτυχία της μετάβασης σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο προϋποθέτει ριζοσπαστικές αλλαγές στο τρίγωνο «κράτος - πανεπιστήμια - επιχειρηματικότητα»: α) ευέλικτη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση που κατανέμει τους εθνικούς πόρους στη βάση της αξιολόγησης δαπάνης - αποτελέσματος β) υψηλής ποιότητας πανεπιστήμια που αξιοποιούν αποτελεσματικά τους εθνικούς πόρους και «επικοινωνούν» δημιουργικά με την αγορά εργασίας και τις νέες παραγωγικές ανάγκες, γ) επιχειρηματικότητα ευκαιρίας που επιδιώκει την κερδοφορία όχι στη σκιά του πελατειακού κράτους (στημένες δουλειές με το δημόσιο) και στη διαρκή συμπίεση του εργατικού κόστους, αλλά στην επένδυση στους νέους «εργάτες γνώσης» και στην καινοτομία.
Τα παραπάνω προϋποθέτουν στην κυριολεξία τη γενοκτονία των ραντιέρηδων του συστήματος: διάλυση του πελατειακού κράτους και της προσοδοθηρίας, αλλαγή του τρόπου διαχείρισης του δημοσίου χρήματος, σύγκρουση με τη μετριοκρατία και τις δυνάμεις του status quo στα πανεπιστήμια, κατάρρευση του παρεοκρατικού καπιταλισμού και σύγκρουση με την επιχειρηματική κουλτούρα «της αρπαχτής».
Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου σε μία σύγχρονη δημοκρατία είναι μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Απαιτεί θυσίες, συγκρούσεις και δημιουργικές καταστροφές, καθώς θίγει ολόκληρο το πολιτικό, θεσμικό και οικονομικό σύστημα, κοινωνικό κράτος, δημόσια διοίκηση, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις. Αναμφίβολα το project της πράσινης ανάπτυξης πλαισιώνεται από ένα ευρύτερο μεταρρυθμιστικό πλαίσιο. Οι πράσινες δυνάμεις το έχουν καταλάβει; Πράσινη λύση. Δύσκολη λύση.
Saturday, September 26, 2009
Η εποχή της ματαιοδοξίας τελείωσε
Il faut retrouver le sens des limites
© Nouvel Observateur
Μετάφραση από την ομάδα του PPOLΝουβέλ Ομπσερβατέρ (NO): Τελικά ο Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy) σας ακολούθησε σε ότι αφορά τη φορολόγηση των εκπομπών CO2. Προφανώς πρόκειται για επιτυχία του ιδρύματός σας, που προωθεί αυτή την υπόθεση από την ίδρυσή του. Πώς όμως βιώνει το δημόσιο πρόσωπο Ιλό (Hulot) ο συνηθισμένος στην εύνοια της κοινής γνώμης, την αποδοκιμασία της πολιτικής του από τους πολίτες;
Νικολά Ιλό (Nicolas Hulot. ΝΗ): Δεν είναι πάντα εύκολο. Επισκέπτομαι τα «μπλογκ» που με περιγράφουν σαν ένα «κουλτουριάρη» που φορολογεί τον πλησίον του αδιαφορώντας για την κοινωνική αδικία. Η αλήθεια είναι πως η βιαιότητα των αντιδράσεων δε με εκπλήσσει. Από τη στιγμή που η φορολογία των εκπομπών CO2 παρουσιάστηκε σαν ένας ακόμα επιπρόσθετος φόρος, ήταν μάλλον μαθηματικά βέβαιο τι θα συνέβαινε. Ακόμα κι εγώ θα είχα θεωρήσει απαράδεκτο το φόρο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο! Μόνο που ο «φόρος κλίματος-ενέργειας» είναι ακριβώς το αντίθετο! Αλλά πώς να εξηγήσει κανείς τις παραμέτρους της φορολόγησης των εκπομπών CO2 και την μέριμνά του υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης στα τρία λεπτά με το χρονόμετρο των δελτίων ειδήσεων; Είναι αδύνατο! Σε ότι με αφορά, τα έχω παρατήσει. Η παιδαγωγική χρειάζεται χρόνο.
NO: Ορίστε, έχετε όσο χρόνο θέλετε!
NH: Οι πάντες το γνωρίζουν: η εξάντληση των ορυκτών καυσίμων βρίσκεται επί θύραις. Από τη στιγμή που η προσφορά πετρελαίου θα υπολείπεται της ζήτησης, οι τιμές θα εκτοξευθούν. Και θα πληγούν οι πλέον ευάλωτοι οικονομικά συμπολίτες μας. Ο φόρος κλίματος-ενέργειας στοχεύει ακριβώς να προλάβει και να μειώσει τους κραδασμούς από το γεγονός αυτό. Ακριβαίνοντας σήμερα την τιμή της βενζίνης, των καυσίμων, του φυσικού αερίου, δίνουμε κίνητρα στις επιχειρήσεις να αναπτύξουν μαζικά υπηρεσίες και αγαθά που όχι μόνο θα μειώσουν την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά θα εκδημοκρατίσουν την πρόσβαση στα «πράσινα» προϊόντα.
Τα νοικοκυριά επίσης θα μπορούν να συμμετάσχουν στην αλλαγή, δανειζόμενοι με μηδενικό επιτόκιο και επωφελούμενοι από φορολογικές ελαφρύνσεις για να βελτιώσουν τη θέρμανση ή τη μόνωση του σπιτιού τους. Η φορολόγηση των εκπομπών CO2, είναι ένα μέσο για να αποφευχθεί ένα προαναγγελθέν κοινωνικό κραχ. Γιατί νομίζετε πως ένα συνδικάτο σαν τη «δημοκρατική συνομοσπονδία εργατών» (CFDT) υποστηρίζει το μέτρο; Εξάλλου όλοι συμφωνούν πως η απεξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα βελτιώσει το ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών και πως θα επηρεάσει αυτομάτως θετικά την απασχόληση.
NO: Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ (Ségolène Royal) απαρνήθηκε ολοκληρωτικά τη σύλληψη του νέου φόρου, θεωρώντας τον «κοινωνικά άδικο» και «αναποτελεσματικό»...
ΝΗ: Το πνεύμα του «οικολογικού συμφώνου» που είχε υπογράψει ήταν ακριβώς να πάψουν αυτού του είδους οι μικρότητες. Της απαντώ λοιπόν, όσο πιο ευγενικά μπορώ, πως οι υποτιθέμενες ιδέες της ενάντια στην υπερθέρμανση του πλανήτη μάλλον ανήκουν στη σφαίρα της μαγείας, παρά της οικονομικής πραγματικότητας.
NO: Δεν παύει πως η κυβέρνηση δήλωσε ρητά πως σκοπός της είναι να αναπληρώσει τα έσοδα που έχασε από τους φόρους επιτηδεύματος. Οπότε η δυσπιστία πως η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το φόρο κλίματος-ενέργειας ως μέσο φορολογικής εξαπάτησης, είναι απολύτως δικαιολογημένη...
NH: Είχα πάντα πλήρη συνείδηση αυτού του κινδύνου... Και δεν αδράνησα.
NO: Για πείτε μας...
NH: Γνωστοποιήσαμε αμέσως στην κυβέρνηση πως θα ήταν αδιανόητο να αντιληφθεί αυτό το φόρο ως ένα ακόμα εισπρακτικό μέτρο. Στόχος του είναι η αλλαγή των συμπεριφορών. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που επαναλάβαμε σε όλους τους τόνους πως τα έσοδα που θα προκύψουν από αυτόν τον φόρο θα έπρεπε να αποδοθούν ισότιμα σε όλους, εκτός ίσως -κατά την άποψή μου- από τους ευπορότερους. Τα μέλη της επιτροπής Ροκάρ (Rocard) συμφώνησαν με αυτήν την άποψη. Αλλά κι αυτό δεν ήταν αρκετό. Η διελκυστίνδα συνεχίστηκε το καλοκαίρι. Θυμάμαι πολύ καλά τη 16η Ιουλίου. Σε πολύ υψηλό κρατικό επίπεδο υπερασπιστήκαμε για άλλη μια φορά με νύχια και με δόντια την ανάγκη της ανταποδοτικότητας και των «πράσινων τσεκ». Η ετυμηγορία μας ήρθε ξαφνικά και απότομα: «αυτά είναι χοντρομαλ...»! Σημειώστε μόνο πως το μέτρο των «πράσινων τσεκ» επανήρθε πριν μια εβδομάδα από τα προεδρικά χείλη, τουλάχιστο για όσους έχουν εισόδημα κατώτερο από το φορολογικό όριο.
NO: Συναντηθήκατε πολλές φορές με το Νικολά Σαρκοζί για να συζητήσετε για τη φορολογία των εκπομπών CO2. Πότε νιώσατε πως άρχισε να μετακινείται προς τις απόψεις σας;
NH: Δύσκολο να πω. Νομίζω πως ένας αποφασιστικός σταθμός ήταν όταν ασκούσε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) οπότε επιστράτευσε όλη του την επιρροή προκειμένου να υιοθετηθούν επί της αρχής οι φόροι κλίματος-ενέργειας. 'Απαξ και αυτό έγινε, ήταν πολύ δύσκολο για τη Γαλλία να αφήσει στο απυρόβλητο τις δικές της εκπομπές θερμοκηπικών αερίων. Εξάλλου υπήρχε ήδη το σύστημα ποινών και κινήτρων του Ζαν-Λουι Μπορλού (Jean-Louis Borloo) για την απόκτηση αυτοκινήτων με χαμηλές εκπομπές CO2. Το μέτρο αυτό είχε σχεδιαστεί ως φορολογική παρέμβαση μικρού βεληνεκούς, κι όμως η επιτυχία του υπερέβη κάθε προσδοκία και άλλαξε το τοπίο της αγοράς των αυτοκινήτων...
NO: Πιστεύετε στην ειλικρίνεια όλων όσοι έξαφνα ορκίζονται στην οικολογία;
NH: Όταν πρόκειται για την οικολογία, η ειλικρίνεια των προθέσεων μικρή σημασία έχει. Το κίνητρο μπορεί να είναι ο πραγματισμός ή ο καιροσκοπισμός... Καμιά φορά μάλιστα, όταν επαναλαμβάνουμε πολύ κάτι, φτάνουμε στο σημείο να το πιστεύουμε πραγματικά. Δυσκολεύομαι π.χ. Να αναγνωρίσω στο σημερινό Φρανσουά Φιγιόν (François Fillon) τον ίδιο άνθρωπο που είχα γνωρίσει κάποτε στο πρωθυπουργικό μέγαρο. Τότε υπερασπιζόταν την κατασκευή μίας πίστας αγώνων «φόρμουλας 1» καταμεσής στην παρισινή ύπαιθρο, τώρα μοιάζει με ζηλωτή υπέρ της καθιέρωσης της φορολογίας των εκπομπών CO2. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσει «ιστορική» τη μετάβαση του φορολογικού μας συστήματος προς την προστασία του περιβάλλοντος. Δεν έχω λόγους να παραπονιέμαι γι' αυτό.
NO: Φαίνεται πως η οικονομική κρίση άφησε το ίχνος της σε αυτήν την εξέλιξη...
NH: Γνωρίζετε ασφαλώς την ανάλυση του Νίκολας Στερν (Nicholas Stern) σύμφωνα με την οποία κάθε δαπάνη της τάξης του 1% του ΑΕΠ για την προληπτική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα γίνει 4%-6% όταν αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειές της. Ε λοιπόν, πιστεύω πως αυτή η εκτίμηση αρχίζει να συνειδητοποιείται από πολλούς. Όποιος δε θέλει να βουτήξει με το κεφάλι κάτω στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό, θα εξαναγκασθεί να κινητοποιηθεί για νέες ρυθμίσεις της οικονομίας. Θα χρειαστεί να επιβάλλουμε αυστηρούς κανόνες. Δεν είναι πλέον δυνατό να προσβλέπουμε σε μια ξέφρενη ανάπτυξη σε έναν κόσμο που δε διαθέτει τους υλικούς όρους για κάτι τέτοιο. Θα χρειαστεί να θυμηθούμε το νόημα της ύπαρξης ορίων. Δε διστάζω λοιπόν να πω πως η ανάπτυξη δεν είναι πια η λύση, αλλά το πρόβλημα. Η ώρα είναι στη διάκριση μεταξύ επιλεκτικής ανάπτυξης και επιλεγμένης απο-ανάπτυξης.
NO: Σε ό,τι αφορά τις νέες ρυθμίσεις σας, όπως φαίνεται έχετε βρει ένα θερμό υποστηρικτή στο πρόσωπο του προεδρικού συμβούλου Ανρί Γκουενό (Henri Guaino), που στο παρελθόν δε σας είχε χαριστεί...
NH: Είναι αλήθεια πως στην προεκλογική περίοδο των προεδρικών του 2007 ώρες-ώρες οι σχέσεις μας ήταν τεταμένες. Αλλά με τον Ανρί, όπως και με άλλους, βλέπουμε πως σήμερα υπάρχει δυνατότητα για συνεργασίες μεταξύ όσων, δεξιών και αριστερών, πρεσβεύουν την ορμητική επιστροφή του δημόσιου χώρου. Θα πρόσθετα μάλιστα τόσο το καλύτερο, καθώς έχουμε μεγάλες προσδοκίες από το επικείμενο «μεγάλο εθνικό δάνειο». Ήδη π.χ. εργαζόμαστε για την επανίδρυση της γεωργίας μας, που βρίσκεται σε κατάσταση προϊούσας αποδιοργάνωσης. Θα πρέπει η αγροτική μας παραγωγή να αποκτήσει νέους προσανατολισμούς, να εξαρτήσουμε τις όποιες επιδοτήσεις με σοβαρά περιβαλλοντικά κριτήρια, να στραφούμε προς τις βιολογικές καλλιέργειες. Θα ήθελα δε να τονίσω κάτι επ' αυτού: συχνά οι αγρότες θεωρούνται οι κυρίως ένοχοι για τη σημερινή κατάσταση, ενώ είναι μάλλον τα πρώτα της θύματα. Δεν είναι δυνατό τη μια να τους λέμε να τα δώσουν όλα στην καλλιέργεια βιοκαυσίμων και την επόμενη να τους υποδεικνύουμε να σταματήσουν αμέσως.
NO: Συνηθίζετε να επαναλαμβάνετε πως ό,τι συμβαίνει σήμερα σχετίζεται με τη σοβαρότητα της κλιματικής αλλαγής. Να περιμένουμε μήπως κι άλλους φόρους τους επόμενους μήνες;
NH: Μα όχι! Ας επανεκτιμήσουμε μολοταύτα το δρόμο που ήδη διανύσαμε. Μιλώντας για τη Γαλλία, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως από την άποψη της λήψης των οικολογικών μέτρων, τα δύο τελευταία χρόνια δεν είχαν προηγούμενο! Τις παραμονές της συνόδου της Κοπεγχάγης η αξιοπιστία της Γαλλίας στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί. Και δε θα εκπλαγώ αν δω πολύ σύντομα τέσσερις-πέντε γειτονικές μας χώρες να υιοθετούν φορολογήσεις των εκπομπών CO2 ανάλογες με τη δική μας. Από εδώ και πέρα, οφείλουμε να παρέμβουμε στο κοινοτικό επίπεδο. Πόσο μάλλον που μέχρι σήμερα ο περιβαλλοντικός απολογισμός του Αμερικανού προέδρου Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) προς το παρόν είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακός του αναμενομένου.
NO: Στην ταινία σας «το σύνδρομο του Τιτανικού» κρούετε τον κώδωνα του κινδύνου για το συνδυασμό δύο κρίσεων: της οικολογικής και της κοινωνικής...
NH: Πράγματι, μαζί με τον Ζαν-Αλμπέρ Λιεβρ (Jean-Albert Lièvre) θελήσαμε να δείξουμε πως σε πλανητικό επίπεδο η κατάσταση είναι ήδη εκρηκτική. Όχι μόνο διότι η ανισότητα μεταξύ του 30% των πλουσιότερων του κόσμου και του 30% των φτωχότερων έχει τριπλασιασθεί. Αλλά και διότι σε αυτόν τον ενοποιημένο κόσμο, το συνδεδεμένο με δορυφορικές κεραίες και το διαδίκτυο, τα πάντα γνωστοποιούνται, όλα είναι ορατά. Αυτομάτως, η θέαση της χλιδής προκαλεί συναισθήματα ταπείνωσης, υποδαυλίζει την πικρία και πυροδοτεί το ριζοσπαστισμό. Οπότε θα πρέπει να αναδιανείμουμε, και γρήγορα. Αν όμως λείψουν οι φυσικοί πόροι -τα κοιτάσματα πετρελαίου και πολλών μετάλλων θα έχουν εξαντληθεί έως το τέλος αυτού του αιώνα, ενώ οι γαίες στειρώνονται ταχύτατα- τι θα απομείνει προς αναδιανομή; Εκεί είναι που οι δύο κρίσεις, η κοινωνική και η οικολογική, που μέχρι τώρα εξελίσσονταν παράλληλα, σήμερα συγκλίνουν. Πράγμα που απειλεί με γενική ανάφλεξη.
NO: Πράγμα που ίσως να επηρεάζει και σας προσωπικά. Στα σχόλια και τις εικόνες του «συνδρόμου του Τιτανικού» βλέπουμε να υιοθετείτε πιο μεταφυσικούς τόνους, πιο αγωνιώδεις, μάλλον ερωτηματικούς παρά καταφατικούς...
NH: Ξέρετε, αρχικά το ίδρυμα που φέρει το όνομά μου είχε ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος. Κι ύστερα, είδαμε πως ήμαστε αναγκασμένοι να ασχοληθούμε και με τους ανθρώπους. Είναι όλα αλληλένδετα. Πράγμα που σημαίνει δυστυχώς πως όλα καταρρέουν ταυτόχρονα. Αυτή η ταινία πιθανότατα εκδηλώνει μια πλευρά μου που το κοινό δεν τη γνωρίζει καλά. Θέλω κυρίως να υπενθυμίσω πως όταν όσοι ήδη ανήκουν στους μη έχοντες δεν θα μπορούν πλέον να καλύψουν ούτε καν τις βιοτικές τους ανάγκες, στις σπαρασσόμενες χώρες του νότου, τότε θα εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Η «ύπατη αρμοστεία για τους πρόσφυγες» (UNHCR) προβλέπει ήδη ένα δισεκατομμύριο πρόσφυγες. Είναι σαν να αποφάσιζαν μια ωραία πρωία όλοι οι Κινέζοι να φτιάξουν τις βαλίτσες τους. Για να πάνε πού;
Ειλικρινά δε βλέπω πώς θα υπάρξει αίσιο τέλος σε κάτι παρόμοιο. Και δε σας κρύβω πως ώρες-ώρες με καταλαμβάνει έντονο άγχος. Μετεωρίζομαι μεταξύ του απόλυτου τρόμου και της απόλυτης ελπίδας. Έχω μια μόνο βεβαιότητα: πως ήρθε η ώρα να μεταβούμε από μια εποχή ματαιοδοξίας σε μια εποχή ταπεινοφροσύνης.
*Ο Nicolas Hulot είναι πρόεδρος του «ιδρύματος για τη φύση και τον άνθρωπο»
Sunday, August 30, 2009
"Πράσινο 'νιου ντιλ'": μια παγκόσμια εναλλακτική πρόταση
The Green New Deal as a Transatlantic Challenge
© The Globalist
Αύγουστος 24 2009
Μετάφραση και επιμέλεια από την ομάδα του PPOL
Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια διάψευση: όχι, το σύνθημα «πράσινο νιου ντιλ"» (GND) δεν το ανακάλυψαν οι «πράσινοι». Το GND επίσης δεν ανήκει στους «πράσινους», έστω κι αν εμείς, οι πράσινοι, πιθανότατα συγκαταλεγόμαστε στους πλέον ενθουσιώδεις οπαδούς του.
Το GND είναι μια εθνική και διεθνής στρατηγική που σηματοδοτεί μια θεμελιώδη αλλαγή παραδείγματος τόσο για τον αναπτυγμένο όσο και για τον υπό ανάπτυξη κόσμο.
Η πράσινη σκέψη -που γελοιοποιούνταν μέχρι πρόσφατα- καταλαμβάνει πια ηγεμονική θέση. Στην πραγματικότητα κάθε πολιτική διήγηση -όχι μόνο προοδευτική, αλλά κάθε πολιτική στρατηγική που αρνείται να δεχθεί την δικτατορία του παρόντος και του παρελθόντος επί του μέλλοντος- αναγκαστικά θα είναι πράσινη.
Προτείνοντας μαζικές επενδύσεις και καινοτομίες, το GND προτείνει μια άμεση απάντηση στην παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση -αλλά και στην πολύ σοβαρότερη κρίση που είναι γνωστή ως υπερθέρμανση του πλανήτη.
Η συμμαχία που διαμορφώνεται γύρω από το GND είναι πράγματι εντυπωσιακή: περιλαμβάνει το γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι-Μπυν (Ban Ki-moon), τον ,Αχιμ Στάινερ (Achim Steiner) του «προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον» (UNEP), την κορεατική κυβέρνηση, τον Τζον Ποντέστα (John Podesta) του «κέντρου για αμερικανική πρόοδο» (CAP) και τον Βαν Τζόουνς (Van Jones), το νέο σύμβουλο πράσινων θέσεων εργασίας του προέδρου Ομπάμα (Obama). Περιλαμβάνει επίσης στην Ευρώπη πολλούς πολιτικούς ηγέτες, διακεκριμένους επιστήμονες και επιχειρηματίες.
Αν και δε χρησιμοποίησαν τον όρο GND, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια, Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ (Arnold Schwarzenegger) και ο πρόεδρος Ομπάμα αναφέρθηκαν επίσης σε μια ταυτόσημη προσέγγιση.
Στην ομιλία της ορκωμοσίας του τον περασμένο Ιανουάριο ο πρόεδρος Ομπάμα επιχειρηματολόγησε υπέρ της άποψης πως οι τελευταίες κρίσεις που αντιμετωπίζουμε δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν μία-μία. Επικαλέστηκε μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση -οι κρίσεις θα χρειαστεί να αντιμετωπιστούν με τρόπους που να λύνουν πολλά προβλήματα ταυτόχρονα.
Επί παραδείγματι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα την οικονομική κρίση, τη διατροφική κρίση στις φτωχές χώρες (σήμερα υποφέρουν από υποσιτισμό 1 δις άνθρωποι, πράγμα πρωτοφανές στην ιστορία) και την κλιματική κρίση, που σταδιακά συναρθρώνεται και με προβλήματα άμυνας και ασφαλείας όλο και περισσοτέρων χωρών.
Η ανάγκη για μία νέα αναπτυξιακή στρατηγική πέρασε ακόμα και το κατώφλι του «οργανισμού οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης» (ΟΟΣΑ), που έδωσε στα κράτη-μέλη του διορία ενός έτους προκειμένου να καταθέσουν τις προτάσεις τους για μια ανάπτυξη φιλική προς το περιβάλλον. Πιστεύω πως η απάντηση πρέπει να είναι -και θα είναι- ένα παγκόσμιο «πράσινο "νιου ντιλ"».
Το GND είναι φανερό πως αναφέρεται στο «νιου ντιλ» του προέδρου Ρούσβελτ (Roosevelt). Κι αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Αν και πολλά άλλαξαν από τότε, υπάρχουν σαφείς αναλογίες με εκείνη την εποχή. Όπως τότε, έτσι και τώρα δεν αντιμετωπίζουμε απλά μια οικονομική καταστροφή, αλλά μια πρόκληση να αλλάξουμε τον τρόπο που παράγουμε και καταναλώνουμε.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει το οικονομικό μας σύστημα -και κατ, επέκταση ο τρόπος ζωής μας- δεν προέρχεται από δυνάμεις που να το υπερβαίνουν. Αντιθέτως, μπορεί να αντιμετωπιστεί εντός των ορίων του οικονομικού και πολιτικού μας συστήματος -όπου όμως η απουσία αειφορίας στην καθημερινότητά μας κινδυνεύει να οδηγήσει τον καπιταλισμό στην αυτοκτονία.
Ανήκει πια στους περιβαλλοντιστές να διασώσουμε την οικονομική τάξη με τον πράσινο τρόπο. Η ανθρωπότητα είναι αναγκασμένη να βρει τρόπο να διαβιώνει αειφορικά. Αυτό που ζητάω είναι μια νέα βιομηχανική επανάσταση, μια ριζική αλλαγή στο «μεταβολισμό» του βιομηχανικού κόσμου, η ανάπτυξη ενός νέου, περιβαλλοντικού πολιτισμού.
Στη βάση αυτής της ριζικής αλλαγής βρίσκεται μια νέα βιομηχανική πολιτική, που θα φέρει επανάσταση στον τρόπο που καταναλώνουμε ενέργεια, με ξεκάθαρο στόχο τη μετάβαση σε οικονομίες χαμηλών εκπομπών θερμοκηπικών αερίων. Για να μιλήσω για ένα μόνο από τους συγκεκριμένους στόχους μας, είναι απολύτως δυνατό για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) να παράγει το 100% της ενέργειάς της από «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» (ΑΠΕ) πριν το 2050.
Τι θα συμβεί αν η ανθρωπότητα αποτύχει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τέτοιας εναλλακτικής προσέγγισης στο status quo; E, αν αφήσουμε ανεξέλεγκτη την κλιματική αλλαγή, και σήμερα αυτό κάνουμε σε γενικές γραμμές, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με καταστροφές πρωτοφανούς κλίμακας.
Ο Νικ Στερν (Nick Stern), πρώην αντιπρόεδρος της «παγκοσμίου τράπεζας», υπολόγισε το 2006 πως η κλιματική αλλαγή μπορεί να κοστίσει όσο το 20% του παγκοσμίου ΑΕΠ.
Πιο πρόσφατα, τον περασμένο Ιούνιο, η «εθνική διοίκηση ωκεανών και ατμόσφαιρας» των ΗΠΑ (ΝΟΑΑ), αφού σημείωσε πως η «κλιματική αλλαγή φαίνεται να εξελίσσεται ταχύτερα από ότι προβλέπαμε», εκτίμησε σε 90% τις πιθανότητες μέσα στον επόμενο αιώνα η ανεξέλεγκτη εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής να εξαναγκάσει 3 δις ανθρώπους να επιλέξουν μεταξύ της λιμοκτονίας και της μετακίνησης προς περιοχές με καλύτερες κλιματικές συνθήκες.
Αν αυτά σας φαίνονται δυσοίωνα, τι θα λέγατε για τα 200 δις δολάρια (140 δις ευρώ) που θα κοστίσει μόνο η εξασφάλιση της ύδρευσης των δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών έως το 2020; Τι θα λέγατε για την αυξανόμενη απειλή για τη διεθνή ασφάλεια που αντιπροσωπεύει ο ανταγωνισμός για τους μειούμενους υδατικούς πόρους και την αυξανόμενη σπάνη των αρδεύσιμων γαιών;
Η φύση έθεσε συγκεκριμένα όρια στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακος (CO2). Από τη στιγμή που τα ξεπεράσουμε, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Η φύση δε δίνει αναστολές.
Αν θέλουμε να αποφύγουμε το χάος, θα χρειαστεί να πετύχουμε τρεις συγκεκριμένους στόχους:
- Έως το 2050, οι εκπομπές CO2 θα πρέπει να έχουν μειωθεί κατά 50% σε σχέση με το 1990.
- Τα βιομηχανικά κράτη πρέπει να μειώσουν τις εκπομπές θερμοκηπικών αερίων τους κατά 80-95% έως το 2050.
- Οι εκπομπές CO2 θα πρέπει να φθάσουν στο ζενίθ τους έως το 2015
Προφανώς όλα αυτά είναι δύσκολα, αλλά όχι αδύνατα.
Προφανώς επίσης, αυτή η οπτική δεν είναι αποδεκτή από όλους Ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi) π.χ. επιχειρηματολογεί πως δεν είναι δυνατό να ασχολείται με την κλιματική αλλαγή ενώ αντιμετωπίζει οικονομική κρίση. Στην πρόσφατη σύνοδο του G8 στην Ιταλία Ο κ. Μπερλουσκόνι σημείωσε ειρωνικά πως το να ασχολείσαι με τις εκπομπές CO2 εν μέσω οικονομικής κρίσης ήταν σαν να ασχολείσαι με το χτένισμά σου ενώ πάσχεις από πνευμονία.
Αυτού του είδους οι συμπεριφορές πιστοποιούν μια βασική παρεξήγηση: συμφωνούμε πως ναι, όπως ο πρόεδρος Ρούσβελτ την εποχή του «νιου ντιλ», μας απασχολεί κυρίως η απασχόληση, η ρύθμιση των αγορών, η καταπολέμηση της φτώχειας.
Η επιδίωξη ενός GND συνεισφέρει ακριβώς σε αυτό: με άλλο λόγια, η σωτηρία του πλανήτη θα μας βοηθήσει να ανοικοδομήσουμε τις οικονομίες μας.
Οι συνήγοροι του GND υπογραμμίζουν δύο σημεία:
- Πρώτον, το GND ενισχύσει την απασχόληση και την κοινωνική ισότητα.
- Δεύτερον, θα κάνει τις οικονομίες μας πιο ανταγωνιστικές
Οπότε, όσοι αρνούνται να ενδιαφερθούν για τις περιβαλλοντικές διαστάσεις του GND, ας ασχοληθούν τουλάχιστο με τις οικονομικές του προοπτικές.
Ας μιλήσουμε για την απασχόληση. Σύμφωνα με μία έρευνα του CAP, ο «νόμος περί καθαρού αέρα και ασφάλειας» και ο «νόμος περί ανάκαμψης και επανεπένδυσης» του 2009, θα οδηγήσουν σε επενδύσεις της τάξης των 150 δις δολαρίων (105 δις ευρώ) ετησίως τα επόμενα δέκα χρόνια, που θα δημιουργήσουν 1.7 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας.
Το γερμανικό παράδειγμα της ανάπτυξης των ΑΠΕ δείχνει πως δε μιλάμε εδώ για υποσχέσεις κενές περιεχομένου.Η Γερμανία δημιούργησε ήδη 280,000 θέσεις εργασίας στον τομέα των ΑΠΕ και αναμένεται να δημιουργήσει άλλες 280,000 έως το 2020. Να σημειώσουμε πως έως σήμερα η πραγματική επέκταση των ΑΠΕ ξεπερνά και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Σήμερα, η Γερμανία δεν υστερεί από κανένα σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα των ΑΠΕ.
Σήμερα το 8% της γερμανικής οικονομίας (και το 2.2% της οικονομίας της ΕΕ-25) θεωρείται «πράσινο». Σύμφωνα με μια μελέτη του «γερμανικού ινστιτούτου οικονομικής έρευνας» (DIW), έως το 2020 στη Γερμανία ο «πράσινος» τομέας της οικονομίας θα ξεπεράσει σε σημασία εκείνο της μηχανουργίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Αλλά το GND υπερβαίνει την ανάπτυξη του «πράσινου» τομέα της οικονομίας. Αφορά μάλλον σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική «πρασινίσματος» όλων των τομέων της οικονομίας, που βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
- Τις ΑΠΕ
- Την ενεργειακή αποτελεσματικότητα
- Την τεχνολογία μείωσης των εκπομπής θερμοκηπικών αερίων και τις πράσινες υποδομές
Αν η ΕΕ αποδεχθεί αυτήν τη στρατηγική, την επόμενη πενταετία θα δημιουργηθούν πέντε εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Όπως το έθεσε ο επίτροπος της ΕΕ Αλμούνια (Almunia): «βάλτε την πράσινη ανάπτυξη στον πυρήνα των πολιτικών σας».
Δείτε π.χ. την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο διευθύνων σύμβουλος της «ντάιμλερ» Ντίτερ Ζέτσε (Dieter Zetsche) δήλωσε πρόσφατα πως «θα πρέπει να ξαναεφεύρουμε το αυτοκίνητο». Έχει δίκιο, και αυτό το έργο θα ολοκληρωθεί αναγκαστικά υπό δυσμενείς οικονομικές συνθήκες. Μια πρόσφατη μελέτη των «ALIX συνεταίρων» για την παγκόσμια αγορά αυτοκινήτου εκτιμά πως από το Β, παγκόσμιο πόλεμο, ουδέποτε οι προοπτικές της αυτοκινητοβιομηχανίας ήταν πιο δυσοίωνες και επισφαλείς από ότι σήμερα.
Από την άλλη είναι σαφές πως Λυδία λίθος για το ποιες επιχειρήσεις θα επιβιώσουν θα είναι η ενεργειακή τους αποτελεσματικότητα. Παραφράζοντας τον Τόμας Φρίντμαν (Thomas L. Friedman) θα τολμούσα μια πρόβλεψη: η αυτοκινητοβιομηχανία που θα γίνει ταχύτερα «πράσινη» χρησιμοποιώντας την πιο έξυπνη τεχνολογία, θα είναι εκείνη που θα ηγηθεί του κλάδου τον 21ο αιώνα.
Ας δούμε τον τομέα των οικοδομών. Η ανάγκη για εξοικονόμηση ενέργειας θα καταστήσει στο εγγύς μέλλον κανόνα τις ενεργειακά αποτελεσματικές κατοικίες και την «πράσινη» οικοδομή. Θα κατοικούμε σε σπίτια με χαμηλή κατανάλωση ενέργειας, ή ακόμα και σε σπίτια-παραγωγούς ενέργειας.
Δεν φαντασιώνομαι εδώ: αναφέρομαι σε τεχνολογίες που έχουν ήδη κατασκευαστεί (από την BASF π.χ) που είναι ήδη διαθέσιμες. Ιδού ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία: η Κίνα αναμένεται να οικοδομήσει έως το 2020 όσες κατοικίες υπάρχουν ήδη σήμερα στην ΕΕ-15. Ποιος θα αναλάβει την οικοδόμηση αυτών των κατοικιών, υπό ποίες προδιαγραφές, με ποιες τεχνολογίες; Δεν είναι φανερό πως οι πιο πράσινες τεχνολογίες είναι και οι πιο ευεπίφορες ώστε να κερδηθεί ο οικονομικός ανταγωνισμός;
Αναμένεται να υπάρξει οξύτατος ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών και εθνών για το ποιος θα εκμεταλλευθεί καλύτερα το πράσινο κύμα. Ο ανταγωνισμός είναι αναγκαίος -και θα επιταχύνει τη μετάβαση εκεί που θέλουμε. Αλλά από την άλλη, θα ήθελα να δω περισσότερη «πράσινη» συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης από όση είδαμε έως σήμερα.
Η νέα αμερικανική κυβέρνηση άνοιξε πολλά καινούργια πεδία ανάπτυξης αυτής της συνεργασίας. Η επερχόμενη αναθεώρηση της «στρατηγικής της Λισσαβόνας» μπορεί από τη μεριά της να αξιοποιηθεί σαν μια ευκαιρία για να κάνουμε ένα άλμα στην πράσινη ανάπτυξη. Μολοταύτα, κανείς από τους ατλαντικούς εταίρους δε διαθέτει ολοκληρωμένη στρατηγική για την ανάπτυξη της οικολογικής καινοτομίας. Από την άλλη, αμφότεροι διαθέτουν ορισμένες χρήσιμες εμπειρίες, που μπορεί να αξιοποιηθούν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Οι ΗΠΑ π.χ. διαθέτουν ένα εξαίρετο σύστημα περιβαλλοντικής πιστοποίησης. Η ΕΕ σχεδιάζει τώρα το δικό της... Δε θα πρέπει να προβλεφθεί αμοιβαία αναγνώρισή τους;
Η ΕΕ διαθέτει εμπειρία στην προώθηση των ΑΠΕ, που οι ΗΠΑ μπορούν να αξιοποιήσουν. Τα γερμανικά κίνητρα μάλιστα αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά και επιβάρυναν ελάχιστα τους φορολογούμενους, αποδίδοντας τα μέγιστα στην οικονομία. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο;
Σε ότι αφορά το σύστημα εμπορίας ρύπων της ΕΕ, κοστολογεί ήδη τις εκπομπές CO2 στην παραγωγή ενέργειας και τη βιομηχανική παραγωγή, την ώρα που οι ΗΠΑ σχεδιάζουν το δικό τους ανάλογο σύστημα. Πότε θα συνδεθούν οι δύο προσεγγίσεις;
Οι νέες τεχνολογίες χρειάζονται και νέες προδιαγραφές. Γιατί να μη συμφωνηθούν κοινές προδιαγραφές για τον ανταγωνισμό στις ΗΠΑ και την ΕΕ; Δε θα ευνοούσε κάτι τέτοιο τη συνεργασία των δύο πλευρών;
Τέλος, γιατί να μην υπάρχει περισσότερη ανταλλαγή εμπειριών στους μηχανισμούς ελέγχου και χρηματοδότησης της «πράσινης ανάπτυξης»;
Πώς θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες την εμπειρία της ΕΕ στoν οικολογικό σχεδιασμό;
Δε θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε στον προσδιορισμό μιας κοινής προσέγγισης στις προδιαγραφές της κατανάλωσης ή της παραγωγής ενέργειας των διαφόρων προϊόντων;
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε μολοταύτα πως υπήρξαν σημαντικές πρόοδοι στην ατλαντική «πράσινη» συνεργασία.
Στο πόρισμα της συνόδου ΗΠΑ-ΕΕ της Πράγας π.χ. συμπεριλήφθηκε η «συνεργασία στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και υπέρ της μετάβασης το ταχύτερο δυνατό σε πιο πράσινες και καθαρές ατλαντικές οικονομίες». Σε ό,τι αφορά το μέλλον του «ατλαντικού οικονομικού συμβουλίου» (TEC) o επίτροπος Φερχόιγκεν (Verheugen) μου δήλωσε πρόσφατα πως η «ευρωπαϊκή επιτροπή» επιθυμεί διακαώς να καταστήσει την περιβαλλοντική συνεργασία ακρογωνιαίο λίθο της μελλοντικής δράσης του TEC.
Επιπλέον οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες προδιαγραφών CEN και CENELEC αξιοποίησαν την ετήσια σύνοδό τους του 2009 που έγινε στη Μαδρίτη προκειμένου να συζητήσουν τις προδιαγραφές της οικολογικής καινοτομίας. Προσβλέπω σε ατλαντική συνεργασία και σε αυτόν τον τομέα.
Θα ήθελα όμως να επιμείνω στον επείγοντα χαρακτήρα αυτών των θεμάτων. Παρ, όλη την πρόοδο σε ότι αφορά το παγκόσμιο GND, απέχουμε ακόμα πολύ από τους στόχους μας. Επιπλέον, αρχίζει να παγιώνεται η αίσθηση πως χάνουμε την κούρσα ενάντια στο χρόνο. Η κλιματική αλλαγή θερμαίνει διαρκώς τον πλανήτη ενώ η οικονομική ανάκαμψη σέρνει τα πόδια της.
Οπότε χρειαζόμαστε πιο φιλόδοξες προσεγγίσεις, πιο τολμηρές πολιτικές, περισσότερη συνεργασία μεταξύ πολιτικών, επιχειρηματιών, μη-κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και πολιτών.
Επιτρέψτε μου να καταλήξω σε πιο αισιόδοξους τόνους: αν και είναι ακόμα πολύ αμφίβολο αν θα κατορθώσουμε το Δεκέμβριο στην Κοπεγχάγη να πετύχουμε μια ιστορικής σημασίας συμφωνία για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, θα ήθελα να αναδείξω το αισιόδοξο μήνυμα που μας έρχεται από μια επιχειρηματική πρωτοβουλία.
Αναφέρομαι στο σχέδιο «ντεζέρτεκ»: είκοσι μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, πολλές εξ αυτών γερμανικές, αποφάσισαν να συνεταιριστούν και να επενδύσουν 400 δις ευρώ σε μία εγκατάσταση παραγωγής ηλιακής ενέργειας στη βόρειο Αφρική που θα ήταν δυνατό, αν όλα πάνε καλά, να εξασφαλίσει το 15% των ενεργειακών αναγκών της ΕΕ έως το 2050.
Τι με κάνει τόσο αισιόδοξο σε αυτό; Δύο πράγματα:
- Πρώτον, διότι αποδεικνύει οικονομικό ορθολογισμό. Το «πρασίνισμα» της οικονομίας δεν αφορά πλέον τη διανομή της οικονομικής επιβάρυνσης, αλλά τη διανομή οικονομικών κερδών.
- Δεύτερον, διότι λαμβάνει χώρα καταμεσής στην οικονομική κρίση κι έτσι δίνει αξιοπιστία στους ισχυρισμούς μας πως η πράσινη οικονομία αποτελεί τη διέξοδο από την οικονομική τρύπα στην οποία έχουμε πέσει.
Όπως είπα, το πράσινο αρχίζει να γίνεται ηγεμονικό. Το GND βρίσκεται σε εξέλιξη. Ως «πράσινος» πολιτικός, καλοδέχομαι αυτήν την εξέλιξη. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, το «πράσινο» δεν πρόκειται να υπάρχει χωρίς τις επιχειρήσεις, και οι επιχειρήσεις θα αποτύχουν χωρίς «πράσινο». Ας συσπειρώσουμε όλη μας την ευρηματικότητα κι ας εξασφαλίσουμε πως η οικολογική καινοτομία και το πρασίνισμα της οικονομίας θα είναι οι πυλώνες μιας επιτυχούς ατλαντικής συνεργασίας τον 21ο αιώνα.
*Ο Reinhard Bόtikofer είναι Γερμανός ευρωβουλευτής, αντιπρόεδρος της ομάδας των «πρασίνων» στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο
Friday, August 28, 2009
Τώρα είμαστε και καμένη γενιά
Έθνος 28/8/2009
"Το πάθημα του 2007 δεν μας έγινε μάθημα. Ασύλληπτη η ανικανότητα της κυβέρνησης» λένε με θλίψη και αγανάκτηση οι 30άρηδες της γενιάς των 700 ευρώ."
«Είμαστε η καμένη γενιά», λένε οι νέοι του G700, της γενιάς δηλαδή των 700 ευρώ, εκφράζοντας τη θλίψη και την αγανάκτησή τους για το επαναλαμβανόμενο έγκλημα κατά του περιβάλλοντος. Με αφορμή την τεράστια καταστροφή στη Βορειοανατολική Αττική, οι νέοι που προβληματίζονται έντονα για τη γενιά τους και γι αυτά που τους επιφυλάσσει το μέλλον, οργίζονται και εξεγείρονται. Μιλούν για «ασύλληπτη ανικανότητα», για «κυβέρνηση-παιδική χαρά», για «υπονόμευση του μέλλοντός τους, της ποιότητας ζωής τους και εν τέλει των ονείρων τους».
Χαρακτηρίζουν «φαρσοκωμωδία» το επικοινωνιακό παιχνίδι πάνω στα καμένα και ξεκαθαρίζουν πως... κρατούν μικρό καλάθι μπροστά στις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις των πολιτικών. Καλούν αντίθετα την κοινωνία των πολιτών να είναι σε επαγρύπνηση.
«Η καταστροφή της Βορειοανατολικής Αττικής προκαλεί αμηχανία, θυμό, οργή και απογοήτευση, διότι αποδεικνύεται ότι μετά την τραγική εμπειρία του 2007 τα προβλήματα παραμένουν ίδια: ανύπαρκτος σχεδιασμός και προληπτική ικανότητα, έλλειψη στοιχειώδους συντονισμού και οργάνωσης, ανεπάρκειες στο δυναμικό και στην υποδομή του πυροσβεστικού σώματος, αδυναμία ελέγχου ιδιωτικών συμφερόντων, εκτεταμένη ανομία», σημειώνει ο 28χρονος Πασχάλης Αγανίδης.
Αστείες δικαιολογίες
«Ακόμα περισσότερο», συμπληρώνει ο ίδιος, «τα αισθήματα οργής προκαλούνται από τις αστείες δικαιολογίες και την ακατάσχετη μπαρουφολογία. Στον στρατηγό άνεμο και στην ασύμμετρη απειλή προστίθενται τα... πεύκα και η "ευρωπαϊκή συγκυρία"». Το πάθημα του 2007 δεν μας έγινε μάθημα, σχολιάζει και ο 30χρονος Θανάσης Γκούγκλας, ιδρυτικό μέλος των G700. «Νιώθω θλίψη, αγανάκτηση, απογοήτευση, αποτροπιασμό, φρίκη. Ξανά τα ίδια. Το 2007 δεν μάθαμε απολύτως τίποτα. Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα κάηκε και μάλιστα σε μια περίοδο, κατά την οποία δεν υπάρχει δικαιολογία κι ελαφρυντικό. Υποτίθεται πως φέτος ήταν μια βροχερή χρονιά και οι κλιματολογικές συνθήκες δεν ευνοούν τέτοιες πυρκαγιές».
Οι νέοι της γενιάς των 700 ευρώ διακρίνουν «διαχρονικές πολιτικές και θεσμικές ευθύνες» για το διαρκές οικολογικό έγκλημα. «Όπως μας κληροδοτούν την κατάρρευση του ασφαλιστικού, την εργασιακή ανασφάλεια, την εξαθλίωση της παιδείας, την ανύπαρκτη ποιότητα ζωής, με τον ίδιο τρόπο μας κληροδοτούν και μια καμένη γη», τονίζει ο 29χρονος Παναγιώτης Σταμπουλίδης και προσθέτει πως «η σημερινή γενιά των 30άρηδων θα κληθούν να πληρώσουν και το κόστος της οικολογικής καταστροφής». Ο ίδιος λέει πως νιώθει πρωτογενώς πόνο και θλίψη για το οικολογικό έγκλημα και δευτερογενώς απαξίωση για το πολιτικό σύστημα. Ξεκαθαρίζει επίσης πως δυσπιστεί στις εκ των υστέρων εξαγγελίες. «Κάθε φορά, μετά από ένα τέτοιο γεγονός, μιλούν όλοι ξαφνικά για μέτρα και πολιτικές.
Πιστεύω πλέον ακράδαντα πως τίποτα ουσιώδες δεν πρόκειται να εφαρμοστεί ούτε αυτή τη φορά». Πολλές φορές δεν γίνονται ούτε τα στοιχειώδη, θα συμπληρώσει ο Θανάσης. «Η Ελλάδα δέχεται επίθεση από την οργανωμένη ανικανότητα και όχι από κάποιο... στρατηγό άνεμο. Δεν μπορούμε να διαχειριστούμε το κράτος και τις υποδομές του για να αποτρέψουμε καταστροφές όπως αυτή που βίωσε η Αττική πριν από λίγα 24ωρα. Αντίθετα περισσεύουν οι κινήσεις εντυπωσιασμού, όπως το να μοιράζουμε 3χίλιαρα για να φανούμε ευαίσθητοι. Όταν βλέπω το επικοινωνιακό παιχνίδι πάνω στα καμένα να επαναλαμβάνεται, νιώθω πως βιώνω μια μεγάλη φαρσοκωμωδία».
Οι G700 μιλούν για διεύρυνση του οικολογικού ελλείμματος και διαρκή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, το βάρος της οποίας πέφτει στις πλάτες της νέας γενιάς. «Η αδυναμία προστασίας του δασικού πλούτου και η διογκούμενη περιβαλλοντική υποβάθμιση διευρύνουν το οικολογικό έλλειμμα της χώρας», τονίζει ο Πασχάλης, συμπληρώνοντας πως «η "περιβαλλοντική καθυστέρηση" συνιστά μία από τις κρισιμότερες όψεις διαγενεακής ανισότητας, καθώς επιφυλάσσει στις επερχόμενες γενιές μια τραγικά χαμηλή ποιότητα ζωής με υψηλό κοινωνικό και οικονομικό κόστος».
Το περιβαλλοντικό κεφάλαιο που αφήνει η μια γενιά στην άλλη -συμπληρώνει ο Θανάσης- περιορίζεται διαρκώς. «Κάθε φορά που καίγεται ένα δάσος, χάνεται ένα σημαντικό κομμάτι από το περιβαλλοντικό κεφάλαιο που διαθέτουμε ως χώρα κι αυξάνεται αντίστοιχα το οικολογικό έλλειμμα», εξηγεί ο ίδιος.
ΕΞΙΧΝΙΑΣΜΕΝΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ
Θύτης το πολιτικό σύστημα με την κυβέρνηση στον πρώτο ρόλο
Οι νέοι της γενιάς των 700 ευρώ κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση και το σύνολο του πολιτικού συστήματος. «Η αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα υποδεικνύει, μεταξύ άλλων, την κρισιμότητα και τη σημασία της διαρκούς κινητοποίησης της κοινωνίας των πολιτών», επισημαίνει ο Πασχάλης.
Για ανικανότητα του πολιτικού συστήματος, που δεν μπορεί να διασφαλίσει την ποιότητα ζωής των πολιτών και το φυσικό περιβάλλον της χώρας, κάνει λόγο ο Παναγιώτης. «Τις μέρες που μαινόταν η πυρκαγιά βρισκόμουν στην Ισπανία. Αισθάνθηκα ντροπή όταν με ρωτούσαν πώς είναι δυνατόν να καίγεται η πρωτεύουσά μας και να μην μπορεί μια συντεταγμένη πολιτεία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Για μένα το έγκλημα είναι εξιχνιασμένο. Θύμα είναι το περιβάλλον και θύτης το σύνολο του πολιτικού συστήματος, με την κυβέρνηση στον πρώτο ρόλο». Τα μέλη του G700 θα συμμετάσχουν σήμερα το απόγευμα στη διαμαρτυρία στην Πλατεία Συντάγματος.
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Σε ανοιχτή δημόσια διαμαρτυρία στην Πλατεία Συντάγματος καλούν σήμερα το απόγευμα στις 19.00 ενεργοί πολίτες, bloggers κ.ά. με αφορμή την καταστροφή της Βορειοανατολικής Αττικής. «Όλοι με μαύρα ρούχα στην Πλατεία Συντάγματος», αναφέρει το κάλεσμα που κάνει τις τελευταίες μέρες τον γύρο του Διαδικτύου. Σύμφωνα με το κάλεσμα θα κατατεθούν στο προεδρείο της Βουλής καμένα δέντρα, «σαν απάντηση της φύσης και των ενεργών πολιτών στις πολιτικές που τα έκαψαν», ενώ θα απαιτηθεί να κηρύσσονται αυτομάτως αναδασωτέα όλα τα καμένα των τελευταίων 10 ετών τουλάχιστον.
Tuesday, May 26, 2009
Οικολόγοι-Πράσινοι. "Σερφάροντας" στο κύμα της δημοσκοπικής ανόδου
Πράγματι, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι (ΟΠ) βάλανε πλώρη για την Ευρωβουλή, χτυπώντας ακόμα και την τρίτη θέση με ποσοστά που ξεπερνούν κατά πολύ το 5% και σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν ακόμα και διψήφια νούμερα. Τι συμβαίνει;
Οι ΟΠ, φαίνεται να εκπροσωπούν αυτή τη στιγμή καλύτερα από κάθε άλλο πολιτικό φορέα, τη δυσφορία των πολιτών όχι απλώς για το δικομματισμό, αλλά για την αναποτελεσματικότητα του πολιτικού μας συστήματος συνολικά, μέρος του οποίου αποτελούν και τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς. Εύλογα λοιπόν, οι ΟΠ έχουν βρεθεί δημοσκοπικά στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως βασικού υποδοχέα του κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, ακόμα και ως οιωνεί εναλλακτικού πόλου μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων.
Οι συνθήκες τους ευνοούν. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι, εκμεταλλευόμενοι την παγκόσμια στροφή προς την πράσινη ανάπτυξη και την οικολογία, η οποία γεννήθηκε ως απάντηση στην παγκόσμια οικονομική κρίση με τις ευλογίες και του νέου Αμερικανού προέδρου, κ. Ομπάμα, καταφέρνουν να απευθυνθούν με εξαιρετική ευστοχία στο συλλογικό φαντασιακό και να δημιουργήσουν ταυτίσεις και προσδοκίες πέρα και έξω από τα παραδοσιακά όρια του πολιτικού εκκρεμούς ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά. Όπως συνέβη με το ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο ανάμεσα στις εκλογές του 2007 και τα Δεκεμβριανά το 2008, διεκδικούν και έχουν κατορθώσει να κερδίσουν, τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις, τη σκυτάλη της εκπροσώπησης του εναλλακτικού αντισυστημικού πόλου του πολιτικού μας συστήματος.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι λογικό να δημιουργούν έντονες αντιπάθειες και να αποκτούν ορκισμένους εχθρούς, κυρίως στα μικρά κόμματα που διεκδικούν τη διεύρυνση της εκλογικής τους απήχησης. Από τα δεξιά βάλλονται για τις θέσεις τους στα εθνικά θέματα. Από τα αριστερά αμφισβητείται η προοδευτικότητά τους. Από το κέντρο τους κατηγορούν για μονοθεματική ατζέντα και μονοδιάστατη οπτική στα πολιτικά πράγματα. Από τον ευρύτερο χώρο της οικολογίας στηλιτεύεται το γεγονός ότι επιχειρούν να μονοπωλήσουν το οικολογικό κίνημα και να εκφράσουν κατά αποκλειστικότητα την οικολογική ευαισθησία στη χώρα.
Ψιλά γράμματα. Σ’ αυτή τη φάση, στο συλλογικό φαντασιακό οι Οικολόγοι-Πράσινοι αποτελούν μια αξιοπρεπή, χωρίς βαρίδια εναλλακτική επιλογή. Για την ακρίβεια δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα για να αποδείξουν ποιοι είναι. Επάνω τους προβάλλονται, έστω και με απλουστευτικό τρόπο, όλες οι ματαιώσεις και οι προσδοκίες του εκλογικού σώματος για ένα νέο πολιτικό σχήμα που δεν θα φέρει τις «αμαρτίες του παρελθόντος». Ως εκ τούτου, το πολιτικό «ξύλο» που συνόδευσε την αρχική πολιτική αμηχανία των μικρών κομμάτων, δε φαίνεται ικανό να αναχαιτίσει την είσοδο των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο. Ίσως απλώς να περιστείλει την εκλογική τους δυναμική, κατεβάζοντάς τα ποσοστά τους σε φυσιολογικά για τα κυβικά τους επίπεδα.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, άλλο είναι το μείζον. Ότι οι Οικολόγοι-Πράσινοι, σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία, αναδεικνύονται σε έναν σημαντικό πόλο συσπείρωσης ανθρώπων, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς και αξιακούς ορίζοντες και αναζητάνε επίμονα πρωτότυπες και προωθητικές συνθέσεις στο πολιτικό σκηνικό. Η οικολογία και η πράσινη ανάπτυξη μπορούν να αποτελέσουν τον κεντρικό ιστό πάνω στον οποίο θα γίνουν τέτοιες συνθέσεις. Χαριτολογώντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ΟΠ σήμερα αποτελούν τη φωνή του απλού αγανακτισμένου με το πολιτικό σύστημα πολίτη που φωνάζει δυνατά «όχι άλλο κάρβουνο».
Προφανώς, η διάρκεια, η έκταση και το βάθος του φαινομένου των Οικολόγων-Πράσινων μένει να φανεί. Θα εξαρτηθεί από πολλά πράγματα, ένα εκ των οποίων είναι η αποφυγή του οικολογικού λαϊκισμού και η επίδειξη ικανότητας να συνθέσουν ευρύτερα ζητήματα, όπως για παράδειγμα το εργασιακό (γενιά των 700 ευρώ, πρεκαριάτο, ανεργία και απασχόληση των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας), μέσα από το πρίσμα της πράσινης ανάπτυξης. Σε ό,τι μας αφορά, θεωρούμε καταρχήν ελπιδοφόρο ότι τουλάχιστον, κάτι κινείται και λαμβάνει δυναμική πέρα από τα συνηθισμένα και τετριμμένα.
Tuesday, March 31, 2009
Πράσινη Ανάπτυξη: εργαλείο εξόδου από την κρίση
Είναι γνωστές, θλιβερές και απογοητευτικές οι επιδόσεις της χώρα μας στον αγώνα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα σήμερα για κάθε μονάδα ΑΕΠ παράγει 41% περισσότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε σχέση με την ΕΕ-15, έχει τη μεγαλύτερη εξάρτηση από πετρέλαιο σε όλη την Ευρώπη των 25 και όπως πάει δεν πρόκειται να πιάσει το στόχο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να εφαρμόσει κίνητρα για την εξοικονόμηση ενέργειας και την εισαγωγή ΑΠΕ στον οικιακό τομέα.
Γίνεται πλέον εύκολα αντιληπτό ότι, με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση να έχει καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στο σύνολο των κρατών της ΕΕ και τους παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας, απαιτείται άμεσα η ανατροπή του ισχύοντος αναπτυξιακού μοντέλου. Η οικονομική ανάκαμψη μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τη δημιουργία και προώθηση νέων αναπτυξιακών εργαλείων, που θα συνδυάζουν την οικονομική μεγέθυνση με την προστασία του περιβάλλοντος.
Ο τομέας της πράσινης οικονομίας είναι μια τέτοια επιλογή.
Η πράσινη οικονομία δεν αποτελεί εκκεντρική πολυτέλεια, όπως θέλουν να την παρουσιάζουν ορισμένοι για να λοιδορήσουν και να γελοιοποιήσουν τους εκπροσώπους της, αλλά αναπτυξιακό μονόδρομο. Ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες αντιμετωπίζουν βαθμιαία τον κορεσμό παραδοσιακών τομέων οικονομικής ανάπτυξης και ταυτόχρονα διαθέτουν ένα τεράστιο και αναξιοποίητο δυναμικό φυσικού πλούτου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση. Πώς, υπό συνθήκες κρίσης, θα θέσουμε και πάλι σε κίνηση την αναπτυξιακή διαδικασία.
Πώς θα πετύχουμε και πάλι μια διατηρήσιμη ισχυρή ανάπτυξη ικανή να μας βγάλει από την ύφεση, να δημιουργήσει νέες θέσεις απασχόλησης και θετική ψυχολογία στην αγορά, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα δίκαιο και βιώσιμο μέλλον για τους νέους της γενιάς των 700 ευρώ και τις μελλοντικές γενιές
Πώς η εύκολη ανάπτυξη που χαρακτήρισε την οικονομία μας μεταπολιτευτικά θα αντικατασταθεί από μια οικονομία υψηλής παραγωγικότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Με τους παραδοσιακούς μηχανισμούς παραγωγής πλούτου να έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους και με την «πράσινη επανάσταση» να βρίσκεται προ των πυλών, η Ελλάδα δεν πρέπει παρά να επενδύσει στην πράσινη οικονομία. Να υποστηρίξει τη δημιουργία μιας νέας βιομηχανίας αιχμής με επίκεντρο την περιβαλλοντική προστασία, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την προώθηση μιας νέας ενεργειακής πολιτικής.
Στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και η σταδιακή μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί με δύο βασικούς τρόπους α) την εξοικονόμηση ενέργειας και τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια του δημόσιου, εμπορικού και οικιακού τομέα, και β) την ανάπτυξη της περιβαλλοντικής βιομηχανίας και των ΑΠΕ με στόχο την παραγωγή του 20% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε 15 χρόνια από σήμερα. Ταυτόχρονα θεμελιώδης συνιστώσες της πράσινης ανάπτυξης αποτελούν επίσης η ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών για τη βιομηχανία, η επίλυση του ζητήματος της ανακύκλωσης και των σκουπιδιών, η σωστή διαχείριση των υδάτινων πόρων, η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας.
Για όλα αυτά απαιτούνται μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε συνδυασμό με ριζικές αλλαγές στη φορολογία και το εκπαιδευτικό σύστημα, ειδικά σε ό,τι αφορά τον προσανατολισμό της έρευνας και της καινοτομίας. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το ΕΣΠΑ χρειάζεται να αναδιαρθρωθούν πλήρως έτσι ώστε να αφιερωθεί μεγαλύτερο μερίδιο σε πράσινες δράσεις. Αυτό το οποίο απαιτείται πάνω απ’ όλα όμως είναι μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας και νοοτροπίας. Ένας νέος τρόπος αντιμετώπισης της οικολογίας, της ανάπτυξης του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος. Ας κατανοήσουμε ότι κάνουμε τα πρώτα βήματα μιας νέας εποχής. Έχουμε την ευκαιρία ως Έλληνες να πρωταγωνιστήσουμε σε αυτήν. Απαιτείται ταχεία και αποφασιστική δράση. Ας μη χάσουμε ξανά το τρένο.
Saturday, March 28, 2009
Εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια της Αθήνας.
για το 61ο τεύχος του ελληνικού The Economist*
Να λύσουμε το κυκλοφοριακό, να αντιμετωπίσουμε την ηχορύπανση, να επεκταθεί το μετρό και να βελτιωθούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, να πεζοδρομήσουμε το κέντρο, να φτιάξουμε ποδηλατόδρομους, να οργανώσουμε καλύτερα την ανακύκλωση, να χωροθετήσουμε χώρους διαχείρισης, και όχι απλώς υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, να διαχειριστούμε καλύτερα το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης, να λύσουμε το πρόβλημα της επεξεργασίας και αποθήκευσης αποβλήτων, να φτιάξουμε περισσότερα πάρκινγκ και να προστατέψουμε τους τελευταίους εναπομείναντες ανοιχτούς χώρους πρασίνου. Αναμφίβολα όλα τα παραπάνω αποτελούν εξαιρετικά κρίσιμες μεταβλητές στην εξίσωση πρασινίσματος της πόλης της Αθήνας. Κανένα όμως δε συμβάλει στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής ή τη διασφάλιση του δικαιώματος των νέων και των μελλοντικών γενεών να ζήσουν σε μία καθαρή πόλη, τόσο όσο η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια του δημόσιου, εμπορικού και οικιακού τομέα.
Αρκεί να σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα τα κτίρια καταναλώνουν το 40% της συνολικής ενέργειας συμβάλλοντας κατά 50% στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, κυρίως μέσα από την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα. Αν αναλογιστούμε δε ότι τα περισσότερα κτίρια στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1979 (τα περισσότερα στην Αθήνα), ότι λιγότερα από 7% είναι μονωμένα και ότι ακόμα και απ’ αυτό το μικρό μέγεθος, ένα αμελητέο ποσοστό είναι θωρακισμένο θερμομονωτικά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε το λόγο για τον οποίο οποιαδήποτε πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας και γενικότερα αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος της πόλης, δεν μπορεί παρά να έχει ως κεντρικό της άξονα την μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια.
Τεχνικά μια τέτοια παρέμβαση είναι εφικτή. Δεν αφορά απλώς στην αντικατάσταση των λαμπτήρων, το σβήσιμο των φώτων στα γραφεία και της οθόνης του υπολογιστή πριν φύγουμε για το σπίτι, αλλά μια συνολική επέμβαση στην ενεργειακή κατανάλωση κυρίως για θέρμανση και ψύξη. Υπολογίζεται ότι μόνο με επεμβάσεις στο κέλυφος και τις ηλεκτρολομηχανολογικές εγκαταστάσεις ενός κτιρίου, είναι δυνατόν να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας ακόμη και κατά 50%. Αν σ’ αυτά προστεθούν οι βιοκλιματικές πρακτικές σε συνδυασμό με την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, τότε η εξοικονόμηση στην κατανάλωση ενέργειας εκτινάσσεται πολύ πάνω από 50%. Υπ’ αυτές τις συνθήκες οι θερμομονωτικές επεμβάσεις στα κτίρια του δημόσιου, εμπορικού και οικιακού τομέα μπορούν να μειώσουν σημαντικά το φαινόμενο των θερμικών νησίδων στις μεγάλες πόλεις και να ηγηθούν έτσι της κούρσας για επίτευξη των στόχων του Κιότο. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε επέμβαση τέτοιου τύπου επηρεάζει θετικά τα κτίρια επιμηκύνοντας σημαντικά το χρόνο ζωής τους.
Πάνω απ’ όλα όμως, η εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα μπορεί να αποδειχτεί ένα εκ των βασικών δημόσιων επενδυτικών project, ικανών να οδηγήσουν σε αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας και ειδικά της οικοδομικής που σήμερα περνάει περίοδο κατάθλιψης. Επαγγέλματα όπως παραγωγοί δομικών υλικών, μεταφορείς και εμπορικές εταιρείες με σχετικά προϊόντα θα επηρεαστούν θετικά. Ταυτόχρονα εάν το βάλουμε στόχο μπορούμε να αναπτύξουμε και τη δική μας τεχνολογία και καινοτομίες στην παραγωγή πράσινων προϊόντων σχετικών με την εξοικονόμηση ενέργειας. Οι εργάτες γνώσης, οι τεχνίτες αλλά και οι ανειδίκευτοι της γενιάς των 700 ευρώ που σήμερα πλήττονται από την ανεργία και την έλλειψη ευκαιριών για ποιοτικές και καλά αμειβόμενες δουλειές μπορεί να βγούνε κερδισμένοι από μια τέτοια εξέλιξη.
Απαιτείται συνεπώς ένα απλό θεσμικό πλαίσιο και φιλόδοξοι στόχοι. Όχι πιλοτικές περίοδοι και ανούσιοι πειραματισμοί, όπως γίνεται κάθε φορά που εισάγονται καινοτόμες πολιτικές στη χώρα μας. Οικονομικά, η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια της πρωτεύουσας μπορεί να ενταχθεί στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και να συγχρηματοδοτηθεί από κοινοτικούς πόρους του ΕΣΠΑ, το οποίο πρέπει πάση θυσία να συντονιστεί και να προσαρμοστεί στις ανάγκες αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης μέσω της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Ήδη, στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Οικονομική Ανάκαμψη που κατέθεσε τον περασμένο Νοέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προβλέπεται πρωτοβουλία Κτιρίων Υψηλής Ενεργειακής Απόδοσης για τον κατασκευαστικό τομέα σε συνδυασμό με πολιτικές βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του κτιριακού τομέα, οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν μέσα από την αναδιάρθρωση των επιχειρησιακών προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων, τη δημιουργία ενός πράσινου ταμείου με ορίζοντα το 2020 και σκοπό την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, και θα ενισχυθούν περαιτέρω με μειώσεις στο φόρο ακίνητης περιουσίας.
Κλείνοντας, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια της πρωτεύουσας, λόγω της μεγάλης της σημασίας στη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, αποτελεί σημαντικό κομμάτι ενός σπουδαίου πολιτικού εγχειρήματος. Την προώθηση της διαγενεακής δικαιοσύνης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, μέσα από την έμπρακτη διασφάλιση του δικαιώματος των μελλοντικών γενεών να ζήσουν σε ένα ισορροπημένο φυσικό και δομημένο περιβάλλον. Σ’ αυτό η γενιά των 700 ευρώ οφείλει να γίνει πρωτοπόρος δύναμη.
*Το παρόν τεύχος της ελληνικής έκδοσης του Economist που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα Καθημερινή στις 27-03-2009, φιλοξενεί μεταφρασμένο το ειδικό αφιέρωμα του Βρεατανικού The Economist, "Talking rubbish" που δημοσιεύτηκε στις 26th February 2009. Ταυτόχρονα φιλοξενούνται άρθρα φορέων και ειδικών οι οποίοι έχουν κληθεί να προτείνουν μία συγκεκριμένη πρόταση που μπορεί να εφαρμοστεί στην Αττική και να συμβάλει στην πράσινη ανάπτυξης της περιοχής.
Wednesday, March 4, 2009
Βέλτιστες πρακτικές πόλεων για το νερό
Ελληνικό Τεύχος Economist, Φεβρουάριος 2009
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι οργανωμένες σύγχρονες κοινωνίες, ιδιαίτερα κατά τον 21ο αιώνα, είναι η διαχείριση του νερού.
Το νερό εκτός από βασικό στοιχείο της ζωής του ανθρώπου, της φύσης και των φυσικών οικοσυστημάτων, αποτελεί σήμερα, κύριο πόρο και μοχλό ανάπτυξης για πολλές οικονομικές δραστηριότητες.
Οι αυξανόμενες ανάγκες και απαιτήσεις για χρήση του νερού, σε συνδυασμό με τη μείωση των διαθεσίμων πόρων, αλλά και η προοδευτική υποβάθμιση των υδατικών πόρων από την αλόγιστη χρήση και την ρύπανση που προέρχεται από τις αρνητικές επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, επιβάλλουν την ανάγκη για ορθολογική αντιμετώπιση της χρήσης του νερού από τον άνθρωπο.
Η συζήτηση για τη διαχείριση του νερού εστιάζεται εν πολλοίς στη λειτουργία των πόλεων, εάν αναλογιστούμε ότι οι σύγχρονες πόλεις έχουν αυξημένες ανάγκες ύδρευσης, από τη στιγμή που αποτελούν τους σημαντικότερους πόλους συγκέντρωσης πληθυσμού και δραστηριοτήτων που καταναλώνουν νερό, χωρίς παράλληλα να διαθέτουν πάντα τα απαραίτητα αποθέματα νερού.
Οι ανάγκες αυτές οφείλονται κατά κύριο λόγο στην αυξημένη κατανάλωση νερού κατ΄ άτομο και τις σημαντικές απώλειες των δικτύων ύδρευσης.
Η δυνατότητα των πόλεων να οριοθετήσουν και τελικά να υιοθετήσουν πολιτικές για την ορθή διαχείριση του νερού ενισχύεται από το γεγονός ότι οι πόλεις διαθέτουν διοικητικές και επιχειρηματικές δομές αλλά και οργανωμένες εκφράσεις των πολιτών, που επιτρέπουν την οικονομική εφαρμογή τεχνολογίας και οργανωτικών μέτρων, ενώ παράλληλα παρουσιάζουν μια εξ’ ορισμού μεγαλύτερη ευελιξία στην αναζήτηση της κατάλληλης στρατηγικής για την ορθολογική διαχείριση του νερού, απ’ ότι οι κεντρικές διοικήσεις των κρατών.
Τις προηγούμενες δεκαετίες, η λογική της προσέγγισης για την εύρεση λύσης στο ζήτημα της υδροδότησης των πόλεων αντιμετωπιζόταν σχετικά μονοδιάστατα, δίνοντας έμφαση στην προσφορά νερού. Με άλλα λόγια το ζητούμενο ήταν η αύξηση των πόρων για την κάλυψη των αναγκών υδροδότησης των δραστηριοτήτων της πόλης, συλλογικών και ατομικών.
Τα τελευταία χρόνια, με τη δυναμική ένταξη της έννοιας της βιωσιμότητας ως βασικής συνιστώσας της αστικής ανάπτυξης, διαγράφηκε μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος, δίνοντας έμφαση στη χρήση του νερού. Οι πόλεις αντιλήφθηκαν την ανάγκη για μείωση της χρήσης αντί για την αύξηση της προσφοράς.
Η διαχείριση της χρήσης του νερού αναπτύσσεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα: το πρώτο αφορά στη διαχείριση των διαρροών ενώ το δεύτερο στη διαχείριση της ζήτησης του.
Η ειδοποιός διαφορά της νέας προσέγγισης για την ορθολογική διαχείριση του νερού στις πόλεις έγκειται επιπλέον, στα εργαλεία προώθησής της: η διαχείριση του νερού αποτελεί πλέον ένα πολυδιάστατο ζήτημα που εμπλέκει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την τεχνολογία, την οικονομία και το περιβάλλον ενώ προσλαμβάνει κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Τα εργαλεία προώθησης της συνεπώς είναι τόσο τεχνολογικά και περιβαλλοντικά αλλά και οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά.
Η συζήτηση για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και η σημασία της ορθής κατανάλωσης των φυσικών πόρων δημιουργεί το ερώτημα της πρακτικής εφαρμογής της από τις πόλεις.
Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία αναπτύσσεται ουσιαστικά σε τρία διαφορετικά επίπεδα:
Tο πρώτο αφορά στη δημιουργία κανόνων για την ορθή κατανάλωση και υποστηρικτικών υποδομών.
Το δεύτερο αφορά στις διαδικασίες και τα κίνητρα για την υιοθέτηση τους από τους πολίτες.
Το τρίτο αφορά στη σωστή ενημέρωση και στη συστηματική διάχυση των ορθών μηνυμάτων έτσι ώστε να αναπτύσσεται η περιβαλλοντική συνείδηση των πολιτών και ως εκ τούτου ολόκληρης της κοινωνίας.
Όπως γίνεται αντιληπτό, η βασική πρωτοβουλία ανήκει στην πόλη και στη διοίκησή της, η οποία επωμίζεται ολόκληρο το βάρος της δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών για την προώθηση της ορθής χρήσης και κατανάλωσης των φυσικών πόρων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα σχεδιασμού και υλοποίησης προγραμμάτων για τη σωστή διαχείριση του νερού, αποτελούν η πόλη του Όστιν (Η.Π.Α.), της Φορταλέζα (Βραζιλία) και του Τόκιο (Ιαπωνία), πόλεις από διαφορετικές ηπείρους, με διαφορετική κουλτούρα, απαρτιζόμενες από πολίτες με διαφορετικές καθημερινές συνήθειες, οι οποίες έχουν καταφέρει να πρωτοπορούν στη σωστή διαχείριση του νερού, αναπτύσσοντας πρωτοβουλίες στη βάση του τρίπτυχου κανόνες – κίνητρα – ευαισθητοποίηση.
Όστιν, Η.Π.Α.
Η πρωτεύουσα του Τέξας και 16η σε πληθυσμό πόλη των Η.Π.Α. αποτελεί σήμερα μια εκ των πρωτοπόρων παγκοσμίως πόλεων, στο ζήτημα του περιορισμού των διαρροών νερού.
Η ενσωμάτωση της αντιμετώπισης του ζητήματος της έλλειψης του νερού, στη βασική αναπτυξιακή πολιτική της πόλης του Όστιν ξεκίνησε το 1983, με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού προγράμματος ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης του νερού, που συντέλεσε στην κάλυψη σημαντικού μέρους των αναγκών της πόλης, μέχρι και σήμερα.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1991, η πόλη του Όστιν προώθησε την αλλαγή του κώδικα των υδραυλικών εγκαταστάσεων, θεσπίζοντας ανώτατα όρια γαλονιών ανά χρήση για κάθε νέα τουαλέτα που θα εγκαθείστατο στην πόλη. Παράλληλα δημιούργησε δύο προγράμματα κινήτρων («The Free Toilet Program» και «The Toilet Rebate Program»), προτρέποντας τους πολίτες να αλλάξουν τις παλαιού τύπου τουαλέτες που κατανάλωναν περισσότερο νερό, με νέες, απαλλάσσοντάς τους από τα δημοτικά τέλη.
Τα τελευταία χρόνια, η πόλη του Όστιν έχει αναπτύξει πρωτοποριακά προγράμματα για τη μείωση της χρήσης του νερού, στη βάση κανόνων και κινήτρων για την υιοθέτηση τους από τους πολίτες αλλά και συνεχούς ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης.
Η ουσιαστική αναβάθμιση των προγραμμάτων που αποσκοπούν στη μείωση των διαρροών νερού, σηματοδοτήθηκε με την ανάπτυξη του προγράμματος «Διαχείρισης της Χρήσης του Νερού», το οποίο αφορά σε τρία στάδια κανονισμών για τη χρήση του νερού στην πόλη:
Το πρώτο στάδιο, αφορά στην περίοδο από την 1η Μαίου έως την 30η Σεπτεμβρίου και προβλέπει την απαγόρευση χρήσης ποτιστικών, για τις εμπορικές επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια της ημέρας ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τους κατοίκους να συντονιστούν, δημιουργώντας ημερήσιο πρόγραμμα ποτίσματος.
Το δεύτερο στάδιο αφορά τις περιόδους υψηλής κατανάλωσης, κατά βάση στους καλοκαιρινούς μήνες δηλαδή, και προβλέπει τον περιορισμό της χρήσης του νερού σε εξωτερικούς χώρους.
Το τρίτο στάδιο αφορά σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπου δημοσιοποιούνται κανονισμοί χρήσης του νερού.
Με τα τρία αυτά στάδια, η πόλη του Όστιν έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν άτυπο κανονισμό χρήσης, ο οποίος ρυθμίζει την κατανάλωση σε περιόδους που είχε εντοπιστεί το βασικό πρόβλημα υπερκατανάλωσης και συνεπώς μείωσης των αποθεμάτων.
Τα τελευταία χρόνια, το Όστιν έχει αναπτύξει μεγάλο αριθμό προγραμμάτων και μέτρων για τη μείωση της χρήσης του νερού. Τα σημαντικότερα απ’ αυτά είναι:
-Έκπτωση δημοτικών τελών για τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες που θα εγκαταστήσουν μηχανισμούς συλλογής βρόχινου νερού. Κίνητρα για την αντικατάσταση φυτών που απαιτούν τη χρήση μεγάλης ποσότητας νερού για τη συντήρηση τους.
-Διαβάθμιση χρέωσης του νερού ανάλογα με τη χρήση και τα μέλη της οικογένειας.
-Δυο προγράμματα εκπαίδευσης για τα δημοτικά σχολεία της πόλης
-Καμπάνια προβολής και ενημέρωσης με τηλεοπτικές διαφημίσεις, ηλεκτρονικά newsletters, ιστοσελίδα.
Η στρατηγική του Όστιν για τη διαχείριση του νερού αποσκοπεί, σύμφωνα με το στρατηγικό πλάνο που δημιούργησε, είναι η μείωση της χρήση κατά 1% κάθε χρόνο, για τα επόμενα 10 χρόνια. Για το λόγο αυτό θεσπίστηκε η Ομάδα Κρούσης για τη Διατήρηση του Νερού, η οποία εισηγήθηκε ένα πλήρες στρατηγικό πλάνο, το οποίο συμπεριλαμβάνει 21 νέα μέτρα και κανονισμούς), που θα οδηγήσουν στην εξοικονόμηση 32.74 εκατομμυρίων γαλονιών νερού που αντιστοιχεί σε 112.2 εκατομμύρια δολάρια.
Φορταλέζα, Βραζιλία
Η 5η σε πληθυσμό πόλη της Βραζιλίας βρίσκεται σήμερα στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως στην εξοικονόμηση χρημάτων από τον έλεγχο των διαρροών νερού, κερδίζοντας 2.5 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο, από την εφαρμογή προγραμμάτων ελέγχου της κατανάλωσης νερού.
Το Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας της πόλης της Φορταλέζα, έχει τη δυνατότητα, μέσα από ένα ηλεκτρονικό σύστημα, να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο όλη την κατανάλωση νερού και ενέργειας, τόσο από την πηγή παροχής όσο και σε κάθε επιχείρηση και νοικοκυριό της πόλης.
Το εν λόγω σύστημα ελέγχου παρέχει στο Κέντρο Ελέγχου Λειτουργίας λεπτομερή πληροφόρηση για τη ροή του νερού στην πόλη και για τις διαρροές των δικτύων, ενώ μέσω ενός αυτοματοποιημένου προγράμματος μπορεί να προσαρμόζει τη λειτουργία των αντλιών ανάλογα με τις ανάγκες που ανακύπτουν.
Το ολοκληρωμένο αυτό πρόγραμμα διαχείρισης δημιουργεί τεράστια κέρδη –σε περιβαλλοντικούς και οικονομικούς όρους- από τη στιγμή που μειώνει κατά πολύ τις διαρροές νερού τη στιγμή που δίνει τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου του δικτύου ύδρευσης σε πραγματικό χρόνο.
Τόκιο, Ιαπωνία
Το Τόκιο βρίσκεται σήμερα στην πρώτη θέση παγκοσμίως στη μείωση των διαρροών νερού, διατηρώντας ένα από τα πιο αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης νερού, μειώνοντας την κατασπατάληση νερού από 150 εκατομμύρια σε 68 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, τα τελευταία δέκα χρόνια.
Έχοντας αναπτύξει ένα πρόγραμμα διόρθωσης των ζημιών του δικτύου νερού, την ίδια ημέρα, κατάφερε να μειώσει το ποσοστό διαρροών από το 20% το 1956 σε 3.6% το 2006.
Το δίκτυο ύδρευσης του Τόκιο παρέχει περίπου 5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού κάθε ημέρα στους 12 εκατομμύρια κατοίκους της πόλης. Οι πηγές παροχής του νερού είναι τέσσερα ποτάμια που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή και μέσω ενός δικτύου υπόγειων αγωγών συνολικού μήκους 25.262 χιλιομέτρων καλύπτεται το σύνολο των αναγκών κατανάλωσης νερού της πόλης.
Το σύστημα εξοικονόμησης της κατανάλωσης στηρίζεται στον έλεγχο του δικτύου ύδρευσης και πιο συγκεκριμένα στην άμεση αποκατάσταση των βλαβών και των δυσλειτουργιών, προλαβαίνοντας με τον τρόπο αυτό και τις παράπλευρες βλάβες που μπορεί να προκληθούν στο σύνολο του δικτύου. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η άμεση αντιμετώπιση των βλαβών έχει μειώσει τα περιστατικά από 58.000 το 1985 σε 21.000 το 2005.
Εκτός από την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διαρροών, η πόλη του Τόκιο έχει αναπτύξει ένα νέο πρόγραμμα, υπό τον τίτλο "Tokyo Waterworks Management Plan 2007", με σκοπό όχι μόνο την εφαρμογή του στην πόλη του Τόκιο αλλά και την εξαγωγή του σε όλες τις ενδιαφερόμενες πόλεις.
Η επιδίωξη της προώθησης των στρατηγικών βιώσιμης ανάπτυξης στις πόλεις, που θα εναρμονίζει τους στόχους της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής ισορροπίας και της προστασίας του περιβάλλοντος για το παρόν και το μέλλον, βρίσκεται στην καρδιά της προσέγγισης για την ορθή διαχείριση του νερού στις πόλεις.
Η προσπάθεια που συντελέστηκε για πολλές δεκαετίες, για την αύξηση των πόρων οδήγησε κατά κάποιο τρόπο σε αδιέξοδα, αν αναλογιστούμε τις συγκρούσεις που δημιουργούσε ανάμεσα στους μεγάλους καταναλωτές νερού, δηλαδή τις πόλεις, και τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία, η βιομηχανία και η ενέργεια, οι οποίοι έβλεπαν να μειώνεται κατά πολύ η δυνατότητα κάλυψης των αναγκών τους.
Η μετατόπιση των στόχων –αλλά και των εργαλείων- της ορθολογικής διαχείρισης του νερού προς τη μείωση της κατανάλωσης και την ελαχιστοποίηση των διαρροών, ιδιαίτερα στις πόλεις, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη λογική της αειφορίας.
Η πολιτική για το νερό στις πόλεις οφείλει πλέον να αφορά όλο και περισσότερο την ποιότητα και τα πρότυπα ζωής των κατοίκων αλλά, παράλληλα, και την οικονομική ανταγωνιστικότητα της ίδιας της πόλης, κάτι που οδηγεί στην αναγκαιότητα δημιουργίας και ανάπτυξης ενός αποτελεσματικού προτύπου οργάνωσης ενός συστήματος αστικής διοίκησης όπου συμπεριλαμβάνει και το νερό.
* Οι Κων/νος Καπόπουλος και Δημήτρης Μαζιώτης είναι πολιτικοί επιστήμονες και μέλη της διεύθυνσης του Φόρουμ Αγορά Ιδεών. Αναδημοσιεύουμε το άρθρο ύστερα από άδεια των συγγραφέων.
Thursday, February 26, 2009
Πράσινη Ανάπτυξη ή Πράσινα Άλογα;
Πολλοί πολίτες όμως, μπροστά στο άκουσμα και μόνο της λέξης «πράσινη ανάπτυξη», αντιδρούν με καχυποψία. Σου λένε: «μα, τι πράσινη ανάπτυξη και πράσινα άλογα είναι αυτά που μου λες;» «Τι χαζοχαρούμενα είναι πάλι αυτά; Και πως θα με βοηθήσει εμένα αυτό;» Άλλοι πάλι στηλιτεύουν τον οικολογικό λαϊκισμό ή την υποκρισία δημόσιων προσώπων, κυρίως πολιτικών, που με την προσωπική τους στάση ζωής, αλλά και τις δημόσιες επιλογές που έκαναν στο παρελθόν, έπληξαν παρά βοήθησαν στο να μειωθεί το οικολογικό έλλειμμα στη χώρα. Τέλος, υπάρχουν και αυτοί οι οποίοι προβάλουν έντονες ενστάσεις, στη λογική ότι η πράσινη οικονομία συνιστά ένα ακριβό και μη ρεαλιστικό ως προς τους στόχους που θέτει εγχείρημα, γι’ αυτό καλό θα ήταν να μην τρέφουμε υψηλές προσδοκίες από ένα τέτοιο αναπτυξιακό σενάριο.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Πρέπει να προστατέψουμε το περιβάλλον; Ναι, πρέπει! Σήμερα, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, το δικαίωμα των μελλοντικών γενεών να ζήσουν σε έναν οικολογικά εξισορροπημένο και βιολογικά ποικίλο πλανήτη τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Και στην Ελλάδα;
Σύμφωνα με το εγχώριο μύθο, τα δικά μας περιβαλλοντικά προβλήματα δεν είναι τόσο «τοξικά».
Έτσι είναι, αν έτσι νομίζουμε. Διότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, για κάθε μονάδα ΑΕΠ η Ελλάδα παράγει 41% περισσότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με την ΕΕ-15, με τον κάθε Έλληνα να παράγει σχεδόν 12,4 τόνους κάθε χρόνο, δηλαδή 12% περισσοτέρους από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Χώρια το γεγονός ότι έχουμε τη μεγαλύτερη εξάρτηση από πετρέλαιο σε όλη την Ευρώπη των 25.
Είναι προφανές ότι είτε για το συμφέρον των παιδιών μας (διαγενεακή δικαιοσύνη), είτε για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της πατρίδας (οικολογία), πρέπει να δράσουμε. Δυστυχώς όμως, αυτά έχουν αποδειχτεί ευαισθησίες που δεν μας αγγίζουν ιδιαίτερα εμάς τους Έλληνες, αλλά εδώ που τα λέμε, ούτε και τους υπόλοιπους ανθρώπους του πλανήτη.
Υπάρχει όμως ένα άλλο συμφέρον που ίσως τελικά αποδειχτεί σωτήριο. Το οικονομικό. Η φιλοπεριβαλλοντική δράση για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αποκτάει νόημα, όταν είναι οικονομικά αποδοτική.
Με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση να έχει καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στους παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας των ανεπτυγμένων κρατών και τα κράτη να αναζητούν εναγωνίως λύσεις στο πρόβλημα της ύφεσης ξοδεύοντας τεράστια ποσά για επενδύσεις, πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι η οικονομική ανάκαμψη μπορεί να προέλθει μόνο αν επενδύσουμε στην προστασία του περιβάλλοντος και συγκεκριμένα τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Σε μία δηλαδή πράσινη οικονομία.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί πλέον εκκεντρική πολυτέλεια ή εμμονή κάποιων «tree huggers», αλλά εργαλείο εξόδου από την οικονομική κρίση και βασικό αναπτυξιακό συντελεστή.
Πράσινη ανάπτυξη σημαίνει επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, που αντιμετωπίζουν με επίπονο τρόπο τον κορεσμό παραδοσιακών τομέων οικονομικής ανάπτυξης (μεταπολιτευτικό πρότυπο) και ταυτόχρονα διαθέτουν ένα τεράστιο, όμως αναξιοποίητο δυναμικό φυσικού πλούτου και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η πράσινη οικονομία αποτελεί αναπτυξιακό μονόδρομο.
Σε τι συνίσταται όμως η πράσινη ανάπτυξη; Πολλοί την ταυτίζουν με τα φωτοβολταϊκά, άλλοι με τον αγροτοδιατροφικό τομέα και συγκεκριμένα τα βιολογικά προϊόντα, και κάποιοι με τη διαχείριση σκουπιδιών. Είναι όλα αυτά μαζί και ακόμη περισσότερα. Πράσινη ανάπτυξη είναι:
1.Η εξοικονόμηση ενέργειας και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια του δημόσιου, εμπορικού και οικιακού τομέα
2.Η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής βιομηχανίας και των ΑΠΕ
3.Η ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών για τη βιομηχανία καθώς και δικτύων επεξεργασίας και παροχέτευσης αποβλήτων
4.Η επίλυση του ζητήματος της ανακύκλωσης και των σκουπιδιών
5.Η μείωση των αιωρούμενων σωματιδίων στις μεγαλουπόλεις
6.Η αντιμετώπιση της ηχορύπανσης σε κάθε πόλη
7.Η επένδυση στις μαζικές μεταφορές
8.Η αντικατάσταση των παλιών με νέα "καθαρά" αυτοκίνητα πχ υβριδικά ή άλλα
9.Η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας
10.Η αύξηση της αποδοτικότητας των ενεργειακών δικτύων
11. Η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας
12.Η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας και καινοτομίας για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες τεχνολογίες πολλές εκ των οποίων σήμερα είναι ακριβές
Η επίτευξή όλων αυτών των στόχων απαιτεί μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και είναι σε θέση να δημιουργήσει χιλιάδες νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“Wind Energy: The Facts”, Φεβρουάριος 2004, Τόμος 3, σελ. 127-132), κάθε 50 MW αιολικής ενέργειας που εγκαθίστανται, υπολογίζεται ότι δημιουργούν τουλάχιστον 750-950 νέες θέσεις εργασίας, κυρίως στη βιομηχανική παραγωγή του απαιτούμενου ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού.
Το μεγάλο Project βέβαια είναι η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια του δημόσιου, εμπορικού και οικιακού τομέα. Ας αναλογιστούμε ότι μόλις 7% των κτιρίων στην Ελλάδα είναι θωρακισμένο θερμομονωτικά, 80% της κατανάλωσης εξυπηρετεί ανάγκες δροσισμού και θέρμανσης, και ότι τα κτίρια στη χώρα μας καταναλώνουν το 40% της ενέργειας της χώρας, συμβάλλοντας κατά 50% στο φαινόμενο του θερμοκηπίου μέσα από την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα.
Πράσινη ανάπτυξη λοιπόν. Πριν από έξι μήνες μαλώναμε με ένα γνωστό μας, νέο απόφοιτο μηχανολογικής σχολής ΤΕΙ, γιατί επεδίωκε να απευθυνθεί σε γραφείο βουλευτή για να του βρει δουλειά σε εταιρεία με φωτοβολταϊκά συστήματα. Ευτυχώς αναθεώρησε. Έπειτα από καμιά τριανταριά αιτήσεις σε διάφορες εταιρείες, ζητώντας αρχικά να κάνει μόνο πρακτική, προσλήφθηκε κανονικά με έναν πολύ αξιοπρεπή μισθό και σήμερα, έχοντας καταλάβει ότι η ελληνική αγορά αποτελεί παρθένο έδαφος, ξεκίνησε τη δική του επιχείρηση εμπορίας, μελετών και τοποθέτησης συστημάτων ΑΠΕ. Τα πάει καλά. Αυτός δεν έγινε ποτέ g700.
