Thursday, August 14, 2008
Ίδρυση νέου κόμματος. Mία ακόμη μεταπολιτευτική κοινοτοπία
Πρέπει κατά την άποψή μας να συνειδητοποιήσουμε ότι τα κόμματα μπορεί μεν να είναι οι βασικοί αρμοί που συνδέουν την κοινωνία με τους κρατικούς θεσμούς, δεν είναι όμως οι μόνοι. Υπάρχει παράλληλα ένα πλήθος οργανώσεων, ομάδων πίεσης και άλλων συλλογικοτήτων που αντιπροσωπεύουν ή συνδέουν την κοινωνία των πολιτών με τους θεσμούς. Η διαφορά, όπως συμπυκνωμένα τη διατυπώνει ο Γ.Βούλγαρης στο νέο του βιβλίο «Από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση», είναι ότι τα κόμματα στοχεύουν στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, ενώ οι υπόλοιποι στον επηρεασμό της μέσα από την άσκηση πίεσης στην πολιτική, στα κέντρα αποφάσεων και διαμόρφωσης των πολιτικών.
Σήμερα αυτή η δεύτερη διάσταση είναι κρίσιμη. Δεδομένης της διπλής κρίσης αντιπροσώπευσης (κόμματα-συνδικάτα) υπάρχει ελεύθερο έδαφος για την ενίσχυση άλλων μορφών συμμετοχής και νέων μορφών κινητοποίησης ειδικά για τα μορφωμένα μεσαία στρώματα και τις νέες ηλικίες που δεν επιθυμούν να μπουν στο καλούπι της κομματικής ή συνδικαλιστικής γραμμής.
Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατό να διευρυνθεί η αντιπροσώπευση πέρα από τα στενά όρια του κοινοβουλευτισμού και του εργατικού κινήματος, και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να πετύχουμε μια πιο αυθεντική εκπροσώπηση των πολιτών, αλλά και καλύτερα κοινωνικά και οικονομικά αποτελέσματα για όλους.
Συνεπώς, επιμένουμε στην άποψή μας. Το μεταπολιτευτικό και κοινότοπο είναι να δημιουργήσει κάποιος ένα νέο κόμμα. Το υπερβατικό της μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας είναι να οργανώσει και να ενισχύσει την κοινωνία των πολιτών, το πεδίο όπου σύμφωνα με τον Α.Gramsci οι υποτελείς τάξεις, στις μέρες μας η ανεκπροσώπητη και αγνοημένη κοινωνική πλειοψηφία, οι νέοι, οι γυναίκες, τα μεσαία στρώματα και οι αποκλεισμένοι, αγωνίζονται να διαμορφώσουν τη δική τους εναλλακτική ηγεμονία, που είναι απαραίτητη για να αλλάξει ο (νέο)ταξικός και διαγενεακά άδικος χαρακτήρας της πολιτικής και του κράτους.
Wednesday, August 13, 2008
Ας μιλήσουμε λοιπόν για την κακή λέξη που αρχίζει από 'κ...'
Του Νίκου Ράπτη*
©ppol
Διάλογος με το άρθρο: «Για τη "διακήρυξη της 24ης Ιουλίου" της G700
Το κείμενο της G700 με τίτλο "Υπογραφή υπέρ της αναζήτησης διεξόδου" θέτει ένα ενδιαφέρον ζήτημα, που αν και δεν ευρίσκεται στον πυρήνα της «διακήρυξης της 24ης Ιουλίου» εν τούτοις φαίνεται πως απασχολεί πολλούς από τους συνυπογράφοντες: αυτό της δημιουργίας ενός νέου κόμματος.
Πρώτο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς πολιτική εξουσία;
Οι G700 απορρίπτουν αυτό το ενδεχόμενο a priori, σχεδόν «από θέση αρχής». Το ερώτημα στο οποίο απαντούν -και στο οποίο αργά ή γρήγορα θα κληθούμε όλοι να απαντήσουμε- είναι το εξής: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς την πολιτική εξουσία;
Οι G700 απαντούν θετικά: μας λένε πως είναι δυνατό κάποια κινήματα πολιτών να επιβάλλουν την ιδεολογική τους ηγεμονία στα κόμματα της μεταπολίτευσης που έχουν «τη δική τους αξιόλογη ιστορία και βαθιές ρίζες σε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας» (sic).
Θα το πω απερίφραστα: η άποψη αυτή, δε συνιστά διαφορετική στρατηγική για να δοθεί η μάχη για «λευτεριά από τη μεταπολίτευση» (σύμφωνα με το έξοχο σύνθημα των ίδιων των G700). Αποτελεί απλά βολικό πρόσχημα για να μη δοθεί καν αυτή η μάχη.
Στην Ελλάδα τουλάχιστο, το ζήτημα της ηγεμονίας κρίνεται στην κεντρική πολιτική σκηνή. Είναι αλήθεια πως παραδοσιακές πηγές εξουσίας (συνδικάτα, τύπος-ΜΜΕ, τοπική αυτοδιοίκηση) αλλά και νέα κινήματα (μπλόγκερς, ΜΚΟ) βαραίνουν επίσης περισσότερο ή λιγότερο, στη διαμόρφωση της ηγεμονίας. Σε σχέση όμως με την ισχύ της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της εκτελεστικής-νομοθετικής εξουσίας, όλα τα υπόλοιπα είναι αμελητέα.
Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχει ελληνική αντιστοιχία του όρου «netroots» που περιχαρείς μας προτείνουν οι G700 ως εναλλακτική δήθεν λύση στην προοπτική ενός νέου κόμματος.
Δεύτερο ερώτημα: παλιά ή νέα κόμματα;
Οπότε πάμε στο δεύτερο ερώτημα: «παλιά κόμματα ή νέο κόμμα»; Είναι απόλυτα θεμιτό για κάποιον να επιμένει (πως ΠΑΣΟΚ-ΝΔ μπορούν έξαφνα να μεταβληθούν από μηχανισμοί δικτύωσης με στόχο την κατάκτηση και την νομή της εξουσίας και/ή τη λαφυραγώγηση του πλούτου της πατρίδας, σε εθελοντικές ομάδες ανθρώπων που θέτουν το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό. Πως από ηχεία κενών συνθημάτων θα μεταβληθούν σε «συλλογικούς διανοούμενους» που θα ιεραρχούν, θα αναλύουν, θα κοστολογούν και θα ιεραρχούν τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Πως αντί να συγκροτούνται στη βάση των πελατειακών σχέσεων θα δονούνται από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προγραμματικές διαφωνίες.
Μπορεί κανείς, κοντολογίς, να στοιχηματίζει, όπως ο βάτραχος του μύθου, πως ο σκορπιός μπορεί αίφνης να συμπεριφερθεί σαν άκακο-και ορθολογικό ζωύφιο...
Είναι θεωρώ προφανές πως αυτά αποτελούν αστειότητες. Η επιλογή «παλιά κόμματα» έχει νόημα μόνο για όσους βρίσκονται στον προθάλαμο της ατομικής τους συμμετοχής στο μεγάλο κούρσεμα της χώρας, ως μέλη κάποιας από τις κομματικές σπείρες στο κεντρικό, αυτοδιοικητικό, συνδικαλιστικό κ.ο.κ. επίπεδο.
Το διακύβευμα όμως που θέτει η «διακήρυξη της 24ης Ιουλίου» είναι πολύ ευρύτερο: σήμερα, αναφέρεται σωστά εκεί «υπονομεύονται οι ίδιες οι προϋποθέσεις της συλλογικής μας επιβίωσης (ως δημοκρατικού-αναπτυγμένου κράτους) και απαιτούνται άμεσες και ριζικές λύσεις».
Το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι εκείνο της προσωπικής μας ανέλιξης, της επιλογής του σωστού «αλόγου» που θα κληθεί να κουβαλήσει τις όποιες φιλοδοξίες και τις όποιες ματαιοδοξίες μας. Το ζήτημα είναι αν θα κάνουμε το καθήκον μας απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια μας, αν θα τιμήσουμε των αγώνες των πατεράδων και των παππούδων μας. Και δεν υπάρχουν καν τα χρονικά περιθώρια για μια «μακρά πορεία στους κομματικούς θεσμούς», για όποιον θα έτρεφε αφελώς μεν, ανυστερόβουλα δε, παρόμοιες αυταπάτες.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προειδοποιήσω τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων (όσων γεννήθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1980):
(α) το γεγονός πως δεν έζησαν καμία ανατροπή στη ζωή τους, δε σημαίνει πως οι ανατροπές είναι αδύνατες: η χούντα έμοιαζε ακλόνητη κάποια στιγμή, ιδίως μετά τον τυχοδιωκτισμό του «πολυτεχνείου» και μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο· τα σενάρια περί «κατάρρευσης του κομμουνισμού», ακουγόταν σαν πομφόλυγες αλαφροΐσκιωτων αντιφρονούντων επί δεκαετίες...
(β) η μοίρα που τους επιφυλάσσει το μεταπολιτευτικό σύστημα είναι το πολύ αυτό των «συμβούλων» του, των «λογογράφων» του, του κάπως ανεβασμένου δηλαδή «υπηρετικού προσωπικού». Οι «ελέφαντες» της μεταπολίτευσης δεν έχουν καμία διάθεση να παραδώσουν τα ηνία -στην πολιτική τουλάχιστο, όπου ακόμα τα δίκτυα των προσωπικών τους γνωριμιών είναι φτιαγμένα από ατσάλι (από «αίμα και σπέρμα»). Οι εκλεκτοί που θα παίξουν το ρόλο του «ανανεωτικού μαϊντανού» θα πρέπει πρώτα να έχουν κολοβωθεί από κάθε «νεωτερική» συμπεριφορά. Ρόλος τους το πολύ-πολύ (δες Τσίπρας) να γίνουν η βιτρίνα που θα κρύβει τις μεταπολιτευτικές παλιατζούρες που η άρχουσα πολιτική τάξη είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να πουλάει μέχρι τελικής (συλλογικής, φευ!) πτώσεως...
Τα παραπάνω τα τονίζω διότι ακριβώς η «νέα μεταπολίτευση» ή θα είναι το εγχείρημα των τριαντάρηδων ή δε θα υπάρξει. Με άλλα λόγια το πώς θα κινηθεί η «γενιά των 700 ευρώ» (οι άνθρωποι, όχι το μπλογκ), είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της πατρίδας. Και είναι δυσοίωνο πόσο καλά αυτή η γενιά έχει εκπαιδευτεί από τους «μπαμπάδες» της να μιλάει όπως εκείνοι, να σκέφτεται με τις ίδιες κατηγορίες, να διαβάζει τα ίδια βιβλία, να ακούει τα ίδια τραγούδια, να θαυμάζει τους ίδιους ήρωες κ.ο.κ
Τρίτο ερώτημα: κόμμα ή κομματάκι;
Είναι λογικό πολλοί να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος με βάση το φόβο πως αυτό το κόμμα θα έχει μηδενική απήχηση στην κοινωνία. Τα «ιστορικά» επιχειρήματα που αναφέρονται κυρίως προς ενίσχυση αυτής της άποψης (γιατί δεν μπορεί να πετύχει ένα νέο κόμμα) έχουν σχετική μόνο αξία.
Ας δούμε καλύτερα τι χρειάζεται για να πετύχει ένα νέο κόμμα:
1. Χρειάζεται πολιτικό λόγο ύπαρξης: θα πρέπει να διαθέτει πρωτότυπο προγραμματικό στίγμα και επιπλέον οι προτάσεις του να εκφράζουν τα συμφέροντα υπαρκτών κοινωνικών ομάδων, αλλά και το εθνικό, συλλογικό συμφέρον.
2. Χρειάζεται πολιτικό-στελεχιακό προσωπικό που θα αποπνέει τη σοβαρότητα και θα διαθέτει τις πνευματικές ικανότητες (στάσεις) που απαιτεί το πολιτικό εγχείρημα που φιλοδοξεί να αναλάβει.
3. Χρειάζονται χρήματα, ικανά να επιτρέψουν στο κόμμα αυτό να λειτουργήσει με κάποια σοβαρότητα αλλά και να «αγοράσει» το απαιτούμενο κύρος που θα το καταστήσει σοβαρό παίκτη στο πολιτικό παίγνιο. Και αυτό «αγοράζεται» με αφίσες, διαφημιστικά μηνύματα, εκδηλώσεις, επαφές κ.λπ. που κοστίζουν -και μάλιστα πολύ. Συν που το νέο αυτό πολιτικό υποκείμενο θα κληθεί να συνάψει με τους χρηματοδότες του σχέσεις διαφάνειας και τιμίων εξηγήσεων. Το νέο δηλαδή πολιτικό υποκείμενο δεν είναι απλά αναγκασμένο να βρει χρηματοδότες, αλλά και να τους πείσει να το χρηματοδοτήσουν δημοσίως, χωρίς τη χρήση «παρένθετων» και χωρίς να λαμβάνουν ως αντάλλαγμα την υποστήριξή στα «ειδικά συμφέροντά» τους.
4. Χρειάζεται δημοσιότητα, στη ραδιοτηλεόραση, τα παραδοσιακά έντυπο μέσα, τον επαρχιακό τύπο, την «μπλογκόσφαιρα»
Κανείς δεν έχει τη διάθεση να προχωρήσει στην ίδρυση ενός ακόμα «κομματιδίου» της τάξης του 0-1% (ούτε καν του 1-5%). Στόχος μας είναι μια πολιτική δύναμη που θα έχει όσο το δυνατό βαρύνοντα λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας για να στρέψει το πηδάλιο της χώρας και να ενισχύσει τους «ξεχασμένους» της μεταπολίτευσης (τα παιδιά, τις γυναίκες, τη νέα ελληνική οικογένεια· το περιβάλλον· το δημόσιο χώρο). Στόχος είναι ένα κόμμα που θα εκφράσει «τη μεσαία τάξη και όλους όσοι μοχθούν να ενταχθούν σε αυτήν». Στόχος είναι να πάρουν το «πάνω χέρι» όλοι όσοι «νοιάζονται να υπάρχει Ελλάδα και ελληνισμός και πέραν του 21ου αιώνα»
Υπάρχουν σήμερα αυτές οι προϋποθέσεις; Όχι μεν, αλλά, σε όλα τα παραπάνω σημεία βρισκόμαστε σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από ότι χθες.
Είναι προφανές πως ζούμε στον αστερισμό της «απαισιοδοξίας της γνώσης». Ας μη βιαστούμε όμως (ιδίως, ας μην βιαστούν οι «G700») να ξεχάσουμε και την «αισιοδοξία της βούλησης».
Σήμερα, όπως αναφέρει και ο έμπειρος διπλωμάτης (και εκ των συνυπογραφόντων τη διακήρυξη) Δημήτριος Σ. Αθανασόπουλος, «όποιος δεν πιστεύει στο όνειρο, δεν είναι ρεαλιστής».
*Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός και ιδρυτικό μέλος του PPOL. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο PPOl στις 9 - 8 - 2008.
Sunday, August 10, 2008
China super-power show
Αντιθέτως, βρήκαμε το σόου υπέρ του δέοντος σοβινιστικό και μιλιταριστικό. Με την μπάντα του ναυτικού να παίζει μουσική στο ξεκίνημα, το στρατιωτικό άγημα να παραλαμβάνει τη σημαία σε άψογο βήμα χήνας στη συνέχεια, και την οργανωμένη μάζα να βγάζει τακτικά πολεμικές κραυγές που θύμιζαν κάτι από τα "Άβε Καίσαρ" των μονομάχων μπροστά σε Ρωμαίο αυτοκράτορα.
Καμία σχέση δηλαδή με την ειρηνική φράση του Κινέζου φιλοσόφου Κομφούκιου ότι "όλοι αυτοί που βρίσκονται πέρα από τις τέσσερις θάλασσες είναι αδέλφια μου", μήνυμα το οποίο απεστάλει κατά την τελετή έναρξης εν μέρει και με σκοπό να καταλαγιάσει το διεθνή θόρυβο γύρω από την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Θιβέτ και άλλου.
Δεν ξαφνιαστήκαμε. Μπορεί για τους απλούς Κινέζους πολίτες οι Ολυμπιακοί Αγώνες να είναι μια καλή ευκαιρία να δείξουν ότι η νέα Κίνα είναι πολύ διαφορετική από την παλιά, για τους αξιωματούχους όμως και την κεντρική κυβέρνηση αποτελούν μια σπουδαία ευκαιρία για προβολή κι επίδειξη ισχύος. China super-power show.
Friday, August 8, 2008
Με πρώτο αίτημα να συντριβούν συντεχνίες και συντεχνίτες
Είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός Μεταφορών, ο κ. Κ. Χατζηδάκης και περιγράφουν ανάγλυφα τον βαρέως ασθενούντα ΟΣΕ. Δεν τα αμφισβήτησαν ούτε οι συνδικαλιστές ούτε η συνδικαλιζόμενη αντιπολίτευση ούτε η συνδικαλογενής «συμπολίτευση». Επίσης, δεν αφισβητήθηκαν πειστικά ούτε τα στοιχεία που παρουσίασε ο υπουργός Οικονομίας ο κ. Γ. Αλογοσκούφης και αναφέρονται στο ιδιαίτερο καθεστώς μισθοδοσίας των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ.
Ενώ λοιπόν δεν αμφισβητούμε τα στοιχεία και τους αριθμούς, ας μας επιτρέψουν οι κ. υπουργοί να διατυπώσουμε μερικές απορίες και αντιρρήσεις.
Πρώτα για τις ΔΕΚΟ γενικά. Δεν μπορούν να μιλούν και να διαπιστώνουν ως αμέτοχοι και ουδέτεροι τρίτοι. Δεν είναι άτομα, είναι υπουργοί και αναγκαστικά κουβαλούν στους ώμους ολόκληρο το παρελθόν.
Είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι οι ΔΕΚΟ και οι δημόσιοι Οργανισμοί είχαν ενταχθεί στο πελατειακό κράτος και αποτελούσαν τον σκληρό πυρήνα του. Εννούμε στον πελατειακό τρόπο άσκησης της πολιτικής και τελικά της διακυβέρνησης. Με δύο βασικά αποτελέσματα: την υπερφόρτωση με κομματικούς μισθωτούς και την εύκολη ικανοποίηση των αιτημάτων τους, ώσπου σιγά σιγά διαμορφώθηκαν ιδιαίτερα και συμπαγή συμφέροντα συντεχνίας με κατ’ ανάγκην συντεχνιακή συνδικαλιστική κάλυψη.
Στο πεδίο αυτό διέπρεψε το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν είναι αμέτοχη και η Ν.Δ., άλλοτε ως κυβέρνηση και άλλοτε ως αντιπολίτευση. Δεν είναι αμέτοχα και τα κόμματα της Αριστεράς. Αντιθέτως, με τη γνωστή «εργατίτιδα» που τα διέπει διαμορφώνουν το ιδεολογικό πλαίσιο των συντεχνιών και του συντεχνιακού συνδικαλισμού. Οι υπουργοί και η αντιπολίτευση δεν μπορούν να μιλούν σαν αμέτοχοι τρίτοι. Ο λόγος τους δεν είναι πειστικός. Ο λόγος τους δεν είναι πειστικός, είναι ψεύτικος, ξύλινος. Για να γίνει πειστικός χρειάζεται αυτοκριτική και ειλικρίνεια.
Παραβλέπεται το γεγονός ότι οι ΔΕΚΟ έφτασαν στη σημερινή τραγελαφική κατάσταση (οι περισσότερες είναι άχρηστες, αλλά... και αναγκαίες!) με στενά κομματικές διοικήσεις. Κριτήριο δεν είναι τα προσόντα τους και οι διοικητικές ικανότητες, αλλά η αφοσίωση στο κόμμα και στην ηγεσία του. Δεν θα αναφερθώ στο πόσοι πλούτισαν γιατί λέγεται, αλλά δεν το ξέρω. Τα τεράστια όμως ελλείμματα που σήμερα οι υπουργοί μας τα παρουσιάζουν ως ακαταμάχητο επιχείρημα (είναι πράγματι καταλυτικό γιατί τα πληρώνουμε εμείς οι φορολογούμενοι) και ως θανάσιμο σύμπτωμα βαρύτατης ασθένειας (πράγματι είναι), αυτά, λοιπόν, τα ελλείμματα δημιουργήθηκαν και διογκώθηκαν με πειθήνιες κομματικές διοικήσεις. Κανένας δεν φέρει ευθύνη ούτε αυτές ούτε εκείνοι που τις επέλεξαν; Και αν ακόμη τους συγχωρήσουμε γι’ αυτές τις ευθύνες, τι άλλο έχουν να μας προτείνουν;
Μέσα από αυτόν τον κυκεώνα (και τη σύγχυση) συντεχνιακών συμφερόντων και κομματισμού, όπου δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε αν υπάρχει γενικός σκοπός και γενικό συμφέρον, ανέκυψε το φαινόμενο Γιάννης Μανώλης. Η κυβερνητική παράταξη προσπαθεί να τον κρύψει ως φαινόμενο και με μάλλον αναξιοπρεπείς μεθόδους να του αφαιρέσει τον λόγο και την ψήφο, σε συμπαγνία μαζί του, καθώς λέγεται. Βλέπετε, δεν είναι μόνο εκείνοι που τόσο αδέξια θέλουν να του αφαιρέσουν τον λόγο και την ψήφο, αλλά και αυτός που τόσο πρόθυμα και επιδέξια θέλει να τα θυσιάσει. Τέλεια πολιτική δουλοπαροικία...
Δεν φταίει, βέβαια, ο Γιάννης Μανώλης. Είναι απολύτως ειλικρινής, όταν δηλώνει ότι σε ολόκληρη τη ζωή του υπηρετεί τα (συντεχνιακά) συμφέροντα. Το ίδιο κάνει και τώρα. Αλλο είναι το ερώτημα: τι σχέση έχει η Ν.Δ. με τα συντεχνιακά συμφέροντα, ώστε να διατηρεί στους κόλπους της τον εκπρόσωπό τους; Και για να διευρύνουμε το ερώτημα. Ποιοι είναι οι λόγοι που αναγκάζουν τη Ν.Δ. να διατηρεί τη ΔΑΚΕ του κ. Πουπάκη ως κομματικό συνδικαλιστικό (συντεχνιακό) παράρτημα;
Το ερώτημα απευθύνεται σε όλα τα κόμματα. Η Ν.Δ. είναι ιδεολογικά πιο έτοιμη να αφήσει ελεύθερο και κομματικά απροστάτευτο το συνδικαλιστικό κίνημα. Τα συνδικάτα εξελίχθηκαν σε καταπιεστικές συντεχνίες (αμφιβόλου αντιπροσώπευσης) σε στενή διαπλοκή με τα κόμματα και την πολιτική. Δεν είναι συνδικάτα, είναι ιδιαίτεροι και δυναμικοί κομματικοί μηχανισμοί. Δεν ξέρω οι άλλοι, αλλά προσωπικά τέτοιες πρωτοβουλίες θα περίμενα από τον Κ. Καραμανλή. Αυτές είναι που αλλάζουν το λεγόμενο πολιτικό σκηνικό.
Ο ΟΣΕ απασχολεί περίπου περίπου 7.000 μισθωτούς με μέσο όρο δαπάνης κατά μισθωτό 54.180 το 2007, με τρομακτικό έλλειμμα μεταξύ δαπανών και εσόδων και τεράστια συσσωρευμένα χρέη για τα οποία πληρώνει δυσβάστακτους τόκους. Πριν καταλήξουμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα μερικές παρατηρήσεις για τα αναφερθέντα νούμερα.
Ο αριθμός των εργαζομένων (7.000) είναι υπερβολικός, υπάρχει πλεονάζων προσωπικό, αποτέλεσμα της ένταξης του ΟΣΕ, όπως και των άλλων ΔΕΚΟ, στο πελατειακό σύστημα του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Όμως προσέξτε. Ενώ παρουσιάζεται πλεόνασμα προσωπικού, την ίδια στιγμή υπάρχουν και σημαντικές ελλείψεις, κλασικό σύμπτωμα μιας προβληματικής επιχείρησης.
Το προσωπικό με μέσο όρο ηλικίας τα 52 χρόνια (!) έχει ανάγκη ριζικής ανανέωσης με εργαζόμενους νεότερης ηλικίας και με πληρέστερη εκπαίδευση, ειδικά για τους σιδηροδρόμους. Ο υπουργός κ. Χατζηδάκης σκέφτεται να εφαρμόσει τη μέθοδο της σταδιακής εθελουσίας εξόδου 3.000 εργαζομένων και την αντικατάστασή τους με νεότερο στην ηλικία και νεωτερικότερο σε ποιότητα προσωπικό. Για να επιτύχει η ανανέωση πρέπει πρώτα να συντριβεί η συντεχνία ως χώρος ιδιαίτερων συμφερόντων και η εκπροσώπησή της από συντεχνιακούς συνδικαλιστές.
'Οσον αφορά τον μέσο όρο των αποδοχών συμπεριλαμβάνονται οι εργοδοτικές εισφορές, τα δώρα, τα επιδόματα και οι υπερωρίες. Τα 54.180 ευρώ ανά εργαζόμενο είναι κόστος υπερδιπλάσιο από το μέσο κόστος που ισχύει στον ιδιωτικό τομέα. Η τεράστια αυτή διαφορά προέκυψε από το γεγονός ότι επί σειράν ετών οι αυξήσεις στον ΟΣΕ ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από τις αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα. (Αυτές οι διαφορές κρύβουν και άλλα νοσηρά φαινόμενα, αλλά ας τα αφήσουμε για άλλη φορά).
Αυτόν τον «ιδιαίτερο τρόπο» μισθολογικών αυξήσεων στις ΔΕΚΟ θέλει να καταργήσει η ψηφισθείσα τροπολογία του κ. Γ. Αλογοσκούφη και πολύ καλά κάνει. Και να το συζητήσουμε όσο θέλετε και από την κοινωνική άποψη, την ταξική και από την οικονομική. Αυτό που είναι δύσκολο να συζητήσουμε είναι εκείνο που άκουσα από την αντιπολίτευση και το επαναλαμβάνουν κάθε μέρα οι τηλεοράσεις, με πρώτη την κρατική: γιατί να μην επιχειρηθεί μια εξίσωση των αποδοχών προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Στο σημείο αυτό φοβάμαι ότι δεν υπάρχει κοινή γλώσσα για να συνεννοηθούμε.
Αν ρωτούσαμε οποιονδήποτε θα μας έλεγε ότι με αυτά τα νούμερα ο ΟΣΕ δεν σώζεται με τίποτα. Και όμως, πρέπει να σωθεί...
Για να είμαστε δίκαιοι το πλεονάζον προσωπικό και το κόστος εργασίας δεν είναι οι μοναδικοί υπεύθυνοι για την κατάσταση του ΟΣΕ. Αφέθηκε σε κατάσταση πολύχρονης καθυστέρησης με μικρό και κακό δίκτυο. Ποτέ δεν είχε προτεραιότητα στους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων. Προτεραιότητα είχαν οι δρόμοι και τα αυτοκίνητα και πολλοί φοβούνται ότι η προτίμηση αυτή θα αποδειχθεί μοιραία. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης (με μέση ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 40-50 χιλ.) οι υπηρεσίες που προσφέρει ο ΟΣΕ είναι από κακές έως κάκιστες. Είναι φυσικό ότι λίγες γραμμές παρουσιάζουν συμφέρουσα πληρότητα. Ισως εδώ να βρίσκεται το μυστικό για τη σωτηρία του ΟΣΕ. Να ξεκινήσει σχεδόν από μηδενική βάση ο εκσυγχρονισμός του, με μακροχρόνιες και κατάλληλες επενδύσεις...
*Το άρθρο του Αντώνη Καρκαγιάννη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 3-8-2008.
Wednesday, August 6, 2008
MAS Telematics Science: Μια αναγνώριση που εκκρεμεί ακόμα
Σε συνέχεια της δημοσίευσης από εσάς του προβλήματος που εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε οι απόφοιτοι της σύμπραξης τουΤΕΙ Πειραιά με το Αυστριακό Πανεπιστήμιο «Donau, University of Krems» και ενόψει της αναγνώρισης των σπουδών ιδιωτικώνΚΕΣ και Κολεγίων, θα θέλαμε να σας παρακαλέσουμε όπως με την σύμφωνη γνώμη σας δημοσιεύσετε τα ακόλουθα:
Συμμετείχαμε ως φοιτητές σε ένα από τα πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα σύμπραξης του ΤΕΙ Πειραιά με ξένα Πανεπιστήμια,θεωρώντας λανθασμένα ότι σπουδάζοντας σε Ελληνικό Δημόσιο Ίδρυμα δεν επρόκειτο να υπάρξει πρόβλημα αναγνώρισης τωνσπουδών μας.
Φαίνεται όμως ότι δεν είμαστε οι μόνοι σε αυτή τη θέση καθώς σχετική Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη αναφέρει τοπρόβλημα αναγνώρισης που αντιμετωπίζουν οι απόφοιτοι και άλλης σύμπραξης του ΤΕΙ Πειραιά.
Το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που εμείς παρακολουθήσαμε (“MAS in Telematics Management”) διεκόπη το 2004 εξαιτίας τουγεγονότος ότι το Αυστριακό Πανεπιστήμιο απονέμει μόνο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και το ΔΙΚΑΤΣΑ (όπως και ο ΔΟΑΤΑΠστη συνέχεια) δήλωσε αδυναμία αναγνώρισής του, βάσει του ισχύοντος νόμου.
Από τότε, το ΤΕΙ Πειραιά σταμάτησε τις όποιες προσπάθειες αναγνώρισης έκανε, αφήνοντας μας μετέωρους να παρακαλούμε τουςΒουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων για να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να αναγνωριστούν επιτέλους οι σπουδέςμας σε αυτή την σύμπραξη Ελληνικού Δημόσιου Ιδρύματος στο οποίο καταβάλαμε ένα διόλου ευκαταφρόνητο τίμημα.
Σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απευθυνθήκαμε με δική μας πρωτοβουλία και ενέργειες, η απάντηση που λάβαμε τονΜάρτιο 2008 αναφέρει πως είναι στην δικαιοδοσία κάθε χώρας η αναγνώριση των πτυχίων και συνεπώς το πρόβλημά μας θαπρέπει να λυθεί αποκλειστικά από την Ελληνική Πολιτεία που επικαλείται ως κώλυμα στην περίπτωσή μας το γεγονός ότι τοΑυστριακό Πανεπιστήμιο απονέμει μόνο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, την στιγμή όμως που η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεωντης Βουλής αναγνώρισε το «Κολέγιο της Ευρώπης» το 2007, ίδρυμα που απονέμει επίσης μόνο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών.
Δεν νομίζουμε ότι παράλογα ζητούμε να εφαρμοστεί και σε εμάς που σπουδάσαμε σε σύμπραξη Ελληνικού Δημόσιου Ιδρύματος ηλύση που δόθηκε στο «Κολέγιο της Ευρώπης».
Αν το Υπουργείο Παιδείας εξακολουθεί να δηλώνει αδυναμία αναγνώρισης των τίτλων σπουδών της σύμπραξης που παρακολουθήσαμε, θα πρέπει να μας αναφέρει ποιά μέτρα έλαβε ως Εποπτεύουσα Αρχή κατά του Ελληνικού Δημόσιου Ιδρύματος που την διοργάνωσε διότι είναι πολύ πιθανό οι φοιτητές και μόνο να έχουν υποστεί συνέπειες (εξαιτίας της αδυναμίας αναγνώρισης) και ουδείς άλλος.
Να τι λέει η εφημερίδα Καθημερινή σχετικά με το θέμα σε άρθρο της 2 Αυγούστου 2008 το οποίο αφορά άμεσα την περίπτωσή μας:
"...Η ίδια πολιτεία όμως δεν αναγνωρίζει πτυχία μεγάλων ξένων πανεπιστημίων,αν δημιουργήσουν παραρτήματα στην Ελλάδα ή συνεργαστούν με εγχώριους εκπαιδευτικούς οργανισμούς. Ασχέτως ποια πανεπιστήμια είναι αυτά. Μπορεί,δηλαδή, ο ΔΟΑΤΑΠ να αναγνωρίζει ένα Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα τηςαλλοδαπής, αλλά αν το τελευταίο αποφασίσει να δίνει πτυχία με διαφορετικόαπό τον παραδοσιακό τρόπο, τότε μαύρο φίδι που τους έφαγε (τουςπτυχιούχους). Με άλλα λόγια, η ελληνική πολιτεία δεν αξιολογεί μόνο ταιδρύματα του εξωτερικού, αξιολογεί και τις εκπαιδευτικές τους μεθόδου. Ετσι,για να έχει ένα παιδί στο πτυχίο μοίρα, πρέπει να ξενιτευτεί. Να πάει έστωμέχρι το στο Τσιταγκόνγκ του Μπαγκλαντές (σ.σ.: κι αυτό δεν είναιφανταστικό. Από το University of Chittagong ο ΔΟΑΤΑΠ αναγνωρίζει τα πτυχίαΧημείας και Βοτανολογίας).
Αυτοί οι παραλογισμοί είναι προϊόν ενός συστήματος που δεν μπορεί και δενθέλει να αξιολογήσει τη γνώση. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα φροντίζειμόνο να βρίσκονται όλοι οι πτυχιούχοι -εσωτερικού κι εξωτερικού- στην ίδιαγραμμή εκκίνησης, όταν αρχίζουν τον κοπιώδη δρόμο για την κατάληψη μιαςθέσης στο Δημόσιο. Επόμενο είναι να οδηγούμαστε σε όλο και μικρότερο κοινόπαρονομαστή..."
Εμείς απλά θα προσθέσουμε ότι σύμφωνα με το site του ΔΟΑΤΑΠ αναγνωρίζονται και Αφρικανικά Πανεπιστήμια όπως τα UGANDA - KAMPALA - MAKERERE UNIVERSITY και ZIMBABWE -HARARE - UNIVERSITY OF ZIMBABWE & UNIVERSITY OF RHODESIA - SALISBURY επειδή προφανώς καλύπτουν όλο το φάσμα των επιστημονικών απαιτήσεων του ΔΟΑΤΑΠ σε αντίθεση με το Αυστριακό Πανεπιστήμιο "Donau, University of Krems" στο οποίο σπουδάζουν σχεδόν 3.700 φοιτητές από 53 χώρες του κόσμου, διαθέτει τομεγαλύτερο Campus της Αυστρίας και ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης και χρηματοδοτήθηκε για τον σκοπό αυτό από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα ανώτατα πολιτικά στελέχη που όπως λένε ενημερώνονται από την ιστοσελίδα της G700 και συμπαρίστανται στα προβλήματα των νέων και της ελληνικής οικογένειας, θα προβούν σε ενέργειες για τα όσα αναφέραμε ή θα προτιμήσουν την αδιαφορία και απραξία που ούτως ή άλλως κατά κόρον εφαρμόζεται;
Με εκτίμηση
Επιτροπή αποφοίτων για την αναγνώριση του «MAS in Telematics Management»
Monday, August 4, 2008
Υπογραφή υπέρ της αναζήτησης διεξόδου
Η υπογραφή μας αποτελεί πράξη έμπρακτης στήριξης των ανανεωτικών ζυμώσεων που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία των πολιτών καθώς επίσης και επιλογή ενεργής συμμετοχής στον προβληματισμό που αναπτύσσεται όλο και πιο έντονα τώρα τελευταία σχετικά με το μέλλον του πολιτικού μας συστήματος. Σε καμία περίπτωση όμως δε συνιστά συγκατάθεση στη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα.
Κατά την άποψή μας οι συνθήκες σήμερα δεν επιβάλλουν τη δημιουργία νέων κομμάτων ως πρώτη προτεραιότητα. Κόμματα έχουμε και μάλιστα πολλά, το καθένα με τη δική του αξιόλογη ιστορία και βαθιές ρίζες σε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Αυτό που δεν υπάρχει ή έστω δεν είναι ακόμα διακριτό, παρά την εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και την έντονη κριτική που ασκείται απ’ όλους, είναι μια αποφασισμένη ευρεία κοινωνική πλειοψηφία οργανωμένη στην κοινωνία των πολιτών, όπως συνέβη για παράδειγμα στις ΗΠΑ με το κίνημα των netroots και τις προοδευτικές κινήσεις πολιτών, που να πιέζει με επιμονή για την υπέρβαση του μεταπολιτευτικού πολιτικού σκηνικού διατυπώνοντας συγκεκριμένες προοδευτικές προτάσεις και ιδέες. Να απαιτεί για παράδειγμα αλλαγή μοντέλου ασφάλισης κι όχι ρεκτιφιέ και μπάλωμα του προηγούμενου. Να επιδιώκει μια ευρεία αναδιανομή ευκαιριών και πόρων υπέρ των νέων και των γυναικών. Να θέλει δικαιοσύνη, όχι να κυνήγα χάρες. Να απαιτεί μια επανάσταση στην ενέργεια, όχι απλά να ζητάει φτηνότερο ρεύμα. Να μην εννοεί την προστασία του περιβάλλοντος ως κάτι της μόδας που αφορά μόνο τους άλλους, αλλά ως κορυφαίο ζήτημα αλληλεγγύης των γενεών. Να απαιτεί υγιή ανταγωνισμό, να μην ευνοεί επί τη πρώτη ευκαιρία τον παρεοκρατικό και ολιγοπωλιακό καπιταλισμό. Να διεκδικεί συλλογικά αγαθά, όχι να προστατεύει τα υποκαταστήματα της κεντρικής γραφειοκρατίας και τις συντεχνίες τους. Να έχει ανεπτυγμένη δημοκρατική συνείδηση, αλλά να μην εθελοτυφλεί μπροστά στα προβλήματα κρυπτόμενη πίσω απ’ την επίκληση της δημοκρατίας. Να θεωρεί την ατομική πρωτοβουλία, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα των νέων απάντηση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η γενιά ων 700 ευρώ, και το σύγχρονο κοινωνικό κράτος που έχει ως στόχο την ένταξη των νέων και των αποκλεισμένων σε βασικούς οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς και ειδικά την αγορά εργασίας, ως βασικό εργαλείο προστασίας τους.
Όλα αυτά δεν είναι αυτονόητα, ίσως μάλιστα ν’ ακούγονται και «μπανάλ», σε μια κοινωνία όπως η ελληνική όπου η πλειοψηφία έχει μάθει να τέρπεται παράγοντας λήρους και να χορταίνει καταναλώνοντας ανεμώλια έπη.
Η σύγχρονη πραγματικότητα απαιτεί πάνω απ’ όλα μια βαθιά αλλαγή αντίληψης για την πολιτική και τις πολιτικές που πρέπει να προωθηθούν μεσοπρόθεσμα, εάν κι εφόσον θέλουμε να έχουμε ως χώρα και ως κοινωνία ένα ευοίωνο μέλλον στην πλανητική εποχή και όχι απλά να σερνόμαστε πίσω από τις εξελίξεις.
Αλλαγή αντίληψης εδώ σημαίνει δύο πράγματα. Ότι πρώτον, πολιτική δεν κάνουν μόνο τα κόμματα κάνει και η κοινωνία των πολιτών, η οποία είναι σε θέση να λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων πιέζοντας και τους πολιτικούς φορείς προς μία κατεύθυνση αλλαγών. Δεύτερον, σημαίνει συναντίληψη σε επίπεδο ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας ότι αυτό που απαιτείται σήμερα δεν είναι απλά μια νέα μεταπολίτευση, αλλά Λευτεριά απ’ τη μεταπολίτευση, δηλαδή οριστική απαλλαγή απ’ τις παθογένειες, τις επετηρίδες και τα «χούγια» της προηγούμενης ιστορικής περιόδου, και άνοιγμα ενός νέου κύκλου δημοκρατίας και ανάπτυξης. Υπ’ αυτή τη λογική οι δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά και όσες δυνάμεις στα κόμματα, τα συνδικάτα και τις επιχειρήσεις συμμερίζονται αυτόν τον προβληματισμό κι επιθυμούν τη ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού έχουν ακόμα πολύ δουλειά να κάνουν.
Friday, August 1, 2008
Youth to Power: How Today's Young Voters Are building Tomorrow's Progressive Majority
By Michael ConneryYouth to Power: How Today's Young Voters Are Building Tomorrow's Progressive Majority examines how today's young people are combining technology with a vigorous social spirit to revive progressive politics. In addition to recounting the history of youth politics since its emergence in the 1972 election, as well as showing where the movement still lags behind its more organized conservative counterpart, the book features interviews with many of the major figures in the youth political movement, and identifies strategies that the Democratic Party can use to capitalize on its new advantages with young voters. Youth to Power is a must-read for anyone who wants to understand the political and cultural future of America.
Excerpts from the book
from Chapter 4: The [dot]org Boom
It is probably difficult for a young person getting involved in politics today to imagine that just five years ago, a growing progressive youth movement did not exist. Time travel back to 2003,and youth involvement in progressive politics typically meant lick-ing stamps and phone-banking for a campaign, working twelve hour days canvassing street corners for an operation like the Fund for Public Interest Research, or, if you were lucky enough to have wealthy and generous parents, taking on an unpaid internship in Washington D.C. Today, while there are still economic and geo-graphic barriers to taking full advantage of the new infrastructure,if someone is motivated enough, it is easy to find multiple opportunities in progressive youth politics.
For those who are less traditionally inclined and not looking to join a “political” group,there are organizations like Head Count that specialize in cultural outreach, and social clubs like Drinking Liberally. And for those who are looking to hop on the career track, opportunities in progressive politics are no longer limited to joining the blue blazer crowd jockeying for insider jobs in Washington.
This change in the culture of progressive youth politics is the result of a dramatic five-year shift in how young voters relate to both the Democratic Party and the progressive movement as a whole. This shift did not come out of nowhere, but is the end result of the work of thousands of activists, insiders and regular people—so-called “social entrepreneurs”—who have reshaped what it means to participate in progressive politics. Tired of the Democrats lying down before the Republicans on issue after issue,and seeing no real leadership among traditional political youth groups, these individuals worked to build their own progressive countermovement, in the process creating what is know as the “[dot] Org Boom,” an explosion of organizations founded by and for young people.
This boom can be broken down into three distinct stages. The initial phase began in 2003 and lasted through the 2004 election and was characterized by outsiders crashing the political gates (a parallel movement to what was happening at the time in the blogosphere), an embrace of peer-to-peer outreach tactics, and a desire to make political engagement culturally relevant to a new generation of voters.
The second phase, lasting from 2005 to 2006, was a mini-bust followed by a regrouping. During this phase, many organizations that had helped launch the initial movement faded away,either due to the disappointing conclusion to the 2004 election or the withdrawal of funds by donors looking to reassess their investments. This second phase was also marked by the increasing professionalization of the movement through the influx of DC insiders and organizations and a divvying up of the movement into various “sectors” that mirrored progressive funding analyses of the conservative movement.
Today, deep into the 2008 campaign cycle, we are entering the third phase of the [dot] Org Boom. What will emerge as the defining characteristics of this stage are still largely undefined, though it is likely to be marked by increasing localization and the adoption of new technologies. These trends can already be seen in the growth of state-based youth organizations, the formation of Students for Barack Obama, which rose to prominence through its use of FaceBook to grow a student army for Senator Obama’s presidential campaign, and in the changing giving patterns of major donors, who will have an outsized influence on how this third phase unfolds.
Read more excerpts
Michael Connery has written a spirited and savvy guide to the "Millennial" generation that is reshaping progressive youth politics. If you want to understand the ideas, action, spirit and people building the progressive majority of our future— read this book!
- Katrina vanden Heuvel, Editor & Publisher, The Nation