Showing posts with label ΗΠΑ. Show all posts
Showing posts with label ΗΠΑ. Show all posts

Saturday, November 22, 2008

Με τι θα μοιάζει η 'πράσινη' οικονομία

Του Joe Klein*

What a New Energy Economy Might Look Like
18-11-2008
© Time Magazine
Μετάφραση PPOL

Αν εξαιρέσει κανείς το βουητό του υδραυλικού ανελκυστήρα που συνεχίζει να ανεβάζει τις προσδοκίες, η πρώτη εβδομάδα της μετάβασης στην εποχή Ομπάμα (Obama) ήταν πολύ ήσυχη.

Πράγματι, οι σημαντικές ειδήσεις δεν προήρθαν από το Σικάγο ή την Ουάσινγκτον, αλλά από το Ντιτρόιτ και το Πεκίνο.

Στο Ντιτρόιτ, η «τζένεραλ μότορς» -η εκπληκτικά χρεοκοπημένη αυτοκινητοβιομηχανία- εκλιπαρεί να τη σώσει το κράτος για να μην «κατεβάσει ρολά» πράγμα που εγείρει ορισμένα ερωτήματα: αν δεν τα βγάζετε πέρα, γιατί να επενδύσουμε σε μια χρεοκοπούσα επιχείρηση και όχι στις τεχνολογίες του μέλλοντος;

Η απάντηση είναι προφανής: για να προστατεύσουμε θέσεις εργασίας. Αλλά πόσο καιρό θα μπορεί να γίνεται αυτό, αν η διαχείριση της επιχείρησης και οι προτεραιότητές της δεν αλλάξουν άρδην; Και πώς γίνεται η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ζητήσει ή να επιβλέπει κάτι τέτοιο;

Ακόμα πιο εντυπωσιακά ήταν τα νέα από την Κίνα, όπου η κυβέρνηση ανακοίνωσε πως θα διαθέσει... 586 δις δολάρια (461 δις ευρώ) για να τονώσει την οικονομία. Το κινέζικο πακέτο είναι πελώριο και εντυπωσιακό και στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς την νέα κυβέρνηση Ομπάμα.

Ισούται με το 18% του κινεζικού ΑΕΠ, το αμερικανικό του ισοδύναμο θα έπρεπε να φθάνει τα 2.4 τρις δολάρια (1.9 τρις ευρώ)! Φυσικά, η Κίνα αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες απ' ότι εμείς. Το «δίκτυ κοινωνικής ασφάλειας» της είναι φτιαγμένο από... χαρτί. Θα χρειαστούν πελώρια ποσά προκειμένου να εγκαταστήσει ένα σύστημα υγείας ή ένα ασφαλιστικό σύστημα άξια αυτής της ονομασίας.

Αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτών των 586 δις θα επενδυθεί στην προετοιμασία του επόμενου κινεζικού άλματος (στις μεταφορές, την εκπαίδευση, τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια).
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται και το μήνυμα: αν δε θέλουμε να μείνουμε πίσω, θα χρειαστεί να τους μιμηθούμε.

Ο Ομπάμα είχε πει πως πρώτη του προτεραιότητα είναι η δημιουργία μιας οικονομίας εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Το ερώτημα είναι: πόσο το εννοεί αυτό;
Εγείρονται πράγματι πολλά ερωτήματα:

Σε ποιο βαθμό το αναμενόμενο για τον Ιανουάριο «κινητήριο» οικονομικό του πρόγραμμα (stimulus plan) θα αφορά την άμεση ανακούφιση της μεσαίας τάξης και σε ποιο την επένδυση στο μέλλον;

Με τι θα μοιάζει ένα σχέδιο προώθησης των εναλλακτικών μορφών ενέργειας;

Για να βρω απαντήσεις, απευθύνθηκα στο «κέντρο για αμερικανική πρόοδο» (CAP), τη δεξαμενή σκέψης που διευθύνει ο Τζον Ποντέστα (John Podesta), ο προεκλογικός επιτελάρχης Ομπάμα, που έχει ήδη εκπονήσει ένα «κινητήριο» οικονομικό σχέδιο: «έχουμε ήδη εκπονήσει προγράμματα αξίας 50 δις, που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα», λέει ο Μπράκεν Χέντρικς (Bracken Hendricks) του CAP. «Το πακέτο θα δημιουργήσει 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε πολλούς κλάδους, από τη βιομηχανία έως τις νέες τεχνολογίες, σε όλες σχεδόν τις περιοχές της χώρας. Το κογκρέσο ενδιαφερόταν ζωηρά για παρόμοια προγράμματα, ακόμα και πριν μας πλήξει η κρίση».

Το συγκεκριμένο πακέτο -που μπορεί με άνεση να φθάσει στα 100 δις δολάρια- θα έχει πέντε πυλώνες:

  • Ένα «πράσινο» πρόγραμμα ενίσχυσης των αυτοκινητοβιομηχανιών, με αντάλλαγμα τη βελτίωση της εξοικονόμησης της κατανάλωσης των αυτοκινήτων κατά 4% το χρόνο και να επενδύσουν μαζικά σε νέες μπαταρίες και υβριδικούς κινητήρες.

  • Ένα ταμείο πράσινων υποδομών για την ενεργειακή βελτίωση των υφιστάμενων κτιρίων και φοροαπαλλαγές στους ιδιοκτήτες ακινήτων να μετατρέψουν τα σπίτια τους σε βιοκλιματικά. Όπως λέει ο Χέντρικς, «αυτό θα συνέβαλε στην αναζωογόνηση της οικοδομικής βιομηχανίας».

  • Φοροαπαλλαγές σε επιχειρήσεις που παράγουν αιολική και ηλιακή ενέργεια και εξαρτήματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, όπως π.χ. νέα μονωτικά από φάιμπεργκλας. Σύμφωνα με τον Χέντρικς υπάρχουν επενδυτές έτοιμοι να κατασκευάσουν αιολικά πάρκα στις μεσοδυτικές πολιτείες και πάρκα φωτοβολταϊκών στις νοτιοδυτικές πολιτείες, εφόσον τους εγγυηθεί πως θα υπάρξει αγορά για τα προϊόντα αυτά, έστω κι αν μειωθεί η τιμή του πετρελαίου.

  • Δημιουργία νέων «έξυπνων» δικτύων ηλεκτροδότησης ρεύματος, για τη διανομή της παραγόμενης γεωθερμίας και της ηλιακής και αιολικής ενέργειας σε κοινότητες της περιφέρειας και μεγάλα αστικά κέντρα. Ο Αλ Γκορ (Al Gore) εκτιμά πως αυτό μπορεί να στοιχίσει 400 δις δολάρια (315 δις ευρώ) σε μία δεκαετία, αλλά θεωρεί πως η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης θα αποσβέσει το κόστος αυτό σε... τρία χρόνια. Οι νέες «έξυπνες» τεχνολογίες θα μπορούσαν να μειώσουν την κατανάλωση ηλεκτρισμού σε όλες τις οικιακές συσκευές, από τα συστήματα κλιματισμού έως τα στεγνωτήρια ρούχων.

  • Αύξηση των επενδύσεων σε μέσα μαζικής μετακίνησης. Ο Χέντρικς λέει πως το κογκρέσο έχει ήδη εγκρίνει 20-30 δις δολάρια για προγράμματα ενίσχυσης μέσων σταθερής τροχιάς και «πράσινα» λεωφορεία, που όμως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει ακόμα εκταμιεύσει.
Φυσικά είναι δύσκολο να φτιαχτούν ελκυστικά συνθήματα για καλώδια και μονωτικά από φάιμπεργκλας. Το «θα στείλουμε έναν άνθρωπο στο φεγγάρι» είναι μακράν ρομαντικότερο από το «θα τοποθετήσουμε ένα μαραφέτι στο υπόγειό σας που θα σας βοηθά να καταναλώνετε λιγότερο ηλεκτρικό».

Αλλά καταμεσής της κρίσης εμφανίζονται ήδη δημιουργικές δυνάμεις, ευεργετικές ταυτόχρονα για την εθνική μας ασφάλεια, την οικονομική ανάκαμψη και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, χώρια του ανέμου δημιουργικότητας και ανάπτυξης που θα πνεύσει στη χώρα από την απελευθέρωσή μας από τα ορυκτά καύσιμα.

Εκτός από το να στελεχώσει την κυβέρνησή του με τα σωστά άτομα, η σημαντικότερη δουλειά του Μπάρακ Ομπάμα τώρα είναι να βρει τις σωστές λέξεις και να εμπνεύσει την Αμερική να συστρατευτεί στην επόμενη εθνική μας προσπάθεια.

*O Joe Klein είναι αρθρογράφος του περιοδικού «Time»

Wednesday, November 5, 2008

Η προεκλογική κούρσα για την προεδρία άλλαξε για πάντα την αμερικανική πολιτική

Tου 'Ανταμ Ναγκούρνι*
Sea change in U.S. politics after race for president
© New York Times

Η φετινή προεκλογική κούρσα για το Λευκό Οίκο άλλαξε άπαξ δια παντός τον τρόπο που γίνονται οι προεκλογικές εκστρατείες στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που διέλαθε της προσοχής πολλών, εν μέσω του ορυμαγδού της διαμάχης μεταξύ Τζον Μακ Κέιν (John McCain) και Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama).

Στην πραγματικότητα όμως οι εκλογές του 2008 άλλαξαν το πώς επικοινωνείται το προεκλογικό μήνυμα στους ψηφοφόρους, πώς συγκεντρώνονται χρήματα, πώς οργανώνονται οι οπαδοί, πώς γίνεται ο χειρισμός των ειδησεογραφικών καναλιών, πως προετοιμάζεται και καθοδηγείται η κοινή γνώμη, πως εξαπολύονται (και πώς αποκρούονται) οι πολιτικές επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εξαπολύονται από τα μπλογκ, που ήταν άγνωστο είδος πριν τέσσερα χρόνια.

Ανατάραξε επίσης την παραδοσιακή αντίληψη του αμερικανικού πολιτικού τοπίου, αποδεικνύοντας πως οι Δημοκρατικοί μπορούσαν να είναι τουλάχιστο ανταγωνιστικοί ακόμα και σε περιοχές που θεωρούνταν ακλόνητα Ρεπουμπλικανικά προπύργια.

Το μέγεθος και η σύσταση του εκλογικού σώματος μπορεί επίσης να αλλάζει, χάρη και στις άοκνες προσπάθειες των Δημοκρατικών να εγγράψουν στους εκλογικούς καταλόγους και να οδηγήσουν έως τις κάλπες πολυάριθμους νέους εκλογείς, Αφροαμερικανούς, ισπανόφωνους και νέους σε ηλικία.

Αυτού του είδους οι αλλαγές ίσως να επηρεάσουν με μόνιμο τρόπο το τι θα χρειάζεται να κάνουν από εδώ και πέρα τα δύο κόμματα προκειμένου να διαμορφώσουν σταθερές κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, ιδίως αν τα εντατικά και τεχνολογικά άρτια προγράμματα κινητοποίησης των ψηφοφόρων αποδειχτούν ικανά να αυξήσουν αισθητά τη συμμετοχή των εκλογέων στην εκλογική διαδικασία.

«Νομίζω πως για πολλά χρόνια θα αναλύουμε αυτήν την προεκλογική περίοδο σαν μία γόνιμη εκλογή, που άλλαξε πολλά» λέει ο Μαρκ Μακ Κίνον (Mark McKinnon), ένας στενός σύμβουλος του προέδρου Τζορτζ Μπους (George W. Bush) στις εκλογές του 2000 και του 2004. «Φέτος το διαδίκτυο έπαιξε ένα ρόλο που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Φέτος οι ταχύτητες που αναπτύχθηκαν ήταν ιλιγγιώδεις. Φέτος, αναποδογύρισε ολόκληρο το πολιτικό μας υπόδειγμα, που μοιάζει να καθορίζεται πια "από τα κάτω" αντί για "από τα πάνω"».

Όπως παραδέχονται ομόφωνα Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί, καθοριστικός παράγων για τις ανατροπές αυτές ήταν ο τρόπος με τον οποίο το επιτελείο του Ομπάμα κατάφερε να κατανοήσει και να τιθασεύσει το διαδίκτυο (και τα υπόλοιπα λεγόμενα «νέα μίντια») ώστε να οργανώσει τους οπαδούς του και να επικοινωνήσει με ψηφοφόρους που δεν ενημερώνονται κατά κύριο λόγο από τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Έτσι επιστρατεύτηκαν το «γιου-τιουμπ» (που δεν υπήρχε καν το 2004) και τα SMS, που στάλθηκαν κατά χιλιάδες τη Δευτέρα για να θυμίσουν στους ψηφοφόρους να πάνε να ψηφίσουν.

«Είχαμε κι εμείς κάνει μερικά ενδιαφέροντα καινούργια πράγματα, με τις τράπεζες δεδομένων ή το διαδίκτυο», λέει ο Σάρα Τέιλορ (Sara Taylor), που ήταν η πολιτική υπεύθυνος της εκστρατείας επανεκλογής του Μπους στο Λευκό Οίκο. «Τότε όμως μόνο το 40% διέθετε ευρυζωνικές συνδέσεις. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που δε διαθέτουν καν τηλέφωνο. Ο Ομπάμα έκανε φοβερή δουλειά σε ότι αφορά την μεταφορά της προεκλογικής εκστρατείας στα νέα μίντια. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ βλέπω μια τουλάχιστο διαδικτυακή διαφήμιση του επιτελείου του Ομπάμα τη μέρα. Και ζω αυτό το βάσανο επί έξι μήνες».

Ακόμα πιο σημαντικό από το πώς αξιοποίησε ο Ομπάμα το διαδίκτυο για να μεταδώσει το μήνυμά του ήταν το πώς, διαμέσου του διαδικτύου, διαμόρφωσε ένα πελώριο δίκτυο χρηματοδοτών, που του επέτρεψε να συλλέξει αρκετά χρήματα ώστε να απαρνηθεί το κρατικό σύστημα χρηματοδότησης και να ανταγωνιστεί οικονομικά τους Ρεπουμπλικάνους ακόμα και σε παραδοσιακές «κόκκινες» (Ρεπουμπλικανικές) πολιτείες.

Ανεξάρτητα του ποιος θα επικρατήσει, συμφωνούν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί, η οργανωτική και επικοινωνιακή διείσδυση του Ομπάμα σε μέρη σαν την Ιντιάνα, τη Βόρειο Καρολίνα και την Βιρτζίνια, όπου οι ψηφοφόροι στο παρελθόν ελάχιστα γνώριζαν τα πρόσωπα και τις θέσεις των Δημοκρατικών υποψηφίων, ίσως να ταρακουνήσει τα στάσιμα ύδατα της τοπικής πολιτικής σκηνής.

«Η μεγάλη αλλαγή που έφερε αυτή η εκλογή σε ότι αφορά το ζήτημα της προεκλογικής χρηματοδότησης, είναι πως "τέλειωσε" δια παντός την κρατική χρηματοδότηση» λέγει ο Στιβ Σμιντ (Steve Schmidt), επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Μακ Κέιν. «Αυτό πρακτικά σημαίνει πως στην επόμενη προεδρική εκλογή, που ας ελπίσουμε πως θα αφορά την επανεκλογή του Μακ Κέιν, ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος θα χρειαστεί "από χέρι" 1 δις δολάρια για να ανταγωνιστεί τα κατορθώματα των Δημοκρατικών στη χρηματοδότηση ή την επικοινωνία μέσω διαδικτύου και των υπόλοιπων νέων μέσων... Από την άποψη της τεχνολογίας, ζήσαμε ένα πελώριο άλμα προς τα εμπρός», προσθέτει ο Σμιντ. «Οι Ρεπουμπλικάνοι θα πρέπει τώρα να δουν πώς θα ανταγωνιστούν τους Δημοκρατικούς σε αυτό το παιχνίδι, στις εκλογές αντιπροσώπων και γερουσιαστών»

Φυσικά η αλλαγή δεν ολοκληρώθηκε μέσα σε μια χρονιά.

Το 2000, το προεκλογικό επιτελείο του Μπους, υπό την ηγεσία των Καρλ Ρόουβ (Karl Rove) και Κεν Μέλμαν (Ken Mehlman), πρωτοπόρησε στη χρήση της νέας τεχνολογίας, προκειμένου να εντοπίζουν και να κινητοποιούν τους οπαδούς τους.

Το 2004, η προεκλογική εκστρατεία του Χάουαρντ Ντιν (Howard Dean) πιστώνεται από πολλούς ως μία από τις πρώτες που αντιλήφθηκαν την ισχύ του διαδικτύου στην συλλογή χρημάτων και τη στρατολόγηση εθελοντών, που όμως ο Ομπάμα αξιοποίησε σε απείρως μεγαλύτερο βαθμό. «Αυτοί είναι το "Απόλλων 11" κι εμείς ήμαστε οι αδερφοί Ράιτ (Wright Brothers)», λέει ο Τζο Τρίπι (Joe Trippi), επικεφαλής τότε της προεκλογικής εκστρατείας του Ντιν.

Ο Τέρι Νέλσον (Terry Nelson), πολιτικός διευθυντής του επιτελείου που επανεξέλεξε τον Μπους το 2004, λέει πως αυτό που συνέβη στις εκλογές του 2008 θα επηρεάσει εντεύθεν όλες τις προεδρικές εκλογές, πέραν εκείνων του 2012. «Αυτό που βιώνουμε είναι μία εκ βάθρων αλλαγή του πώς θα διεξάγεται κάθε προεκλογική εκστρατεία», συνεχίζει ο Νέλσον. «Και η αλλαγή συνεχίζεται».

Όλα αυτά όμως δεν οφείλονται αποκλειστικά στον Ομπάμα, αλλά αντανακλούν ευρύτερες πολιτιστικές αλλαγές, που διαμορφώνουν ένα εκλογικό σώμα που είναι ταυτόχρονα καλύτερα πληροφορημένο, αλλά και πιο σκεπτικιστικό ή ευεπίφορο στο να συμμετάσχει στην αναμετάδοση ύποπτων ή ανεξακρίβωτων πληροφοριών, κυρίως διαμέσου των μπλογκ. Αυτό το νέο εκλογικό σώμα τείνει να αμφισβητεί περισσότερο ότι ακούει από τους υποψηφίους και συχνά ανατρέχει στο διαδίκτυο προκειμένου να το επαληθεύσει.

«Πάς σε ένα φόκους γκρουπ και σου λένε "είδα αυτή τη διαφήμιση και μετά πήγα στη δείνα διεύθυνση του διαδικτύου για να την ελέγξω"», αναφέρει ο Ντέιβιντ Πλουφ (David Plouffe), ο επικεφαλής του προεκλογικού επιτελείου του Ομπάμα. «Λες κι έχουν βαλθεί να αστυνομεύουν τις προεκλογικές εκστρατείες».

Ο Σμιντ επίσης αναφέρεται στην επιτάχυνση και την πολυμέρεια του ειδησεογραφικού κύκλου, που έχει ανατρέψει τον παραδοσιακό τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι ενημερώνονταν και θέτει τα προεκλογικά επιτελεία ενώπιον νέων ευκαιριών και νέων προκλήσεων σε ότι αφορά το χειρισμό της ειδησεογραφίας.

«Ο ειδησεογραφικός κύκλος έχει επιταχυνθεί χάρη σε νεοεμφανιζόμενους παίκτες, σαν το "πολίτικο" ή τη "Χάφινγκτον ποστ", που αμφισβητούν ευθέως την πρωτοκαθεδρία ειδησεογραφικών οργανισμών σαν το "ασοσιέιτεντ πρες", σε μια αγορά όπου το έπαθλο το παίρνει όποιος αναμεταδώσει πρώτος την είδηση, και όπου οι κυρίαρχοι καλωδιακοί δίαυλοι προσελκύονται από το συγκρουσιακό και το ασήμαντο».

Μία από τις σημαντικότερες φετινές αλλαγές αφορά την αύξηση του ενδιαφέροντος για την πολιτική, που οδήγησε σε άλματα στις εγγραφές στους εκλογικούς καταλόγους, στη συμμετοχή στην πρώιμη ψηφοφορία και στις πελώριες προεκλογικές συγκεντρώσεις (κυρίως του Ομπάμα). Αυτό ασφαλώς σχετίζεται με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που συγκέντρωσε η συγκεκριμένη υποψηφιότητα. Ως εκ τούτου δεν είναι εξασφαλισμένο πως όποιος υποψήφιος στο μέλλον υιοθετήσει τις τακτικές του Ομπάμα θα γνωρίσει ανάλογη επιτυχία. «Χωρίς τον υποψήφιο που συνεγείρει τα πλήθη, και η καλύτερη στρατηγική, και ο άριστος μηχανισμός, πάνε χαμένοι».

Ο Τρίπι, που φέτος δούλεψε για έναν από τους εσωκομματικούς αντιπάλους του Ομπάμα, τον Τζον Έντουαρντς (John Edwards), προσθέτει: «όλα αυτά τα έφερε εις πέρας ένα άτομο, ονόματι Μπάρακ Ομπάμα. Από τη στιγμή όμως που τα έκανε πράξη, οι αλλαγές που έφερε είναι αμετάκλητες».

*Ο Adam Nagourney είναι πολιτικός συντάκτης των «New York Times». Η μετάφραση έγινε από την ομάδα του PPOL.

Tuesday, November 4, 2008

In Obama we trust

Η G700 δεν έχει δικαίωμα ψήφου στις αμερικανικές εκλογές, αλλά αν είχε θα την έδινε στον Μπαράκ Ομπάμα. Το κάνουμε με όλη μας την καρδιά. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος έχει δείξει ότι προσφέρει τη μεγαλύτερη ελπίδα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις ΗΠΑ και την υπέρβαση της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Πάνω απ' όλα έχει αποδείξει ότι είναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά στην οικοδόμηση ενός νέου πολιτικοοικονομικού consensus σε πλανητικό επίπεδο.

Η ρεπουμπλικανική οκταετία Μπους τελειώνει κι αφήνει πίσω της συντρίμια. Ο αναγεννημένος χριστιανός Πρόεδρος των ΗΠΑ μέσα σε μια οκταετία εκτίναξε το αμερικανικό χρέος σε δυσθεώρητα ύψη, εκτροχίασε το έλλειμμα, συντηρητικοποίησε τη δικαιοσύνη, έκανε το αμερικανικό κράτος πιο αυταρχικό, αύξησε τις κοινωνικές ανισότητες και έστυψε στην κυριολεξία τη μεσαία τάξη. Την ίδια στιγμή η πολιτική Μπους στη διεθνή σκηνή χαρακτηρίστηκε από το κηνύγι της απόλυτης πρωτοκαθεδρίας με βασικά χαρακτηριστικά τη μονομέρεια, την έντονη στρατιωτικοποίηση και την αίσθηση του κατεπείγοντος.

Υπ' αυτές τις συνθήκες το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα στις ΗΠΑ δεν θα μπορούσε παρά να μοιάζει εντυπωσιακά με αυτό του 1980 και του 1992, οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για τη συνολική πορεία της χώρας. Τότε οι πολίτες ψήφισαν Ρίγκαν και Κλίντον αντίστοιχα.

Αυτή τη φορά, βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το 1980 και το 1992. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία των τελευταίων 30 χρόνων οι αμερικανικές εκλογές δεν ήταν τόσο σημαντικές για τον πλανήτη όσο είναι σήμερα. Στον μελλοντικό Αμερικανό πρόεδρο επενδύονται οι προσδοκίες όχι μόνο των Αμερικανών πολιτών, αλλά ολόκληρης της υφηλίου. Για να ανέβει η ψυχολογία στις αγορές, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην οικονομία, να ρυθμιστεί και να ελεγχθεί καλύτερα το χρηματοοικονομικό σύστημα, να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο ανάπτυξης με έμφαση στην πραγματική οικονομία, να προστατευτεί το περιβάλλον, να αποκατασταθεί η πολυμέρεια και η συνεργασία στο διεθνές σύστημα. Το γεγονός αυτό φάνηκε για πρώτη φορά στη μεγαλειώδη συγκέντρωση του Ομπάμα στο Βερολίνο και καταγράφεται καθημερινά και με συστηματικό τρόπο σε όλες στις δημοσκοπήσεις που διεξάγονται από τα Μέσα και τα πάσης φύσεως ερευνητικά ιδρύματα εκτός των ΗΠΑ.

Σήμερα λοιπόν, όλα δείχνουν ότι θα υπάρξει μία ακόμη εκλογή «αλλαγής», πράγμα που σημαίνει πως θα την κερδίσει ο Ομπάμα. Ο Μακκέιν, ειδικά από τη στιγμή που στράφηκε προς τη συντηρητική, δεξιά πτέρυγα του κόμματός του και έχοντας προβεί σε σειρά από άστοχες ενέργειες όπως η επιλογή της Σάρα Πέιλιν στην αντιπροεδρία, σε καμία περίπτωση δε συνιστά επιλογή αλλαγής ή ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης. Ούτε διαθέτει πλέον το απαραίτητο κεφάλαιο αξιοπιστίας, μολονότι ήρωας για τους Αμερικανούς, για να εμφυσήσει εμπιστοσύνη στις υπό κατάρρευση χρηματοοικονομικές αγορές και γενικότερα το πολιτικό σύστημα.

Μήπως όμως είμαστε υπεραισιόδοξοι; Αλήθεια, αν κερδίσει ο Ομπάμα, πόση αλλαγή θα φέρει στην πραγματικότητα; Θα καταφέρει να διαχωρίσει την ελεύθερη αγορά από τη Lehman Brothers και την δικαιοσύνη από το Γκουαντάναμο; Θα μεταρρυθμίσει το σύστημα υγείας έτσι ώστε να καλύψει τα 40 εκ Αμερικανών που βρίσκονται εκτός; Θα αλλάξει το τοπίο της κοινωνικής ασφάλισης και θα συμμαζέψει τα δημοσιονομικά σπασμένα του Μπους, έτσι ώστε μετά την κρίση ιδιωτικού χρέους να μην φτάσουν οι ΗΠΑ στα πρόθυρα δημόσιας χρεοκοπίας; Θα μεταρρυθμίσει το κατεστημένο της ashington; Θα καταπολεμήσει την κλιματική αλλαγή; Θα επενδύσει στο περιβάλλον; Και πόσο; Θα προστατέψει τα δικαιώματα των νέων που τόσο τον στήριξαν, αλλά και των μελλοντικών γενεών που επιβαρύνονται ήδη με ένα συνολικό χρέος 6,5 φορές πάνω από το αμερικανικό ΑΕΠ και ένα τεράστιο οικολογικό έλλειμμα;

Ήδη σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων στις ΗΠΑ, οι νέοι έχουν επαρκείς λόγους να είναι "τσαντισμένοι" από σήμερα και με τους δύο υποψήφιους για την Προεδρία. Ο Ομπάμα άλλωστε είναι αυτός που έδωσε προεκλογικά γη και ύδωρ στους baby boomers και την Αμερικανική Ομοσπονδία Συνταξιούχων, αγνοώντας τη νέα γενιά που τον στηρίζει με ένα ποσοστό της τάξης του 64%.

Στην πραγματικότητα βέβαια όλα τα παραπάνω αποτελούν ερωτήματα που μένουν να απαντηθούν. Η ιστορία δείχνει ότι ουδείς κατάφερε ποτέ να ικανοποιήσει του πάντες ούτε όλες τις προσδοκίες. Υπ' αυτό το πρίσμα, πράγματι, ίσως και να είμαστε υπεραισιόδοξοι. Ακόμα κι έτσι όμως οι ΗΠΑ δεν μπορούν και ο πλανήτης δεν έχει το περιθώριο να συνεχίσει να υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών μιας αδιάλλακτης και σκληροπυρηνικής ρεπουμπλικανικής ηγεσίας. Απαιτείται αλλαγή πορείας και νοοτροπίας. Είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει για την όποια αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των μελλοντικών γενεών και της πολυμερούς συνεργασίας στη διεθνή σκηνή. Ο Ομπάμα μέχρι σήμερα ανταποκρίθηκε με επάρκεια στις προκλήσεις, έδειξε ηγετικές δυνατότητες και είναι ο μόνος ο οποίος δίνει πραγματική ουσία στις υποσχέσεις του για ελπίδα και αλλαγή. Στο πρόσωπό του έχει προσωποποιηθεί η ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο. In Obama we trust.

Friday, August 1, 2008

Youth to Power: How Today's Young Voters Are building Tomorrow's Progressive Majority

By Michael Connery

Youth to Power: How Today's Young Voters Are Building Tomorrow's Progressive Majority examines how today's young people are combining technology with a vigorous social spirit to revive progressive politics. In addition to recounting the history of youth politics since its emergence in the 1972 election, as well as showing where the movement still lags behind its more organized conservative counterpart, the book features interviews with many of the major figures in the youth political movement, and identifies strategies that the Democratic Party can use to capitalize on its new advantages with young voters. Youth to Power is a must-read for anyone who wants to understand the political and cultural future of America.

Excerpts from the book

from Chapter 4: The [dot]org Boom

It is probably difficult for a young person getting involved in politics today to imagine that just five years ago, a growing progressive youth movement did not exist. Time travel back to 2003,and youth involvement in progressive politics typically meant lick-ing stamps and phone-banking for a campaign, working twelve hour days canvassing street corners for an operation like the Fund for Public Interest Research, or, if you were lucky enough to have wealthy and generous parents, taking on an unpaid internship in Washington D.C. Today, while there are still economic and geo-graphic barriers to taking full advantage of the new infrastructure,if someone is motivated enough, it is easy to find multiple opportunities in progressive youth politics.

For those who are less traditionally inclined and not looking to join a “political” group,there are organizations like Head Count that specialize in cultural outreach, and social clubs like Drinking Liberally. And for those who are looking to hop on the career track, opportunities in progressive politics are no longer limited to joining the blue blazer crowd jockeying for insider jobs in Washington.

This change in the culture of progressive youth politics is the result of a dramatic five-year shift in how young voters relate to both the Democratic Party and the progressive movement as a whole. This shift did not come out of nowhere, but is the end result of the work of thousands of activists, insiders and regular people—so-called “social entrepreneurs”—who have reshaped what it means to participate in progressive politics. Tired of the Democrats lying down before the Republicans on issue after issue,and seeing no real leadership among traditional political youth groups, these individuals worked to build their own progressive countermovement, in the process creating what is know as the “[dot] Org Boom,” an explosion of organizations founded by and for young people.

This boom can be broken down into three distinct stages. The initial phase began in 2003 and lasted through the 2004 election and was characterized by outsiders crashing the political gates (a parallel movement to what was happening at the time in the blogosphere), an embrace of peer-to-peer outreach tactics, and a desire to make political engagement culturally relevant to a new generation of voters.

The second phase, lasting from 2005 to 2006, was a mini-bust followed by a regrouping. During this phase, many organizations that had helped launch the initial movement faded away,either due to the disappointing conclusion to the 2004 election or the withdrawal of funds by donors looking to reassess their investments. This second phase was also marked by the increasing professionalization of the movement through the influx of DC insiders and organizations and a divvying up of the movement into various “sectors” that mirrored progressive funding analyses of the conservative movement.

Today, deep into the 2008 campaign cycle, we are entering the third phase of the [dot] Org Boom. What will emerge as the defining characteristics of this stage are still largely undefined, though it is likely to be marked by increasing localization and the adoption of new technologies. These trends can already be seen in the growth of state-based youth organizations, the formation of Students for Barack Obama, which rose to prominence through its use of FaceBook to grow a student army for Senator Obama’s presidential campaign, and in the changing giving patterns of major donors, who will have an outsized influence on how this third phase unfolds.

Read more excerpts

Michael Connery has written a spirited and savvy guide to the "Millennial" generation that is reshaping progressive youth politics. If you want to understand the ideas, action, spirit and people building the progressive majority of our future— read this book!

- Katrina vanden Heuvel, Editor & Publisher, The Nation

Friday, July 25, 2008

What Comes Next After Generation X?

As a Demographic, Millennials Don't All See It as the Best Label

By Ian Shapira
Washington Post Staff Writer
Washington Post
Sunday, July 6, 2008

Everyone knows the G.I. generation of World War II and the baby boomers who followed. And everyone knows the late-20th-century demographic labeled with the non-label generation X.

But the next generation, a growing force in presidential politics, the job market and the spread of social networking, is harder to define. Lumped under millennials or generation Y, some in their 20s and early 30s say those titles and others ginned up almost daily in a brand-obsessed pop culture confuse them. They are unsure what most encapsulates their experience.

For Doan Nguyen, 26, a photo editor at the nonprofit Conservation International, figuring out her generation has become a mission, prompted partly by a documentary she is filming. One recent night at her District rowhouse, she mulled over the issue with Marshall Maher, 32, the nonprofit group's spokesman.

Maher, who considers himself between generations, ruminated about the millennials. "They're about second life," he said. Virtual reality. "I don't know if I can, like, relate."

Nguyen looked defeated. "I don't know where I am in this generational timeline," she said.

No doubt it has always been difficult for generations to accept labels and generalizations. But some in the post-X generation say their puzzlement over their collective identity is more pronounced because their formative experiences have been so splintered. Reared on rapid-fire Internet connections and cheap airline tickets and pressured to obtain multiple academic degrees, many of these young adults grew up with an array of options their parents or older siblings did not have.

"People resist labels more among the millennials because there's more subcultures," said Michael Connery, 30, author of the political book "Youth To Power."

"It's a fragmented culture in a way that it's never been. You know how baby boomers ask, 'Where's the protest music?' and lament the lack of youth activities? There is protest music, but it's so broken up into niche audiences that it doesn't gain as much traction."

Nguyen's conversations with her peers illuminate how society's shorthands easily confuse some in this age group. Some say they feel post-generational. Others say an agreed-upon label would confer a sense of historical status.

"Did Tom Brokaw write a book about us?" Maher asked, referring to the former NBC news anchor's bestseller on those who came of age in World War II. "That's my concern. We didn't get a 'Greatest Generation' book."

"Not yet," Nguyen said.

Neil Howe, who coined "millennials" with William Strauss, predicted that the generation's preference for consensus-building and nonstop, digital communication will alter business and political landscapes. Businesses, he said, will accommodate this generation by creating more team projects, and millennials will tend to reject the negative and moralistic politics they witnessed as children.

"Millennials will be the next powerhouse political generation," he said, adding that their use of technology often startles previous generations. "Millennials are turning information technology toward community-building, like you are always plugged into your friends. Frankly, for many boomers, this is an Orwellian nightmare."

Here's how the generational constellation breaks down:

Baby boomers, experts say, were born from 1943 up to 1960 (although the U.S. Census extends the range to 1964) and are characterized as idealists and moralists who fought over war, gender inequality and race. Generation X, born between the early 1960s and the early '80s, is described as economically conservative and disaffected, influenced by Ronald Reagan's presidency (and Michael J. Fox's preppy Alex P. Keaton character in the television sitcom "Family Ties"). Millennials, who experts say were born either in the late 1970s or '80s to the early 2000s, are said to have grown up sheltered and are risk-averse.

Complicating matters, millennials are sometimes known as generation Y. Then there's the Facebook or YouTube generations. Echo boomers is also bandied about. The presidential campaign has spawned the Obama generation, a nod to Sen. Barack Obama's reliance on young Democratic voters. (The Illinois senator, born in 1961, regards himself as a "post-boomer." The presumptive Republican nominee, Sen. John McCain of Arizona, born in 1936, belongs to what social theorists describe as the "silent generation.")

Some recycle Brokaw's terminology, noting the new generation's interest in public service. Last month on "The Daily Show with Jon Stewart," Sen. James Webb (D-Va.) said that armed forces in Iraq and Afghanistan deserve a 21st century G.I. Bill for education. "We keep saying this is the next 'greatest generation,' and we have seen everything they have done since 9/11," Webb said. "We ought to give them the same opportunity."

Another take is coming to television this month: "Generation Kill," an HBO miniseries, based on an Evan Wright book, about Marines at the start of the Iraq war. Still, many young people don't see the war as their defining experience. Some suggest it is the amassing of academic degrees and student loan or credit card debt.

In a three-week period of generational kibitzing, Nguyen interviewed several young people for her sister Thuc's documentary on the presidential election. One night, they met at a friend's Dupont Circle apartment. Seated on futons and surrounded by books and Trader Joe's wine bottles, the interviewer and her subjects wondered, off-camera and after taping, if they belong to generation X or the millennials/generation Y.

"My sister is 32. We believe them to be generation X, but it's not that many years apart," said Giacomo Abrusci, 26, an American Chemical Society project coordinator. "But they managed to get through their education without technology."

Nguyen said that Thuc, 32, says she's in the previous generation but identifies more with the younger one. "My sister thinks she's in gen X, but she's also super into Facebook and MySpace."

Nguyen and her friends sifted through various labels without knowing their origins: generation X (the name of a Douglas Coupland 1990s novel on post-boomer angst), generation Y (an alphabetical sequel) and millennials.

"I don't pay attention to labels," said Kate Gersh, 28, a nonprofit grant writer and former White House intern. "I've never heard of millennials."

"What about generation Y?" asked John Williams, 28, a part-time waiter and international development company recruiter.

"No," Gersh said.

"Yeah, I think you're supposed to spell it W-H-Y," Williams said.

Abrusci thought of something: "I read another definition of us as generation T -- because we wear T-shirts . . . that cost, like, $120."

Nguyen nodded. On her bookshelf at home, she has a book, tagged with pink stickies, titled "Generation T: 108 ways to transform a T-shirt."

Some research suggests that people in their 20s and 30s might be defined by their politics. They are the first generation in at least three that calls itself "liberal," said Michael Hais, who with Morley Winograd wrote "Millennial Makeover: MySpace, YouTube & the Future of American Politics."

A Washington Post-ABC News poll in May found that 59 percent of 18- to 34-year-olds are Democrats or Democrat-leaning independents and that 58 percent would favor Obama over McCain.

Another night, at Nguyen's rowhouse, many were split on whether the Sept. 11, 2001, terrorist attacks marked them. "Things like 9/11 or the Iraq war . . . we were too old to be shaped by that," said consultant Leah Bannon, 24. (She added later that the disputed 2000 election was more influential.)

"I think it's where you were when it happened," said Colleen Vollberg, 27, a nonprofit program coordinator, recalling Sept. 11. "I saw people jumping out of one of the towers."

Talk turned to whether Obama would be their emblem. But Nguyen said she doubted young people are more politically active. "You've heard of 'Rock the Vote' for years, and it's like, we're still not voting," she said.

Actually, votes cast by 18- to 29-year-olds rose 25 percent in the 2004 election, compared with 2000, and participation by young voters in this year's primaries rose in nearly all states where comparable data were available, according to the Center for Information & Research on Civic Learning and Engagement at the University of Maryland.

For her last interview, Nguyen met Will Bower, 35, a Thomson Reuters researcher, at a coffeehouse near Dupont Circle.

Bower felt old. "I am 35, and it sounded like you were wanting younger for the interview," he said.

"I think we're interviewing people from ages 18 to 35," Nguyen said.

"Generation . . . Atari," Bower interjected. "Well, yeah, X can be broken down to Atari and Nintendo. So, I'm still generation Atari."

"I wasn't allowed to play video games," Nguyen said. "I did play Nintendo because I would sneak to my neighbor's house because I liked 'Super Mario.' "

Nguyen smiled. Finally, she figured it out. She belongs to generation Nintendo.

Staff polling analyst Jennifer Agiesta contributed to this report.

Friday, July 4, 2008

Νέος Ρέιγκαν ή νέος Κλίντον;

Του Paul Krugman*

Another Reagan or another Clinton?
© International Herald Tribune

Μοιάζουν πολύ με το 1992 τούτες οι μέρες. Μοιάζουν επίσης πολύ με το 1980. Με ποια από τις δύο εκλογές όμως θα είναι πιο εύστοχο να παρομοιάσουμε εκείνες του 2008; Τελικά, ο Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) θα αναδειχθεί σε ένα Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan) της αριστεράς, σε ένα πρόεδρο δηλαδή που θα αλλάξει άρδην την πορεία της χώρας; Η θα είναι απλά ένας ακόμα Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton);

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις (όχι αυτές που μετράνε την «πρόθεση ψήφου», που δεν μας λένε τίποτα σε αυτή τη φάση της προεκλογικής περιόδου, αλλά εκείνες που εξετάζουν τις διαθέσεις της κοινωνίας) μοιάζουν εντυπωσιακά με εκείνες του 1980 και του 1992, οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για την πορεία της χώρας.

Όλα έτσι δηλούν πως θα έχουμε μία εκλογή «αλλαγής» -πράγμα που σημαίνει πως κατά πάσα πιθανότητα θα την κερδίσει ο Ομπάμα. Το ερώτημα όμως είναι: αν κερδίσει, πόση αλλαγή θα φέρει στην πραγματικότητα;

Είτε προς τη θετική είτε προς την αρνητική κατεύθυνση (εγώ θα έλεγα μάλλον προς την αρνητική, αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης) ο Ρέιγκαν έφερε πολλή αλλαγή. Κυβέρνησε σαν καθαρός συντηρητικός, εφαρμόζοντας ένα ξεκάθαρο, ιδεολογικό πρόγραμμα, που το εφάρμοσε με καταπληκτική επιτυχία. Ασφαλώς είχε και τις αποτυχίες του, ιδίως στην κοινωνική ασφάλιση, που προσπάθησε να την απογυμνώσει, αλλά εντέλει την ενίσχυσε.

Αλλά όταν ο Ρέιγκαν παρέδιδε την προεδρία, η Αμερική δεν ήταν η ίδια χώρα με εκείνη που είχε παραλάβει.

Ο Μπιλ Κλίντον εμφανίστηκε επίσης ως υποψήφιος της «αλλαγής», αλλά ήταν πολύ πιο δυσδιάκριτο για ποια αλλαγή μιλούσε. Αυτοπαρουσιαζόταν σαν ένας πολιτικός που υπερβαίνει τον παραδοσιακό διαχωρισμό προοδευτικών-συντηρητικών και πρότεινε ένα κράτος που θα πρόσφερε «περισσότερη ενδυνάμωση, λιγότερα εμπόδια».

Το προεκλογικό του πρόγραμμα ήταν ανομοιόμορφο: υποσχόταν αύξηση των φόρων για τους πλούσιους, φοροαπαλλαγές για τη μεσαία τάξη, δημόσιες επενδύσεις για δρόμους και μία ασαφή «μεταρρύθμιση της υγείας».

Η συνέχεια είναι γνωστή: η διακυβέρνηση Κλίντον πέτυχε πολλά, από την αναζωογόνηση της υγειονομικής φροντίδας των βετεράνων και της πολιτικής προστασίας, έως την επέκταση των φοροαπαλλαγών για εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και τη βελτίωση της υγειονομικής φροντίδας των παιδιών.

Αλλά τελικά εντάχθηκε στην εποχή που τόσο εύστοχα προσδιορίζει ο τίτλος του νέου βιβλίου του ιστορικού Σον Ουίλεντς (Sean Wilentz): «η ιστορία της εποχής Ρέιγκαν: 1974-2008».

Λοιπόν, με ποιον μοιάζει περισσότερο ο Ομπάμα; Μέχρι σήμερα αναμφίβολα είναι κλιντονοειδής.

Σαν τον Κλίντον, ο Ομπάμα αυτοπαρουσιάζεται επίσης ως κάποιος που υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Καθώς τέλειωνε η «ενωτική» εκδήλωση στο... Γιούνιτι με τη Χίλαρι Κλίντον (Hillary Clinton) την περασμένη εβδομάδα, δήλωσε απερίφραστα πως «σε αυτήν την εκλογή η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στη δεξιά και στην αριστερά, ανάμεσα στους προοδευτικούς ή τους συντηρητικούς, αλλά μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος»... Καλά...

Ακόμα και το οικονομικό πρόγραμμα του Ομπάμα είναι παρόμοιο με εκείνο του Κλίντον το 1992: έχουμε το ίδιο μείγμα αύξησης της φορολογίας για τους πλούσιους, φορολογικών ελαφρύνσεων για τη μεσαία τάξη και δημοσίων επενδύσεων (τούτη τη φορά η έμφαση δίδεται στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας).

Υπάρχουν φορές που η ομοιότητα μεταξύ Κλίντον και Ομπάμα «βγάζει μάτι». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του με την οποία αποδέχτηκε το χρίσμα του κόμματός του το 1992, ο Κλίντον συνεπήρε το ακροατήριό του με ένα σύνθημα: «το μπορούμε!». Σας θυμίζει τίποτα;

Για να μην παρεξηγηθώ, η επιστροφή στα χρόνια του Κλίντον δεν είναι δα και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μας συμβεί. Αλλά οι οπαδοί του Ομπάμα προσδοκούν πολύ περισσότερα.

Ιδιαίτερα οι προοδευτικοί ακτιβιστές υποστήριξαν συντριπτικά τον Ομπάμα κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής εκλογής του Δημοκρατικού κόμματος, έστω κι αν το πρόγραμμά του, ιδίως στη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, ήταν σε πολλά σημεία πιο δεξιό από εκείνο των αντιπάλων του.

Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα είναι πως οι ακτιβιστές έπεισαν εαυτούς πως ο Ομπάμα είναι ένας μεταρρυθμιστής, που εμφανίζεται σαν κεντρώος.

Μπορεί όμως τελικά να είναι το ανάποδο.

Μετά την νίκη του στην εσωκομματική διαδικασία, ο Ομπάμα κλίνει όλο και περισσότερο προς το κέντρο. Πρόσφατα εξόργισε τους προοδευτικούς οπαδούς του υποστηρίζοντας ένα νόμο περί παρακολουθήσεων των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, που μεταξύ άλλων αμνηστεύει τις τηλεφωνικές εταιρείες για όλες τις παρανομίες που πιθανό να πραγματοποίησαν κατόπιν παροτρύνσεως της κυβέρνησης Μπους (Bush).

Οι υποστηρικτές του υποψηφίου αντιλέγουν πως ο Ομπάμα είναι απλά πραγματιστής, πως είναι αποφασισμένος να κάνει όσες αβαρίες χρειάζεται για να νικήσει, και μάλιστα με διαφορά, ώστε μετά να κάνει τις μεγάλες αλλαγές που ονειρεύεται.

Οι επικριτές του απαντούν πως ακολουθώντας την «γνωστή πολιτική της "τριγωνοποίησης" και της υπακοής στις δημοσκοπήσεις», που είχε απορρίψει με τόση δριμύτητα κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής διαμάχης, το μόνο που πετυχαίνει είναι να υπονομεύει την υποψηφιότητά του, διότι οι ψηφοφόροι προτιμούν τους υποψηφίους που διατυπώνουν σαφείς θέσεις.

Τι να περιμένουμε λοιπόν για μετά τις εκλογές;

H σύγκριση Ρέιγκαν-Κλίντον μας διδάσκει πως ένας υποψήφιος με ξεκάθαρες προεκλογικά θέσεις είναι πιθανότερο να φέρει μεγάλες αλλαγές από κάποιον που διακηρύσσει προεκλογικά την «αλλαγή» αλλά είναι ασαφής ως προς το περιεχόμενό της.

Φυσικά υπάρχει πάντα η περίπτωση ο Ομπάμα να ασπάζεται τελικά κεντρώες πεποιθήσεις.

Το μόνο σίγουρο είναι πως για τους Δημοκρατικούς η επικράτηση σε αυτές τις εκλογές μοιάζει εύκολη. Όλα τους ευνοούν: οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχτεί στα ύψη, η οικονομία τρεκλίζει, ο πρόεδρος είναι φοβερά αντιδημοφιλής.

Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι αν θα αδράξουν αυτή τη μοναδική ευκαιρία για να αλλάξουν εκ βάθρων τη χώρα. Και την απάντηση στο ερώτημα αυτό, αρμόδιος να τη δώσει είναι κυρίως ο Ομπάμα.

Paul Krugman είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο του «Πρίνστον» και επιφυλλιδογράφος στους «Νιου Γιορκ τάιμς». Η μετάφραση έγινε από την ομάδα του PPOL.

Saturday, May 17, 2008

Ο Μακ Κέιν θα προσπαθήσει να σαγηνεύσει τους λευκούς χαμηλόμισθους

Από τον Τζον Βίνοκιουρ*

McCain allies tout blue-collar strategy
© International Herald Tribune

Σύμφωνα με ένα σύμβουλο του John McCain, αν ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος καταφέρει να κερδίσει το 20% των Δημοκρατικών ψήφων, θα εκλεγεί πρόεδρος.

Η παρατήρηση του Charlie Black που δημοσίευσε η «κρίστιαν σάιενς μόνιτορ» μοιάζει βιαστική τη στιγμή που οι επιτελείς του Μακ Κέιν παραδέχονται πως μόλις κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών, ο Barack Obama θα βρεθεί έως και δέκα μονάδες μπροστά στις δημοσκοπήσεις, μία κατάσταση που οι Ρεπουμπλικάνοι επιτελείς παραδέχονται πως δε θα μπορέσουν να επηρεάσουν, έως τουλάχιστο το Σεπτέμβριο.

Αλλά η συζήτηση για τον αριθμό των εργατικών ψήφων που χρειάζονται για να ηττηθεί ο Ομπάμα ταιριάζει σε μία πολύ δημοφιλή ανάγνωση της αμερικανικής πολιτικής πραγματικότητας.

Ο γερουσιαστής Joe Lieberman, στενός σύμμαχος (και πιθανότατα υπουργός εξωτερικών ή άμυνας σε μια κυβέρνηση Μακ Κέιν), ισχυρίζεται πως ο Μακ Κέιν έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης στο εργατικό κοινό. Λέει: «πραγματικά, πιστεύω πως ο Τζον μπορεί να πάρει πολύ παραπάνω» από το 20%.

Ο Λίμπερμαν επιμένει πως η εκλογή θα κριθεί στο κέντρο, από τους ανεξάρτητους και τους «ευμετάβλητους Δημοκρατικούς» (μία ακόμα από τις πολλές φετινές ονομασίες για τους λευκούς μισθοσυντήρητους εργαζόμενους και τη χαμηλή μεσαία τάξη).

Αυτό το κοινό-στόχος (πείτε τους «ριγκανικούς Δημοκρατικούς», πείτε τους «παραδοσιακούς ψηφοφόρους», πείτε τους, σαν τους δημοσκόπους, «λευκούς χωρίς κολεγιακή μόρφωση») βρίσκεται στο επίκεντρο των εκλογών.

Η Hillary Rodham Clinton αφιερώνει τις τελευταίες της δυνάμεις για να περάσει το μήνυμα πως η προεδρία θα κριθεί από αυτούς τους εκλογείς και πως είναι η μόνη που μπορεί να τους κρατήσει στο Δημοκρατικό στρατόπεδο.

Ο Ομπάμα πράγματι δεν έχει ακόμα διαμορφώσει στρατηγική προσέλκυσης των εργατικών ψήφων, αν και δεν παραλείπει να πετάει πού και πού καμιά καλή κουβέντα για το Ronald Reagan.

Για τον Τζο Λίμπερμαν, «κολλητό» του Μακ Κέιν, υποψήφιο αντιπρόεδρο του Al Gore ενάντια στον George W. Bush το 2000 και ανεξάρτητο γερουσιαστή από το Κονέκτικατ, «ο Τζον έχει μια καταπληκτική ευκαιρία» να προσελκύσει τις εργατικές ψήφους.

Για το στρατόπεδο του Μακ Κέιν η πολιτική διαδρομή του Λίμπερμαν λειτουργεί σαν ένα είδος παραβολής: το 2006, αφού έχασε στην εσωκομματική εκλογή, κατέβηκε στις εκλογές κι εξελέγη ως ανεξάρτητος υποψήφιος. Αποτελεί ζωντανό παράδειγμα για το πώς να κερδίσεις κουβαλώντας στην πλάτη σου -όπως είναι αναγκασμένος να το κάνει ο Μακ Κέιν- την αντιδημοφιλία του Μπους και του πολέμου στο Ιράκ.

Απέναντι στον ειρηνιστή Δημοκρατικό υποψήφιο Ned Lamont που τον υποστήριζε μια συμμαχία από εύπορους Δημοκρατικούς, αριστερίζοντες ακτιβιστές, τους Jesse Jackson και τον Al Sharpton ο Λίμπερμαν αντιπαράθεσε χαμηλόμισθους Δημοκρατικούς (τον ψήφισε το 33% των Δημοκρατικών ψήφων) το 55% των ανεξάρτητων και το 70% των Ρεπουμπλικάνων, και κέρδισε άνετα, με 10% διαφορά.

Αυτοί οι υπολογισμοί μοιάζουν κάπως μπακαλίστικοι, αλλά η προσέλκυση των πατριωτών λευκών Αμερικανών «πατάει» σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για την Αμερική.

Ο Λίμπερμαν λέει πως η λαϊκή βάση του Δημοκρατικού κόμματος, δε θέλει να δει τις ΗΠΑ να χάνουν τον πόλεμο του Ιράκ, ενώ κατανοεί πως μία ήττα από την «αλ κάιντα» εκεί θα οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές.

«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, που ανήκουν την παράδοση των Truman και Kennedy, που ναι μεν δεν βάζουν ταμπέλες στις απόψεις τους, αλλά θεωρούν πως είναι σημαντικό η Αμερική να έχει ψηλά το κεφάλι. Διαθέτουν ένα είδος νομιμοφροσύνης προς την πατρίδα τους. Ο Τζον επικοινωνεί με αυτούς τους ανθρώπους. Είναι πρακτικός. Μιλάει χωρίς φιοριτούρες. Είναι κατανοητός», επιμένει ο Λίμπερμαν.

Ο Λίμπερμαν χαρακτηρίζει τον Μακ Κέιν ανεξάρτητο, αποφεύγοντας την σχέση του με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Θεωρεί τον Ομπάμα αριστερίζοντα και «κλιντονικό» Δημοκρατικό, που προσποιείται πως υπερβαίνει τα κόμματα. Λέει επίσης πως ο Ομπάμα προσπάθησε ανεπιτυχώς να υπερβεί και την φυλετική του ταυτότητα.

Σε μια συζήτηση την περασμένη εβδομάδα, ο Λίμπερμαν δε συσχέτισε το χρώμα του δέρματος του Ομπάμα με την απήχησή του στην εργατική τάξη, τους ανεξάρτητους ή τους ισπανόφωνους ψηφοφόρους. Προτίμησε να χαρακτηρίσει «θαυμαστή εκδήλωση μαύρης υπερηφάνειας» τα ποσοστά της τάξης του 90% των μαύρων που τον υποστηρίζουν -σχεδόν το ίδιο πάντως με το 89% των μαύρων που υποστήριζε τον John Kerry ενάντια στον Τζορτζ Μπους το 2004.

Αλλά ο Paul Begala, πολιτικός σύμβουλος και υποστηρικτής της Κλίντον, έθεσε «το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων» όταν δήλωσε στο CNN την περασμένη εβδομάδα πως «δεν μπορούμε να κερδίσουμε με κουλτουριάρηδες και Αφροαμερικανούς».

Η ίδια η Κλίντον υπογράμμισε τη σημασία της εργατικής ψήφου για τον Μακ Κέιν λέγοντας πως είναι εκείνη, και όχι ο Ομπάμα που θα μπορούσε να συσπειρώσει «τους ανθρώπους που χρειάζεται ο Μακ Κέιν για να κερδίσει στις επόμενες εκλογές». Πρόσθεσε πως οι ηλικιωμένοι και οι ρωμαιοκαθολικοί συγκαταλέγονται στους ευάλωτους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους.

«Έχουμε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα εδώ» ισχυρίστηκε η Κλίντον, υπογραμμίζοντας τη χαμηλή υποστήριξη που έχει ο Ομπάμα ανάμεσα στους «σκληρά εργαζόμενους Αμερικανούς, τους λευκούς Αμερικανούς». Τα σχόλιά της βασίζονταν σε μια δημοσκόπηση του «ασοσιέιτεντ πρες» (ΑΡ), που συμπέραινε πως «οι εργαζόμενοι λευκοί προτιμούν κατά πολύ την Κλίντον από του Ομπάμα, κι η άποψή τους για το γερουσιαστή του Ιλινόι χειροτερεύει διαρκώς τον τελευταίο χρόνο».

Κι έτσι επανερχόμαστε στους μαθηματικούς υπολογισμούς του Τσάρλι Μπλακ και σε μια δημοσκόπηση του «γκάλοπ», που έδειξε πως σχεδόν το 30% των Δημοκρατικών υποστηρικτών της Κλίντον θα ψηφίσουν τελικά υπέρ του Μακ Κέιν, εφόσον αυτός αντιμετωπίσει το Νοέμβριο τον Ομπάμα.

Θεωρητικά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να κρίνει την προεδρία. Ο Λίμπερμαν εκτιμά πως ο Μακ Κέιν θα ψηφιστεί από πάνω από τους μισούς ανεξάρτητους, και -καθώς είναι μετριοπαθής σε ζητήματα μετανάστευσης- αναμένει να πάρει στους ισπανόφωνους πάνω από το 45% που είχε πάρει ο Μπους το 2004.

Φυσικά ο Ομπάμα θα χτυπήσει με όλη του τη δύναμη στο ζήτημα του Ιράκ, λέει ο Λίμπερμαν -και θα προσπαθήσει να παρουσιάσει την ενδεχόμενη προεδρία Μακ Κέιν ως μία τρίτη θητεία του Μπους, όπου αυτός θα κυβερνά με ψευδώνυμο

Τι άλλο να κάνει; Το ερώτημα όμως είναι άλλο: πώς μπορεί να καταφέρει ο Ομπάμα να πείσει τη λευκή εργατική τάξη πως δεν είναι ένας μπελαλής ριζοσπάστης;

Θα μπορούσε ίσως να εμφανιστεί ως πολύ δυναμικός στα εθνικά θέματα. Ας πούμε πως δεν είναι άλλος ένας Jimmy Carter (το πρώτο θύμα των «ριγκανικών Δημοκρατικών»). Ας πούμε πως, χωρίς να θίγει την κοινωνική συνείδηση του Δημοκρατικού κόμματος, υιοθετεί στην εξωτερική πολιτική ακριβώς όσα έχει πει... στο βιβλίο του, «τολμώ να ελπίζω».

Σύμφωνα με τον Ομπάμα εκείνου του βιβλίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παραμείνουν ο αστυφύλακας του κόσμου. Έχουν το δικαίωμα να προχωρούν σε μονομερείς στρατιωτικές επεμβάσεις. Το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ δεν πρέπει να μπορεί να περιορίζει τις αμερικανικές επιλογές.

Αν το επαναλάβει αυτό με αρκετή έμφαση, μπορεί ίσως να διαψεύσει τους υπολογισμούς του Τζο Λίμπερμαν στο τι θα ψηφίσουν τελικά οι λευκοί μισθοσυντήρητοι -και σε ποιον θα χαρίσουν την προεδρία.

Στο κάτω-κάτω, δεν πρόκειται παρά για πολιτική. Η Samantha Power, μία σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Ομπάμα, που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση όταν χαρακτήρισε «τέρας» τη Χίλαρι λέει για το παλιό της αφεντικό: αν βρεθεί στο Λευκό Οίκο «όλοι ξέρουμε πως δεν πρόκειται να βασιστεί στα σχέδια που ετοίμασε όταν ήταν γερουσιαστής ή υποψήφιος για την προεδρία».

John Vinocur είναι αρχισυντάκτης της "International Herald Tribune". Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στις 13-5-2008. Η μετάφραση έγινε από την ομάδα του PPOL.

Sunday, May 11, 2008

Ουδέν κακόν...

Από τον Paul Krugman*

Ας ευχηθούμε -γιατί είναι όντως πιθανόν- να έχει παρέλθει το χειρότερο μέρος της οικονομικής κρίσης. Αν όμως, σταυεροποιηθούν οι αγορές, ίσως εξανεμισθούν οι πιθανότητες μιας θεμελιώδους μεταρρύθμισης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι αυτό σημαίνει πως η επόμενη κρίση θα είναι μάλλον χειρότερη.

Μετά την κρίση που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση, οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν ρυθμίσεις στο τραπεζικό σύστημα, που δούλεψε καλά για 50 χρόνια. Τελικά, όμως, η Wall Street κατήργησε τις ρυθμίσεις. Η κυβέρνηση θα είχε αναθεωρήσει τους κανόνες, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη λατρεία της ελεύθερης αγοράς που είχε επικρατήσει.

Αντιθέτως, ο Άλαν Γκρίνσπαν εγκωμίαζε τις αρετές της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας. Και ύστερα ήρθε η κρίση τον περασμένο Αύγουστο όταν οι επενδυτές αντελήφθησαν το χάος της αγοράς στεγαστικών δανείων και έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπήρξαμε τυχεροί που αυτή τη σύσκολη περίσταση ήταν πρόεδρος της Fed ο Μπεν Μπερνάνκι καθώς έχει μελετήσει σε βάθος τόσο τη Μεγάλη Ύφεση όσο και τη χαμένη δεκαετία της Ιαπωνίας το 1990.

Τώρα γνωρίζουμε πως τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, τα ειδικά επενδυτικά οχήματα και κάθε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα πρέπει να υπόκειται σε ρυθμίσεις από αυτές που διέπουν τις παραδοσιακές τράπεζες. Προπαντός πρέπει να διασφαλίζεται η κεφαλαιακή τους επάρκεια.

*Ο Paul Krugman είναι οικονομολογός. Το σχόλιό του δημοσιεύτηκε στην International Herald Tribune και η μετάφρασή του στην Καθημερινή στις 10-5-2008.

Tuesday, May 6, 2008

Η επικαιρότητα της "κοινωνικής συμφωνίας" του Ρούσβελτ

Από τον Θοδωρή Πελαγίδη*

Η κρίση φαίνεται να μην έχει αγγίξει τους πλούσιους, αλλά, όσο κατεβαίνει κανείς τη σκάλα των εισοδημάτων, τα πράγματα χειροτερεύουν

Οι νεότερες εκτιμήσεις για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας εκπλήσσουν. Κανείς δεν μπορεί να μη δεχθεί ότι οπωσδήποτε υπάρχει σοβαρή υποχώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Υποχώρηση η οποία υπολογίζεται τώρα στο 0.10% για τα πρώτα δύο τρίμηνα του 2008.

Η ανεργία μάλιστα αναμένεται να ανέβει, σύμφωνα με τις προβλέψεις, στο 5.5% για το τέλος τους 2008. Όμως, αυτό δεν είναι (ακόμη;) «ύφεση».

Θα περίμενε κανείς υποχώρηση του ρυθμού του ΑΕΠ σε αρνητικά επίπεδα και την ανεργία να εκτοξεύεται άνω του 6% από τώρα.

Αυτό έχει την εξήγησή του. Υπάρχουν τομείς της οικονομίας που λίγο έχουν θιχτεί από την παρούσα κατάσταση. Οι υποδομές, τα αγροτικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες, αγαθά που παράγονται σε πολλές αμερικάνικες πολιτείες, πηγαίνουν καλά.

Οι αναδυόμενες οικονομίες της νοτιοανατολικής Ασίας αναπτύσσονται με 6.5%. Παρ' όλα αυτά, η ανησυχία που υπήρχε στις συνεδριάσεις του ΔΝΤ πριν από λίγες μέρες στην Ουάσιγκτον ήταν διάχυτη και οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: από τη μια, την κατά 48% αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων από τα μέσα του 2006, και, εξ αυτού του λόγου, την άνοδο του πληθωρισμού. Γεγονός που δένει τα χέρια εκείνων που θα ήθελαν μια πιο επιθετική επεκτατική πολιτική εναντίον της ύφεσης.

Από την άλλη, υπάρχει φόβος ότι η άνοδος του ρίσκου στις μετακινήσεις κεφαλαίου, γεγονός καθοριστικό, σύμφωνα με το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ), για την παγκόσμια ανάπτυξη, μπορεί να φέρει περιορισμό των κεφαλαιακών εισροών-εκροών και να οδηγήσει σε διεθνείς και μονιμότερες διαστάσεις την επικίνδυνη αμερικανική οικονομική επιβράδυνση.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που δεν έχει τύχει ιδιαίτερης προσοχής μέχρι τώρα, είναι η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, γεγονός που πλήττει τη ζήτηση και μπορεί να βαθύνει την κρίση. Προέρχεται από τη μείωση των υπερωριών και κυρίως την καταφυγή της οικονομικής δραστηριότητας στη μερική απασχόληση.

Εάν επιβεβαιωθούν οι φόβοι του ΔΝΤ και η κατάσταση χειροτερέψει, τότε το μόνο που μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα είναι μια... «νέα συμφωνία» (νιου ντιλ) και η επιστροφή των οικονομικών του Ρούσβελτ (Roosevelt). Σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε πριν λίγες μέρες στο ξενοδοχείο «Ουίλαρντ» της Ουάσινγκτον, υπό την αιγίδα του «ινστιτούτου Ρούσβελτ», οι εκτιμήσεις των ειδικών ήταν περισσότερο απαισιόδοξες για τις οικονομικές εξελίξεις.

Το πρόβλημα σύμφωνα με τους περισσοτέρους, όπως ο Μπομπ Κάτνερ (Bob Kuttner), ο Λάρι Μίσελ (Larry Mishel) ή ο Χάρολντ Μέιρσον (Harold Meyerson), είναι το μοντέλο ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας το οποίο, την τελευταία δεκαετία περίπου, βασίστηκε στην ανορθολογική διόγκωση των τιμών των μετοχών και των ομολογιών των επιχειρήσεων.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο για την επικαιρότητα του αμερικανικού φιλελευθερισμού του Ρούσβελτ δείχνουν ότι το 1% του πλουσιότερου πληθυσμού κατείχε πριν από 10 περίπου έτη το 10% του πλούτου, ενώ σήμερα το 23%! Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη της παραγωγικότητας όλα αυτά τα χρόνια μοιράζονται μεταξύ των πολύ υψηλών εισοδημάτων. Έτσι εξηγείται και η αντιφατική σημερινή εικόνα.

Εν τω μεταξύ, οι πιο αναχρονιστικές προτάσεις ακούγονται από τον γερουσιαστή Μακ Κέιν (McCain). Σε συνέντευξή του στο κανάλι «μπλούμπεργκ», υποστήριξε ότι οι φορολογικές απαλλαγές για τους πλούσιους πρέπει να μονιμοποιηθούν και να επεκταθούν, οι απερίσκεπτοι καταναλωτές να πληρώσουν μόνοι τους (!) τις συνέπειες των δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν και, ίσως το χειρότερο, να περικοπούν περαιτέρω όλων των ειδών οι κρατικές δαπάνες!

Η προοδευτική κληρονομιά της «κοινωνικής συμφωνίας» του Ρούσβελτ προτείνει αντιθέτως μια «νέα συμφωνία», βασικά χαρακτηριστικά της οποίας πρέπει να είναι:

  • η ανόρθωση της μεσαίας τάξης,
  • οι εκτεταμένες και εκλεπτυσμένες ρυθμίσεις του κράτους στις αγορές, ώστε οι τελευταίες να μην «παρεκτρέπονται» με υπερβολές
  • η τόνωση της ζήτησης για επενδύσεις σκληρών και μαλακών υποδομών με έμφαση στην εκπαίδευση και την καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και
  • η με κάθε μέσο ενίσχυση των χαμηλόμισθων, ώστε η εγχώρια κατανάλωση να βοηθήσει την οικονομική ανάκαμψη.

Στη σημερινή γλώσσα των Αμερικανών δημοκρατικών ριζοσπαστών του «κέντρου», ισχυροποίηση της μεσαίας τάξης σημαίνει ισχυροποίηση του έθνους και ισχυροποίηση της οικονομίας εις όφελος των μη προνομιούχων.

*Ο Θοδωρής Πελαγίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και υπότροφος καθηγητής του «Φουλμπράιτ» στα πανεπιστήμια «Κολούμπια» και CUNY των ΗΠΑ. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 2-5-2008. Το αναδημοσιεύουμε ύστερα από άδεια του συγγραφέα.

Friday, February 15, 2008

H συμμαχία της Χίλαρι δείχνει να ραγίζει

Από τον Τζόναθαν Βάισμαν

Για περισσότερο από ένα μήνα, οι συμμαχίες των Χίλαρι Ρόνταμ Κλίντον (Hillary Rodham Clinton) και του Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) ήταν σαφώς διακριτές -και ισοδύναμες: οι γυναίκες, οι Δημοκρατικοί της υπαίθρου και η λευκή εργατική τάξη της Κλίντον βάραιναν πάνω-κάτω όσο οι Αφροαμερικανοί, οι νέοι και οι εύποροι μορφωμένοι λευκοί του Ομπάμα.

Κι ύστερα ήρθαν οι εκλογές στη Βιρτζίνια και το Μέριλαντ.

Η πανωλεθρία της Κλίντον από τον Ομπάμα στις πολιτείες αυτές, ίσως να είναι μία ένδειξη πως η συμμαχία της αρχίζει να ραγίζει, τρεις εβδομάδες πριν φθάσει στα πιθανότατα πιο φιλικά για εκείνη εδάφη του Οχάιο και του Τέξας.

Στη Βιρτζίνια και το Μέριλαντ ο Ομπάμα επικράτησε στους άνδρες, στις γυναίκες, ακόμα και στους συνδικαλισμένους. Νίκησε στους εύπορους, μορφωμένους λευκούς των προαστίων, αλλά και στους Δημοκρατικούς της υπαίθρου και των κωμοπόλεων.

Η Σελίντα Λέικ (Celinda Lake), μία ανεξάρτητη Δημοκρατική δημοσκόπος, υπογραμμίζει πως η ταξική διάκριση που κάποτε οριοθετούσε τα στρατόπεδα των Ομπάμα και Κλίντον, μοιάζει σήμερα να ξεθωριάζει. Στη Βιρτζίνια, ο Ομπάμα επικράτησε ανάμεσα σε όσους έχουν εισόδημα κάτω των 50,000 δολαρίων το χρόνο με 26%· στο Μέριλαντ με 24%.

Η Κλίντον συνεχίζει να προσελκύει περισσότερες ψήφους λευκών γυναικών, αλλά το προβάδισμά της εκεί εκμηδενίζεται από την απήχηση του Ομπάμα στους λευκούς άνδρες. Ακόμα και οι ισπανόφωνοι, που συνεισέφεραν αποφασιστικά στις νίκες της γερουσιαστού της Νέας Υόρκης στη Νεβάδα και την Καλιφόρνια, μοιράστηκαν σχεδόν ισότιμα ανάμεσα στους δύο υποψηφίους στη Βιρτζίνια και το Μέριλαντ, έστω κι αν στις πολιτείες αυτές ήταν πολύ λιγότεροι.

«Είναι σαφές πως (ο Ομπάμα) διευρύνει τη συμμαχία του», αναφέρει η Λέικ. «Το ερώτημα είναι αν αυτό είναι ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει μερικές μικρές πολιτείες ή είναι κάτι ευρύτερο. Αν συμβαίνει το δεύτερο, το εκλογικό τοπίο θα αλλάξει άρδην».

Το επιτελείο της Κλίντον βασίζεται πια στην εργατική τάξη του Οχάιο και του Τέξας -που έχει και πολυάριθμους ισπανόφωνους- για να μπορέσει να σταματήσει στις 4 Μαρτίου το ανοδικό ρεύμα του Ομπάμα.

Ο Δημοκρατικός αντιπρόσωπος του Τέξας Τσετ Έντουαρντς (Chet Edwards) ανάφερε χθες πως οι Τεξανοί δεν πίστευαν πως η εσωκομματική τους εκλογή θα έπαιζε κάποιον σπουδαίο ρόλο, με αποτέλεσμα μόλις τώρα να αρχίζουν να ενδιαφέρονται γι' αυτή. Ο δε Δημοκρατικός γερουσιαστής του Οχάιο Σέροντ Μπράουν (Sherrod Brown) επιμένει πως ούτε η Κλίντον, ούτε ο Ομπάμα δε διαθέτουν σαφές προβάδισμα σε μία σκληρά δοκιμαζόμενη βιομηχανική πολιτεία, όπου οι ψηφοφόροι είναι σχεδόν πλήρως απορροφημένοι από τα οικονομικά τους προβλήματα.

«Οι ψηφοφόροι στην πολιτεία μου δε νοιάζονται για το ποιος κέρδισε στην 'Αιοβα, το Νιου Χαμσάιρ ή αυτήν την κατασκευή της "Ουάσιγκτον ποστ", την "προκριματική εκλογή του Πότομακ", που υποτίθεται πως είναι αντιπροσωπευτική ολόκληρης της Αμερικής... Η πολιτική συγκυρία δεν απασχολεί ιδιαίτερα μία μεσοαστική οικογένεια που τα βγάζει δύσκολα πέρα».

Για το επιτελείο του Ομπάμα όμως, ιδιαίτερα η προκριματική εκλογή της Βιρτζίνια, σηματοδοτεί μία καμπή στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ του υποψηφίου τους και της Κλίντον. «Μου φαίνεται πως όσο κερδίζει ο γερουσιαστής Ομπάμα, τόσο περισσότεροι άνθρωποι σπεύδουν να τον ενισχύσουν», μας δήλωσε ο συντηρητικός Δημοκρατικός αντιπρόσωπος της αγροτικής Βιρτζίνια Ρικ Μπούτσερ (Rick Boucher). «Υπερβαίνει τις κοινωνικές, πολιτικές και μορφωτικές κατηγορίες ήδη από τη νίκη του στην 'Αιοβα, και το κάνει σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό».

«Η πρόκληση για τον Μπάρακ Ομπάμα είναι να πείσει το μέσο πολίτη της εργατικής τάξης πως το μήνυμά του υπόσχεται μια αλλαγή στη ζωή τους», συνεχίζει ο Έντουαρντς, που εκλέγεται στο Ρεπουμπλικανικό κεντρικό Τέξας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αγρόκτημα του προέδρου Μπους (Bush) στο Κρόφορντ». «Αν το μήνυμά του είχε απήχηση στη Βιρτζίνια, δε βλέπω γιατί να μην έχει και στο Τέξας».

Από την άλλη, η νίκη του Ομπάμα στη Βιρτζίνια συνάντησε και δυσκολίες. Η Κλίντον κέρδισε στις περισσότερες αγροτικές περιοχές της πολιτείας, τις ορεινές κοινότητες της δυτικής Βιρτζίνια και τις κωμοπόλεις της κοιλάδας της νοιτοδυτικής Βιρτζίνια.

Αλλά δεν μπορούσε να στηριχτεί σε καμία άλλη περιοχή, καμία φυλή ή καμία κοινωνική ομάδα για να κερδίσει την πολιτεία, διευκρινίζει ο Δημοκρατικός αντιπρόσωπος της Βιρτζίνια Ρόμπερτ Σκοτ (Robert C. Scott), ένας υποστηρικτής του Ομπάμα που εκλέγεται σε μία εκλογική περιφέρεια που εκτείνεται από το Νιούπορτ Νιους έως το Ρίτσμοντ. Ο Ομπάμα συγκέντρωσε 18,000 ζητωκραυγάζοντες οπαδούς του στο συνεδριακό κέντρο της Βιρτζίνια Μπιτς -κι αμέτρητοι ακόμα δε χώρεσαν στην αίθουσα. Τούτη τη φορά όμως, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στο Νιου Χαμσάιρ και την Καλιφόρνια, αυτό το κύμα δε «ξεφούσκωσε» στην κάλπη.

Μέχρι τις 5:30 μ.μ. στην περιφέρεια του Σκοτ στο Νιούπορτ Νιους είχαν ήδη ψηφίσει τόσοι όσοι είχαν ψηφίσει όλη τη μέρα το Νοέμβριο του 2006, στη μάχη μεταξύ Τζέιμς Ουεμπ (James Webb) και Τζορτζ 'Αλεν (George Allen) για την εκλογή στη γερουσία -αριθμός που με τη σειρά του ήταν πολύ μεγαλύτερος από όσους είχαν ψηφίσει στις εκλογές του 2005 για επιλογή κυβερνήτη.

Ο Σκοτ όμως ενθουσιάστηκε από ένα άλλο στοιχείο: από το 56% των λευκών ανδρών που ψήφισαν Ομπάμα σύμφωνα με τα έξιτ-πολ.

«Αν καταφέρουμε να αποσπάσουμε σοβαρό τμήμα της ψήφου των λευκών ανδρών, τότε μπορεί να πάρουμε την πολιτεία το Νοέμβριο... Πιστεύουμε πως το 2008 η Βιρτζίνια μπορεί να ψηφίσει έναν Δημοκρατικό για πρόεδρο, για πρώτη φορά από το 1964».

Είναι φυσικά πολύ νωρίς για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της ανάκαμψης της Κλίντον. Ο Ταντ Ντιβάιν (Tad Devine), ένας Δημοκρατικός επικοινωνιολόγος, λέει πως η Κλίντον μπορεί ακόμα να διεκδικήσει το χρίσμα, αν μπορέσει να επικεντρώσει το δημόσιο ενδιαφέρον στα ζητήματα της οικονομίας, της υγείας, ή στον τρόπο λήξης του πολέμου στο Ιράκ, αν κοντολογίς πείσει τους ψηφοφόρους πως διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη να προσφέρει την αλλαγή που τόσο εύγλωττα τους υπόσχεται ο Ομπάμα.

«Χρειάζεται μία μεγάλη αντιπαράθεση για σοβαρά ζητήματα, όχι τσακωμούς για μικροπολιτικά και τακτικές», επαναλαμβάνει.

Ο Μπράουν τονίζει πως το Οχάιο θα το κερδίσει όποιος βρει σοβαρές προτάσεις για αλλαγή στην πορεία της οικονομίας που θα συγκινήσουν μία μεσαία τάξη που αισθάνεται παραμελημένη μετά από 8 χρόνια Ρεπουμπλικανικής διακυβέρνησης. Αλλά μέχρι στιγμής κανείς από τους δύο υποψηφίους δεν το έκανε αυτό.

Το βράδυ της προκριματικής εκλογής στη Βιρτζίνια και το Μέριλαντ, μπορούσε κανείς να αγγίξει σχεδόν την ανακούφιση των συντηρητικών Δημοκρατικών που έβλεπαν πως ο Ομπάμα μπορούσε πράγματι να αγγίξει τους ψηφοφόρους τους, τους λευκούς εργάτες και αγρότες που πολλοί έτρεμαν πως το φθινόπωρο του 2008 θα διέρρεαν μαζικά προς το Ρεπουμπλικανικό κόμμα.

«Δε φταίει η γερουσιαστής Κλίντον, αλλά σέρνει πίσω της τους διχασμούς της δεκαετίας του 1990», υποστηρίζει ο Έντουαρντς. «Ο κόσμος θέλει να γυρίσει σελίδα και να πάει στο επόμενο κεφάλαιο, αντί να ξαναδιαβάσει το ίδιο... Είναι άδικο ίσως για την ίδια, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα».

Ο Τζόναθαν Βάισμαν είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο Shifting Loyalties δημοσιεύτηκε στη Washington Post στις 15-02-2008.

Thursday, January 31, 2008

Seven Questions: Martin Feldstein on the “R” Word

By Foreign Policy

Interview with Martin Feldstein*

Is the global economy headed for a rough patch? With the world’s stock markets in turmoil, FP spoke with distinguished Harvard economist Martin Feldstein on what a U.S. recession would mean for America and the world.

Foreign Policy: Everyone is anxiously discussing the possibility that the U.S. economy is in a recession or that it will be soon. You wrote in December that the probability of a recession in 2008 has now reached 50 percent. Where do you stand now?

Martin Feldstein: Well, I think it’s higher. The negative evidence continues to accumulate, so I think there’s a greater than 50 percent chance that we are in recession now. It is not a sure thing, and it depends on what happens in both monetary and fiscal policy, but at this point there’s unfortunately a better than even chance that we will see the economy contract.

FP: And how bad do you think it could get?

MF: It could get worse than the typical recession because the usual channels for turning something like this around through monetary policy are going to be less effective now due to the problems of the credit markets. The housing decline is really very serious this time. You put those two together, and I think we could end up with something that’s deeper and longer than has traditionally been true. But it depends on the Fed, the White House, and Congress doing something to either prevent or dampen the magnitude of a downturn.

FP: Federal Reserve Chairman Ben Bernanke has come under a lot of fire for being slow to understand the scale of the subprime mortgage crisis. Even as late as May 2007, he said that he thought “the effect of the troubles in the subprime sector on the broader housing market will likely be limited.” Do you think he’s been fairly criticized for missing the boat?

MF: Well, he wasn’t the only one who didn’t see the magnitude of this or who came to it late. Remember, even as recently as December, the survey of private-sector forecasters done by the Wall Street Journal predicted an average growth rate of 2 percent from the end of 2007 to the end of 2008. And the average of these forecasters’ probability of a decline was something like 40 percent, up from 25 percent in the early summer or late spring. So, the Fed wasn’t very different from where the private forecasters were in underestimating the magnitude of what was happening both in the subprime market and more generally in the financial markets.

Bernanke’s speech on the 11th certainly indicates that he’s now made this his No. 1 priority. And when he came out subsequently and said the Fed needs help, that we need to have a large fiscal stimulus as well, that is an indication of how concerned he is about the inability of monetary policy alone to deal with what could be a very serious problem.


FP:
Oil prices are still hovering in the $90 to $100 per barrel range, and yet everyone’s still talking about subprime mortgages. If I had told you a year ago that oil prices would hit the $100 mark, wouldn’t you have thought that was enough to trigger a recession all on its own?

MF: In the post-World War II period, recessions have been preceded by a combination of increased oil prices and high interest rates. And we certainly got a dose of both of those this time. The Fed raised the federal funds rate from 1 percent to 6 percent, and oil prices tripled. So yes, I would have been worried that that combination alone, driven by the high oil prices, could have turned us down. In fact, I wrote a piece in the Wall Street Journal a couple of years ago, asking: Why did the jump in oil prices (that we had then observed—from roughly $20 to $60 a barrel) not push the economy into recession? And I answered that by saying: because there was this surge in home-equity borrowing that allowed individuals to increase their consumption faster than their incomes. I concluded by saying that if energy prices continue to increase, we cannot count on that kind of offset from higher consumer spending financed by mortgage borrowing.

FP: U.S. President George W. Bush has proposed a roughly $140 billion stimulus package that centers on one-time tax rebates. But George Mason University economist Russell Roberts says the very idea of an economic stimulus package is “like taking a bucket of water from the deep end of a pool and dumping it into the shallow end.” As he put it, “If you can make the economy grow, why wait for bad times?” So, is the idea of a stimulus package just political theater, or do you expect it to really help?

...συνεχίζεται στη σελίδα 2

*Martin Feldstein is professor of economics at Harvard University and president and CEO of the National Bureau of Economic Research. He was chairman of the Council of Economic Advisers under U.S. President Ronald Reagan.

Tuesday, January 8, 2008

Ετοιμαστείτε για μία εποχή κυριαρχίας των Δημοκρατικών!

By John B. Judis and Ruy Teixeira*

Το μεγάλο όνειρο του Καρλ Ρόουβ (Karl Rove) ήταν να είναι ο αρχιτέκτονας μίας Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας που θα ηγεμόνευε στην αμερικανική πολιτική για μια γενιά ή και περισσότερο. Καθώς όμως τα σημάδια της βασισμένης στο φόβο πολιτικής του σβήνουν, είναι οι Δημοκρατικοί που ξεπροβάλουν ως το μελλοντικό πλειοψηφικό κόμμα στη χώρα -κι ίσως για πολύ καιρό.

Πολλοί συντηρητικοί επέμεναν πως οι νίκες των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες κοινοβουλευτικές εκλογές του 2006 -και σε ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις του 2007- δεν ήταν παρά μία «παρένθεση».

Έτσι νομίζουν. Οι πολιτικές, ιδεολογικές, δημογραφικές και οικονομικές τάσεις οδηγούν όλες σε σταθεροποίηση της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών στο κογκρέσο, σε έλεγχο των περισσοτέρων πολιτειών από τους προοδευτικούς και -πιθανότατα- στο τέλος των πολλών δεκαετιών ελέγχου της προεδρικής εκλογής από τους Ρεπουμπλικάνους.

Αυτή η αλλαγή στις εκλογικές τάσεις οφείλεται στην απογοήτευση του εκλογικού σώματος από την διακυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990. Η παλιότερη συντηρητική πλειοψηφία, όπως εκφραζόταν από τους Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan) και Νιουτ Γκίνγκριχ (Newt Gingrich), στόχευε στην κατάργηση κάθε νομοθετικού περιορισμού στην επιχειρηματικότητα, στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών υπηρεσιών και στις περικοπές δημοσίων δαπανών.

Προς τα τέλη της προεδρίας Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton) όμως, είχαν πια διαμορφωθεί πλατιές πλειοψηφίες που ζητούσαν νομοθετική προστασία του περιβάλλοντος και των καταναλωτών και υπερασπίζονταν την αύξηση κρατικών δαπανών που να πιάνουν τόπο, στην υγεία π.χ. και την παιδεία.

Όπως ανακάλυψε κι ο ίδιος ο πρόεδρος Μπους (Bush) το 2005, το κοινό αποδοκίμαζε κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης.

Επιπλέον ένα αυξανόμενο μέρος του εκλογικού σώματος άρχισε να κουράζεται από την ταύτιση του «μεγάλου παλαιού Ρεπουμπλικανικού κόμματος» (GOP) με τους ζηλωτές της θρησκόληπτης δεξιάς. Ήδη από το 1992, οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι είχαν στρέψει την πλάτη στα μηνύματα της δόλιας και διχαστικής, ομιλίας περί «πολιτιστικού πολέμου» που εκφώνησε ο Πατ Μπιουκάναν (Pat Buchanan) στο εθνικό συνέδριο του GOP.

Οι προσπάθειες της θρησκόληπτης δεξιάς να καταργήσει τη διδασκαλία της θεωρίας της εξέλιξης ή τη χρηματοδότηση στην έρευνα στα βλάστοκύτταρα συνάντησαν ισχυρή αντίδραση, ακόμα και σε πολιτείες όπως το Κάνσας, όπου οι Δημοκρατικοί θεωρούνταν «τελειωμένοι».

Παράλληλα με την αλλαγή στη δημόσια εικόνα των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών, άλλαζαν και οι πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες γύρω από τα δύο στρατόπεδα, με τρόπο που να ωφελεί καταλυτικά τους Δημοκρατικούς.

Ακόμα και στις ημέρες της μεγαλύτερης ακμής του συντηρητισμού, οι Δημοκρατικοί υποστηρίζονταν πάντα από τους Αφροαμερικανούς, τους ισπανόφωνους κι ένα τμήμα της «λευκής» εργατικής τάξης (κυρίως μελών των συνδικάτων) που δεν είχαν αλλάξει κόμμα τη δεκαετία του 1980 και δεν είχαν γίνει «ριγκανικοί Δημοκρατικοί». Αυτές οι δυνάμεις ήταν αρκετές μεν για να σχηματίσουν μία κομματική βάση, όχι όμως για να κερδίσουν το κογκρέσο ή το Λευκό Οίκο.

Τις τελευταίες όμως δύο δεκαετίες δύο νέες πολυπληθείς κοινωνικές ομάδες προσχώρησαν στο Δημοκρατικό κόμμα, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να σχηματίσει μία ευρεία και μόνιμη εκλογική πλειοψηφία.

Πρώτον, οι γυναίκες, που αποτελούσαν παραδοσιακά ένα από τα μεγάλα εκλογικά όπλα των Ρεπουμπλικάνων -στις προεδρικές εκλογές του 1960 π.χ. είχαν προτιμήσει το υπαλληλικό σουλούπι του Ρίτσαρντ Νίξον (Richard M. Nixon) από τον εκθαμβωτικό Δημοκρατικό Τζον Κένεντι (John F. Kennedy.)

Τη δεκαετία του 1990 όμως, προβληματισμένες από τη θέρμη της προσέγγισης του GOP με τη θρησκόληπτη δεξιά και από την αντίθεση των συντηρητικών σε κάθε κοινωνική δαπάνη, άρχισαν να υπερψηφίζουν τους Δημοκρατικούς (ιδίως οι ανύπανδρες γυναίκες, οι εργαζόμενες, και οι απόφοιτοι κολεγίου).

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2000, το 63% των ανύπανδρων γυναικών ψήφισαν το Δημοκρατικό κόμμα, έναντι 35% που προτίμησε τους Ρεπουμπλικάνους. Το καλύτερο είναι πως οι γυναίκες πάνε να ψηφίσουν περισσότερο από τους άνδρες.

Δεύτερον, μετακινήθηκαν οι επαγγελματίες, οι πιο φανατικοί κάποτε υποστηρικτές των Ρεπουμπλικάνων (το 1960 είχαν δώσει 61% στον Ρίτσαρντ Νίξον, έναντι 38% στον Τζον Κένεντι). Καθώς οι επαγγελματίες (νοσοκόμοι, εκπαιδευτικοί, ηθοποιοί, αλλά και ιατροί, επιστήμονες, μηχανικοί) αντιπροσώπευαν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό της εργατικής δύναμης (από 7% τη δεκαετία του 1950 είναι σήμερα το 17% των εργαζομένων) γίνονται όλο και πιο «μπλε» (Δημοκρατικοί).

Στις τέσσερις προεδρικές εκλογές από το 1988 έως το 2000, οι επαγγελματίες έδωσαν κατά μέσο όρο στους Δημοκρατικούς υποψηφίους 52%, έναντι 40% στους Ρεπουμπλικάνους.

Ο λόγος: παραδοσιακά οι επαγγελματίες ασκούσαν «ελεύθερα» το επάγγελμά τους, λίγο-πολύ ως επιχειρηματίες. Αρχής όμως γενομένης από τη δεκαετία του 1990, πολλοί εξελίχτηκαν σε μισθωτούς, καθώς προσλαμβάνονταν από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και αλέθονταν από την ανεξέλεγκτη ελεύθερη αγορά.

Επιπλέον, ως μέλη των γενιών μετά το 1960, οι νέοι επαγγελματίες είχαν μεγαλώσει γιορτάζοντας την «ημέρα της Γης» και τα γενέθλια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (Martin Luther King) και θαυμάζοντας τον -προ 2000- Ραλφ Νέιντερ (Ralph Nader).

Αν όμως το εκλογικό σώμα στρέφεται προς τους Δημοκρατικούς, πώς γίνεται και οι Ρεπουμπλικάνοι εξακολουθούν να κρατούν το Λευκό Οίκο; Ο λόγος είναι η 11η Σεπτεμβρίου, που αναζωογόνησε την ταυτότητα του GOP της εποχής Ρέιγκαν ως του κόμματος της εθνικής ασφάλειας, ρόλου που είχε πέσει σε αχρηστία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το έθνος είχε πληγεί καίρια, και οι ψηφοφόροι που είχαν επηρεαστεί από τις τρομοκρατικές επιθέσεις υποστήριξαν τον Μπους και τους Ρεπουμπλικάνους στις εκλογές του 2002 και 2004, τις πρώτες μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις πρόσφεραν όμως στους Ρεπουμπλικάνους κι άλλο ένα πολιτικό όφελος: όπως συχνά συμβαίνει σε εποχές κρίσης, οι Αμερικάνοι στράφηκαν σε πιο συντηρητικές αντιλήψεις για τη ζωή και την οικογένεια. Η εναντίωση στις αμβλώσεις π.χ. γνώρισε μία πρόσκαιρη άνθηση μετά τις επιθέσεις του 2001, και όσοι δήλωναν πως «κάτω από τις παρούσες συνθήκες οι αμβλώσεις πρέπει να απαγορευτούν» αυξήθηκαν από 17% το 2002 σε 20% το 2002, σύμφωνα τους ετήσιους μέσους όρους των δημοσκοπήσεων της «γκάλοπ». Όσο πιο εσωστρεφείς γίνονται οι Αμερικάνοι, τόσο περισσότερο δυσπιστούν απέναντι στην κοινωνική καινοτομία και τον πειραματισμό.

Υπό τη ηγεσία του Ρόουβ οι Ρεπουμπλικάνοι αξιοποίησαν αυτά τα αισθήματα φόβου το 2002 και το 2004, χρησιμοποιώντας τα ως ανάχωμα στην προέλαση της Δημοκρατικής πλειοψηφίας.

Μετά τη νίκη του Μπους το 2004 όμως, τα μάγια της 11ης Σεπτεμβρίου άρχισαν να λύνονται. Το χάος του Ιράκ υπονόμευσε τη φήμη των Ρεπουμπλικάνων ως ικανών και αποφασιστικών υπέρμαχων της εθνικής ασφάλειας. Χωρίς νέες επιθέσεις της «αλ-κάιντα» στο εσωτερικό της χώρας, οι Αμερικάνοι συνέχισαν την αργή αλλά σταθερή τους πορεία προς μία λιγότερο παραδοσιακή, πιο ελευθεριάζουσα κοινωνία, μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία των νοικοκυριών έχει επικεφαλής ανύπανδρους άνδρες και γυναίκες. Η αύρα της 11ης Σεπτεμβρίου χανόταν, κι επανεμφανίστηκαν οι «βαθιές τάσεις» που είχαν πρωτοεμφανιστεί τη δεκαετία του 1990.

Το 2006, μία νέα Δημοκρατική συμμαχία -αποτελούμενη από γυναίκες, επαγγελματίες, μειονότητες, με την ενίσχυση των απογοητευμένων «ριγκανικών Δημοκρατικών»- ανακατέλαβαν το κογκρέσο. Το 2008 προορίζονται να πάνε ακόμα καλύτερα: απλά κοιτάξτε τους εκλογικούς χάρτες.

Η παλαιά συντηρητική Ρεπουμπλικανική πλειοψηφία βασίστηκε στους λευκούς ψηφοφόρους της «ζώνης της ηλιοφάνειας» και τους «ριγκανικούς Δημοκρατικούς» του βορρά. Η συμμαχία είχε αρχίσει να καταρρέει ήδη από το 1992: στις προεδρικές εκλογές εκείνου του έτους, η Δύση (συμπεριλαμβανομένης της Καλιφόρνια), ένα μεγάλο μέρος των μεσοδυτικών πολιτειών και των Μέσων Ατλαντικών πολιτειών (συμπεριλαμβανομένων της Πενσιλβάνια και του Νιου Τζέρσεϊ) είχαν αυτομολήσει στο Δημοκρατικό κόμμα.

Αρχής γενομένης της θριαμβευτικής εκλογής του Μπιλ Κλίντον, πολιτείες όπως η Καλιφόρνια, το Ιλινόι και το Νιου Τζέρσεϊ γίνονται όλο και πιο «μπλε». Εντωμεταξύ οι Δημοκρατικοί σταθεροποίησαν την κατάληψη των βορειοανατολικών πολιτειών και άρχισαν να έχουν επιτυχίες στις πολιτείες των Βραχωδών Ορέων, ακόμα και μερικές μεθοριακές πολιτείες του νότου. Η Βιρτζίνια, που ήταν άλλοτε προπύργιο των Ρεπουμπλικάνων, έχει ήδη εκλέξει δύο Δημοκρατικούς κυβερνήτες στη σειρά και φαίνεται αποφασισμένη να εκλέξει δύο Δημοκρατικούς στις δύο έδρες της γερουσίας που της αντιστοιχούν.

Στις βορειοδυτικά, όπου ο Ρόουβ ονειρευόταν να κατακτήσει την ψήφο των Αμερικανο-μεξικανών, οι Δημοκρατικοί αντεπιτέθηκαν αποτελεσματικά, υποβοηθούμενοι από αντι-μεταναστευτικές ακρότητες των Ρεπουμπλικάνων, θυμωμένους ελευθεριακούς μπουχτισμένους από την θρησκόληπτη δεξιά και μετριοπαθείς μεταγραφές από πολιτείες όπως η Καλιφόρνια. Στην Αριζόνα του Μπάρι Γκολντγουότερ (Barry Goldwater), ο Δημοκρατικός κυβερνήτης διανύει τη δεύτερη θητεία του και οι Δημοκρατικοί ελέγχουν το 50% των εδρών του πολιτειακού κογκρέσου.

Ή δείτε το Κολοράντο. Το 2000 ο Μπους κέρδισε την πολιτεία με 9 μονάδες διαφορά και το 2002 ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Ουέιν 'Αλαρντ (Wayne Allard) επανεξελέγη με άνεση. Αλλά το 2004 ο Μπους κέρδισε στην πολιτεία με 5 μονάδες μόνο διαφορά, ενώ οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τον έλεγχο αμφότερων των πολιτειακών νομοθετικών σωμάτων, και ο Δημοκρατικός Κεν Σαλαζάρ (Ken Salazar) εξελέγη ανέλπιστα στη γερουσία. Το 2006 οι Δημοκρατικοί διεύρυναν τον έλεγχό τους στα πολιτειακά νομοθετικά σώματα κι εξέλεξαν πανηγυρικά τον Μπιλ Ρίτερ (Bill Ritter Jr) στη θέση του κυβερνήτη. Του χρόνου έχουν σοβαρές ελπίδες να εκλέξουν έναν ακόμα γερουσιαστή.

Απέναντι σε αυτήν την μπλε πλημμυρίδα, ο «βαθύς νότος» και μερικές αραιοκατοικημένες αγροτικές ή ορεινές πολιτείες παραμένουν αμετάκλητα Ρεπουμπλικανικές. Αλλά το GOP δεν μπορεί πλέον να θεωρεί καμία πολιτεία ως δεδομένη. Στο Ρεπουμπλικανικό προπύργιο του Κάνσας, ο κυβερνήτης, ο αναπληρωτής κυβερνήτης, και ο γενικός εισαγγελέας είναι Δημοκρατικοί.

Ένα από τα κλειδιά αυτής της πολιτικής στροφής είναι η ανάπτυξη των μεταβιομηχανικών αστικών κέντρων, περιοχών που συνδυάζουν τα καλά της πόλης και του προαστίου και που λειτουργούν ως κέντρα καινοτόμων ιδεών και υπηρεσιών και που προσελκύουν ακριβώς τους επαγγελματίες και τις μειονότητες, τις κοινωνικές δηλαδή ομάδες που στρέφονται πιο αποφασιστικά προς το Δημοκρατικό κόμμα. Στις περιοχές αυτές συγκαταλέγονται το μείζον Λος 'Αντζελες (όπου ο τομέας της ψυχαγωγίας απασχολεί πια περισσότερους εργαζόμενους από ό,τι η αεροπλοΐα), αλλά και το Σιάτλ, το Σικάγο, τη Βοστόνη, ακόμα και το Όστιν, στην ιδιαίτερη πατρίδα του Μπους.

Πείτε της «ιδεοπόλεις» και βάψτε τες από τώρα μπλε. Η υπεροχή της Δημοκρατικής ψήφου στα μεταβιομηχανικά προάστια της Βιρτζίνια είναι π.χ. ο βασικός λόγος της ανάκαμψης των Δημοκρατικών στην «παλαιά επικράτεια».

Η αλήθεια είναι πως η άνοδος του Δημοκρατικού κόμματος δεν μεταφράζεται σε απογραφικά στοιχεία. Στις περισσότερες πολιτείες, ο πληθυσμός των εκλογέων που αυξάνει ταχύτερα είναι εκείνος των «ανεξαρτήτων». Πολλοί όμως ανάμεσά στους «ανεξάρτητους» αυτούς έχουν τις ίδιες κεντρώες-κεντροαριστερές απόψεις με τους Δημοκρατικούς -ίσως με περισσότερη έμφαση στη χρηστή διακυβέρνηση και την «σφιχτή» διαχείριση. Η αριστερόστροφη κλίση των «ανεξαρτήτων» εντάθηκε από την αποτυχία του πολέμου στο Ιράκ και τα Ρεπουμπλικανικά σκάνδαλα. Το 2006 οι «ανεξάρτητοι» υπερψήφισαν σε εθνικό επίπεδο το Δημοκρατικό κόμμα κατά 57%, έναντι 39% για το GOP.

Οι τάσεις αυτές φαίνεται να δίνουν στο Δημοκρατικό κόμμα αποφασιστικό πλεονέκτημα για τα επόμενα δέκα χρόνια, ίσως και περισσότερο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως θα ξαναδούμε πελώριες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες του τύπου της εποχής του «νιου ντιλ», ούτε πως οι προεδρικές εκλογές είναι «τελειωμένες». Οι πρόεδροι επιλέγονται και με βάση τον (υποτιθέμενο) χαρακτήρα τους και τις ηγετικές τους ικανότητες, όχι αποκλειστικά για το πρόγραμμά τους ή το κόμμα τους.

Είναι ως εκ τούτου απολύτως πιθανό να έχουμε το 2009 Δημοκρατικό κογκρέσο και Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο. Είναι όμως ακόμα πιο πιθανό οι Ρεπουμπλικάνοι, που πέρασαν μία ευτυχισμένη περίοδο μετά την εκλογή Μπους κι ονειρεύονταν να κυριαρχήσουν για πάντα στην αμερικανική πολιτική, να έχουν μπροστά τους μία εποχή ισχνών αγελάδων.

John B. Judis είναι αρχισυντάκτης στο περιοδικό «New Republic». Ο Ruy Teixeira είναι Δημοκρατικός πολιτικός αναλυτής. Το άρθρο τους με τίτλο Get Ready for a Democratic Era δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Washington Post στις 23 - 12 - 2007. Η μετάφραση ανήκει στην ομάδα του PPOL.

Saturday, January 5, 2008

Grow up? Not so fast

By Lev Grossman

Michele, Ellen, Nathan, Corinne, Marcus and Jennie are friends. All of them live in Chicago. They go out three nights a week, sometimes more. Each of them has had several jobs since college; Ellen is on her 17th, counting internships, since 1996. They don't own homes. They change apartments frequently. None of them are married, none have children. All of them are from 24 to 28 years old.

Thirty years ago, people like Michele, Ellen, Nathan, Corinne, Marcus and Jennie didn't exist, statistically speaking. Back then, the median age for an American woman to get married was 21. She had her first child at 22. Now it all takes longer. It's 25 for the wedding and 25 for baby. It appears to take young people longer to graduate from college, settle into careers and buy their first homes. What are they waiting for? Who are these permanent adolescents, these twentysomething Peter Pans? And why can't they grow up?

Everybody knows a few of them--full-grown men and women who still live with their parents, who dress and talk and party as they did in their teens, hopping from job to job and date to date, having fun but seemingly going nowhere. Ten years ago, we might have called them Generation X, or slackers, but those labels don't quite fit anymore. This isn't just a trend, a temporary fad or a generational hiccup. This is a much larger phenomenon, of a different kind and a different order.

Social scientists are starting to realize that a permanent shift has taken place in the way we live our lives. In the past, people moved from childhood to adolescence and from adolescence to adulthood, but today there is a new, intermediate phase along the way. The years from 18 until 25 and even beyond have become a distinct and separate life stage, a strange, transitional never-never land between adolescence and adulthood in which people stall for a few extra years, putting off the iron cage of adult responsibility that constantly threatens to crash down on them. They're betwixt and between. You could call them twixters.

Where did the twixters come from? And what's taking them so long to get where they're going?
Some of the sociologists, psychologists and demographers who study this new life stage see it as a good thing.

The twixters aren't lazy, the argument goes, they're reaping the fruit of decades of American affluence and social liberation. This new period is a chance for young people to savor the pleasures of irresponsibility, search their souls and choose their life paths.

But more historically and economically minded scholars see it differently. They are worried that twixters aren't growing up because they can't. Those researchers fear that whatever cultural machinery used to turn kids into grownups has broken down, that society no longer provides young people with the moral backbone and the financial wherewithal to take their rightful places in the adult world. Could growing up be harder than it used to be?

The sociologists, psychologists, economists and others who study this age group have many names for this new phase of life--"youthhood," "adultescence"--and they call people in their 20s "kidults" and "boomerang kids," none of which have quite stuck. Terri Apter, a psychologist at the University of Cambridge in England and the author of The Myth of Maturity, calls them "thresholders."

Ολόκληρο το άρθρο του Lev Grossman , όπως αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Time , στις 16 - 1 - 2005, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Friday, November 2, 2007

Στοχευμένη φορολόγηση

Από τον Lanny Davis

Το σύνολο σχεδόν των φόρων που καταβάλουν οι Αμερικανοί, είτε πρόκειται για το φόρο εισοδήματός τους είτε για τους εταιρικούς τους φόρους, καταλήγουν στα ταμεία του κράτους, από όπου κατανέμονται στους διαφόρους «κωδικούς» του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.

Αντ' αυτού, ίσως να ήταν καλύτερα αν η φορολόγηση ακολουθούσε ένα εναλλακτικό υπόδειγμα, εκείνο της «στοχευμένης φορολόγησης» ή του «φόρου για ειδικό σκοπό».

Αντί δηλαδή να σπαταλούμε τα λεφτά των φορολογουμένων για να φτιάχνουμε γέφυρες που δεν οδηγούν πουθενά κι άλλες ψηφοθηρικές δαπάνες, θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε θεσμικά πως οι πόροι των φορολογουμένων θα χρησιμοποιούνται σε σκοπούς προαποφασισμένους και γνωστούς εκ των προτέρων.

Ένας πρακτικός τρόπος για να γίνει αυτό είναι να δημιουργηθούν «κεφάλαια καταπιστεύματος» (trust funds) όπου θα κατατίθενται οι συλλεγμένοι φόροι ανάλογα με το σκοπό τους.

Η πολιτική αυτή θα χρειαστεί να θωρακισθεί νομικά (να προβλέπονται ποινές για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή τις πολιτείες που κάνουν ανάληψη από ένα ταμείο και χρησιμοποιούν τα χρήματα των φορολογουμένων για αλλότριους σκοπούς).

Αυτό ίσως να επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον εφόσον το αποφασίσει το κογκρέσο και η βουλή των αντιπροσώπων με ειδική πλειοψηφία 2/3.

Η ιδέα του «στοχευμένου φόρου» δεν είναι νέα. Αυτό που είναι νέο είναι η ιδέα της επέκτασής του ώστε να κυριαρχήσει στους κρατικούς και πολιτειακούς προϋπολογισμούς και τις δημόσιες επενδύσεις.

Ήδη επί προεδρίας Αιζενχάουερ (Eisenhower) είχαμε το «ταμείο εθνικής οδοποιίας» (FHT), στο οποίο κατατίθενται δισεκατομμύρια δολάρια από τη φορολόγηση καυσίμων, και που επί πολλές δεκαετίες χρηματοδοτούσε αποκλειστικά την κατασκευή διαπολιτειακών εθνικών οδών.

Μόνο τα τελευταία χρόνια, και παρά τις μεγάλες αντιδράσεις του λόμπι των κατασκευαστών οδών, ένα μέρος των εισπράξεων του FHT χρηματοδότησε την ανάπτυξη μέσων μαζικής μεταφοράς.

Οι δημοσκοπήσεις συνηγορούν καταλυτικά υπέρ της «στοχευμένης φορολόγησης».

Όταν το κοινό ερωτάται γενικά αν υποστηρίζει την αύξηση της φορολόγησης ώστε να χρηματοδοτηθούν οι κυβερνητικές πολιτικές, απαντά συνήθως κατά πλειοψηφία πως όχι.

Αν όμως το ίδιο δείγμα ερωτηθεί αν θα υποστήριζε τη φορολόγησή του ώστε να χρηματοδοτηθεί ένας συγκεκριμένος σκοπός, όπως π.χ. η οικοδόμηση σχολείων ή η αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών, οι συσχετισμοί μεταξύ του «ναι» και του «όχι» ανατρέπονται δραματικά.

Η πλειοψηφία δέχεται να φορολογηθεί εφόσον γνωρίζει πού πάνε τα λεφτά της.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης του Μέριλαντ Μάρτιν Ο' Μάλεϊ (Martin O’Malley) εισηγήθηκε ένα πρόγραμμα φοροαπαλλαγών, μείωσης δαπανών, αλλά και αύξησης φόρων, με σκοπό να μηδενίσει το έλλειμμα του 1.7 δις δολαρίων (1.2 δις ευρώ) που κληρονόμησε από τον Ρεπουμπλικάνο προκάτοχό του Ρόμπερτ Έρλικ (Robert Ehrlich).

Ένα από τα ζωτικά στοιχεία του προγράμματός του, είναι πως περιλαμβάνει έναν «στοχευμένο φόρο»: αυξάνει τη φορολογία των επιχειρήσεων κατά 1% για να χρησιμοποιήσει τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα σε επιδοτήσεις των ανώτατων σπουδών, ώστε να κρατηθούν χαμηλά τα δίδακτρα, σε μέσα μαζικής μεταφοράς και σε βελτίωση των υποδομών.

Επιπροσθέτως, ο κυβερνήτης Ο' Μάλεϊ αυξάνει κι άλλους φόρους, όπως την άδεια κυκλοφορίας των ΙΧ αυτοκινήτων (αύξηση κατά 1%) αλλά και αποφασίζει πως θα αξιοποιήσει τον πολιτειακό φόρο στη βενζίνη για να χρηματοδοτήσει επείγουσες ανάγκες στη μαζική μεταφορά.

Μένει να δούμε αν τα νομοθετικά σώματα του Μέριλαντ θα επιβάλουν την ασφαλιστική δικλείδα της «ειδικής πλειοψηφίας» προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικές παρεκβάσεις των πόρων αυτών προς δαπάνες άσχετες με την εκπαίδευση ή τις μαζικές μεταφορές.

Πάντως από τη στιγμή που ο αμερικανικός λαός πειστεί πως ο νόμος εξασφαλίζει πως δε θα υπεξαιρεθούν τα χρήματά του, η λαϊκή υποστήριξη προς αυτό το νέο τρόπο φορολογίας θα αυξηθεί αποφασιστικά.

Έτσι θα ήταν δυνατό να προχωρήσουμε σε πιο προοδευτική φορολογία και σε μεγαλύτερη φορολόγηση των πλουσιότερων φορολογουμένων.

Ιδού ορισμένα «ταμεία καταπιστεύματος» στα οποία θα μπορούσαν να κατατίθενται ορισμένοι «στοχευμένοι φόροι» και που αντανακλούν τις προτεραιότητες της πλειοψηφίας των Αμερικανών.

  • Ένα ταμείο εκπαίδευσης, που θα χρηματοδοτεί το κτίσιμο νέων σχολείων, την αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών, την επέκταση του προγράμματος «έγκαιρο ξεκίνημα», που προσφέρει ενισχυτική διδασκαλία στους μη-προνομιούχους και τους φτωχούς, και την έκπτωση των διδάκτρων από τη φορολόγηση της μεσαίας τάξης.

  • Ένα ταμείο υγείας που θα εγγυηθεί ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλισης και παροχής υγείας για όλους τους Αμερικανούς, ιδίως όσους βρίσκονται χαμηλότερα στην κοινωνική κλίμακα. Θα μπορούσε επίσης να γίνει χρήση φορολογικών εργαλείων για επιδότηση ιδιωτικών παροχέων υπηρεσιών υγείας που θα μειώνουν τα εξέταστρά και τα νοσήλιά τους.

  • Ένα ταμείο μαζικής μεταφοράς και περιβάλλοντος που θα χρηματοδοτούσε τα μέσα μαζικών μεταφορών και τις περιβαλλοντικές υποδομές. Οι πόροι του θα μπορούσαν να συντηρήσουν τις παρακμάζουσες γέφυρες και τις εθνικές μας οδούς, να επεκτείνουν εναλλακτικά μέσα μαζικών μεταφορών και να επιδοτούν επενδύσεις και τεχνολογικές καινοτομίες για καθαρότερο αέρα και νερό.

  • Ένα ταμείο ενεργειακής ανεξαρτησίας που θα χρηματοδοτεί την ανεξαρτησία από το ξένο πετρέλαιο κι εναλλακτικές πηγές καθαρής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των «συνθετικών καυσίμων» -που μετατρέπουν το κάρβουνο σε βενζίνη, ντίζελ, καύσιμα για αεροσκάφη και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα, και που όπως υποστηρίζει ο κυβερνήτης της Μοντάνα Μπράιαν Σβάιτσερ (Brian Schweitzer) έχουν γίνει συμφέροντα με τις σημερινές τιμές του πετρελαίου, αλλά και περιβαλλοντικά καθαρή πυρηνική ενέργεια, ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια. Όπως έγραψε ο Τομ Φρίντμαν (Tom Friedman) χωρίς ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών από το ξένο πετρέλαιο, δεν μπορούμε να μιλάμε να αποκατάσταση της, κλονισμένης τα τελευταία χρόνια, πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας μας.

Υπάρχουν φυσικά και άλλες προτεραιότητες για δημόσιες επενδύσεις, με πόρους που θα προέρχονταν από «στοχευμένους φόρους»:

  • η αναδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης,

  • ένα γενναιόδωρο «σχέδιο Μάρσαλ» για τους εργαζόμενους που οι θέσεις εργασίας τους απειλούνται από τη μετακίνηση των επιχειρήσεων στο εξωτερικό και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες, και

  • η καθιέρωση της «πολιτικής θητείας» στο πλαίσιο της οποίας όλοι οι απόφοιτοι λυκείου θα πρέπει να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο ορισμένες υπηρεσίες για ένα ή δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή τους.

Από τη στιγμή που αποδεχτούμε την αρχή της στοχευμένης φορολόγησης, θα είναι πολιτικά πιο εφικτό να περάσουμε φορολογικές αυξήσεις για να χρηματοδοτήσουμε προγράμματα όπως τα παραπάνω, αλλά και για να αντιμετωπίσουμε ενδεχόμενες μελλοντικές προκλήσεις.

Ο Lanny Davis είναι στέλεχος εταιρείας παροχής δικαστικών υπηρεσιών και στέλεχος του Δημοκρατικού κόμματος . Η ιδέα του περί Targeted Tax δημοσιεύτηκε στο Ideas Primary. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από την ομάδα του PPOL όπου και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά.