Tuesday, March 18, 2008

Η ελληνική συνταξιολαγνεία

Δημιουργείται σ' ένα περιβάλλον ήσσονος προσπάθειας καθώς, καθώς οι προοπτικές είναι ανύπαρκτες

Από τον Τάκη Καμπύλη*

Στην οικονομική θεωρία είναι γνωστή ως «trade of favour» ή- σε ελεύθερη απόδοση στα δικά μας- «οικονομία της αλληλοεξυπηρέτησης». Είναι το κλίμα που θα συναντήσει σύντομα, αναζητώντας δουλειά, ο Γιώργος Κ. ο οποίος μετά από τις σπουδές σε ένα μικρό - αλλά ανώτατο - ΤΕΙ και ένα μεταπτυχιακό - ελέω κομματικής νεολαίας - σε επίσης μικρό Πανεπιστήμιο είναι έτοιμος για εργασία. Μπαίνοντας στην αγορά το πρώτο που θα αντιληφθεί είναι ότι δεν έχει άλλη επιλογή παρά να εργαστεί όπου βρει, προσωρινά ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο.

Ο Γιώργος δεν πολυπαρακολουθεί τη συζήτηση για το ασφαλιστικό. Δεν τον αφορά. Όχι επειδή είναι νέος αλλά επειδή το ασφαλιστικό έχει να κάνει με μια αγορά εργασίας από το χτες και όχι για το αύριο. Ακούει για 30 ή και 40 χρόνια εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή σε παρεμφερή κλάδο και γελάει. Ακούει για διαδοχικές ασφαλίσεις και θυμώνει. Για τη γενιά του το ζήτημα είναι η διαδοχική εργασία.

Καμπανάκι

Τουλάχιστον εδώ και μια 10ετία έχει χτυπήσει το καμπανάκι που θέλει την αγορά εργασίας να αλλάζει σημαντικά. Από τον εφεδρικό στρατό του part-time στην flexicurity (από το «ευέλικτη» και το «ασφαλής») εργασία που προϋποθέτει μια στοιχειώδη λειτουργία πρόνοιας, διαφορετικά ο Γιώργος Κ. θα κολυμπάει μόνος του ανάμεσα στους καρχαρίες.

Όπως άλλωστε σημειώνει ο Μάνος Ματσαγγάνης (καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο) «ο συνδυασμός της αστάθειας στην αγορά εργασίας και της κοινωνικής προστασίας βασισμένης στη σταθερή απασχόληση σε καλές δουλειές παράγει ρήγματα μεταξύ των βολεμένων “από μέσα” και των επισφαλών “απ’ έξω”».

Η πρώτη διαφορά του Γιώργου με τον αντίστοιχο George από την Αγγλία είναι περίπου 300 λίρες μηνιαίως. Όπως εξηγεί ο Θοδωρής Πελαγίδης (καθηγητής οικονομίας, Πανεπιστήμιο Πειραιά) στις νέες συνθήκες εργασίας η «εγγύηση από πλευράς κοινωνίας ότι ο κάθε Γιώργος θα έχει επιλογές στην πρώτη του νεότητα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική.

Για παράδειγμα ο George μόλις τελειώσει τις σπουδές του έχει από το αγγλικό Ταμείο Αρωγής περίπου 6.000 ευρώ. Ετσι ο George είτε μπορεί να συνεχίσει με ένα διδακτορικό οπότε στην αγορά εργασίας θα ξεκινήσει με 1.000 ευρώ (έναντι 700 του Γιώργου) είτε θα χρησιμοποιήσει αυτό το μικρό κεφάλαιο για να ξεκινήσει μια δική του επιχείρηση».

Όμως, η μεγάλη βασική διαφορά του George από τον Γιώργο είναι σύμφωνα με τον Θοδωρή Πελαγίδη αλλού: «Η μεγάλη συνταξιολαγνεία που έχει αναπτυχθεί στην ελληνική κοινωνία οφείλεται στο γεγονός ότι δύσκολα θα βρεθεί Έλληνας που να είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του.

Στην ελληνική αγορά εργασίας το “trade favour” (οικονομία της αλληλοεξυπηρέτησης) επικρατεί χωρίς όρους. Η έννοια της “καριέρας” ως δημιουργική αναπαράσταση της εργασίας είναι ξένο σώμα για την πλειονότητα των Ελλήνων εργαζομένων.

Ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα οι απογοητεύσεις ταλαντούχων και ελπιδοφόρων νέων είναι όλο και πιο συχνές. Για παράδειγμα στον τραπεζικό τομέα όλο και περισσότερα δυναμικά στελέχη απογοητεύονται όταν αντιλαμβάνονται ότι από ένα σημείο και μετά οι καλές θέσεις είναι μοιρασμένες μεταξύ “κολλητών” ή μεταξύ όσων έχουν προσβάσεις σε “παρέες” και “ομάδες”».

Φυγή

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο -σύμφωνα με τον Θ. Πελαγίδη- «ότι υπάρχει μια έντονη φυγή από την αγορά εργασίας από ομάδες που πλήττονται περισσότερο από τις όλο και πιο άγριες συνθήκες: Δείτε για παράδειγμα τις γυναίκες. Είναι πολύ πιο ευάλωτες στην αγορά εργασίας και χειρότερα αμειβόμενες από τους άντρες και μάλιστα οι περισσότερες σε θέσεις εργασίας χωρίς δυνατότητα προοπτικών-καριέρας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ιδιαίτερα ανάμεσα στις γυναίκες επικρατεί η λογική της σύνταξης ως προτεραιότητα ήδη από την ηλικία των 45-50 χρόνων».

Όταν ο Γιώργος φθάσει στη δεύτερη νεότητα, δηλαδή ανάμεσα στα 30 και στα 35 του χρόνια θα χρειαστεί μία ακόμη ένδειξη κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι υποχρεώσεις του στο μεταξύ έχουν αυξηθεί αλλά η αγορά εργασίας όλο και περισσότερο θα αλληθωρίζει για νεότερους (και φθηνότερους) εργαζόμενους. «Σ’ αυτή την κρίσιμη φάση στη ζωή όλων των εργαζομένων, λέει ο Θ. Πελαγίδης έχει νόημα να υπάρχει ένας μηχανισμός υποδοχής απολυμένων ή ανθρώπων σε κατάσταση αδυναμίας, ώστε με την ανάλογη επιμόρφωση να μπορούν να ελιχθούν με τη σειρά τους στην αγορά εργασίας».

Τελικά η δημοσιοϋπαλληλική αντιμετώπιση της εργασίας απλώς στρέφει τις ελπίδες είτε στη «μαύρη αγορά εργασίας» είτε στη σύνταξη ως μόνη ευχάριστη προοπτική.

Στρεβλή αντιπροσώπευση των εργαζομένων στα συνδικάτα

Στην Ιταλία, τη Σουηδία, το Βέλγιο και την Ολλανδία τα συνδικάτα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διευθέτηση του ασφαλιστικού ζητήματος. Οχι όμως και στην Ελλάδα. Όπως εξηγεί ο Μάνος Ματσαγγάνης, «το κύριο πρόβλημα με τα συνδικάτα της χώρας μας είναι η στρεβλή αντιπροσώπευση των εργαζομένων από αυτά. Η αναντιστοιχία έχει διάφορες διαστάσεις:

Μεταξύ κλάδων της οικονομίας: η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ ελέγχουν 28% των συνέδρων, 29 στα 45 μέλη Δ.Ε. της ΓΣΕΕ, 9 στα 15 μέλη Ε.Γ. και 6 στα 8 μέλη του προεδρείου (στοιχεία 2007), παρότι οι κλάδοι των τραπεζών και της κοινής ωφέλειας απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ). Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 10%.

Μεταξύ των δύο φύλων: 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η αναλογία τους στη Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992 - 2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Το 2001 υπήρχε μία μόνο γυναίκα (επί 45 μελών!) στη Δ.Ε. της ΓΣΕΕ.

Μεταξύ εθνικών ομάδων: με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμία άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν κατάφερε (ή δεν προσπάθησε;) να οργανώσει τους ξένους εργάτες ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε Δ.Σ. ομοσπονδίας.

Όλα αυτά έχουν δύο κρίσιμες συνέπειες. Πρώτον, η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή όλο και λιγότερο να μοιάζει με την εικόνα του μέσου μισθωτού. Δεύτερον, μια μεταρρυθμιστική πολιτική να μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα των μισθωτών, χωρίς να αποσπά την έγκριση της ΓΣΕΕ».

Ο Τάκης Καμπύλης είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 15-3-2008.

Sunday, March 16, 2008

Η Ελλάδα και οι Ιταλία πατώνουν στις μεταρρυθμίσεις

Από τη Λουτσία Κουμπόσοβα

Σύμφωνα με την νέα κατάταξη που δημοσίευσε η λονδρέζικη δεξαμενή σκέψης κέντρο ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης» (CER), οι χώρες που πέρσι προσέγγισαν περισσότερο τους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η Αυστρία, η Ολλανδία κι η Εσθονία.

Σύμφωνα με την έκθεση, που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2008, η Ελλάδα και η Ιταλία πατώνουν στη σχετική κατάταξη, με πενιχρές επιδόσεις στους περισσότερους τομείς πολιτικής... Τις ακολουθούν η Μάλτα, η Πολωνία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

Η έκθεση, που τιτλοφορείται «8ος έλεγχος της στρατηγικής της Λισσαβώνας» συγκρίνει τις επιδόσεις των 27 κρατών-μελών της ΕΕ στους τομείς πολιτικής που η ΕΕ καθιέρωσε το 2000, με σκοπό να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της.

Όπως και πέρσι, έτσι και φέτος, η Δανία και η Σουηδία εμφανίζουν υψηλότατες επιδόσεις, ιδίως στην κοινωνική ισότητα, τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας τους, την προστασία του περιβάλλοντος και την καινοτομία.

Παρ' όλα αυτά, εξαιτίας της χαμηλής αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος της Δανίας από το 2000 κι εντεύθεν (ανώτερης μόνον εκείνης της Ιταλίας και της Πορτογαλίας), αλλά και της υψηλής ανεργίας των νέων στη Σουηδία, οι δύο σκανδιναβικές χώρες δεν συμπεριλήφθηκαν εφέτος στους «ήρωες» της ΕΕ (όπως ονομάζει το CER τις χώρες που βελτίωσαν περισσότερο τις επιδόσεις τους πέρσι).

Η 3η στην κατάταξη Αυστρία και η 4η Ολλανδία, θεωρούνται ως οι χώρες που βελτιώθηκαν περισσότερο σε σχέση με πέρσι (η Βιέννη κυρίως για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και την αύξηση της απασχόλησης).

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης «η Ολλανδία είναι από πολλές απόψεις η πιο πετυχημένη ευρωπαϊκή οικονομία... χάρη στο "μοναδικό" συνδυασμό υψηλής παραγωγικότητας, μικρής ανεργίας και υψηλού ΑΕΠ/κάτοικο» -του τρίτου στην ΕΕ, μετά το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία.

Η Εσθονία είναι πρωταθλήτρια στον όμιλο των νέων κρατών-μελών (που εντάχθηκαν στην ΕΕ μετά το 2004), κι ανέβηκε 4 θέσεις στη γενική κατάταξη μέσα σε ένα χρόνο, χάρη κυρίως στην «ταχύτατη ανάπτυξή της μετά το 2000» και τις προσπάθειες που κατέβαλε το Ταλίν στη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας και την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας.

Η Βρετανία εξακολουθεί να έχει τις καλύτερες επιδόσεις ανάμεσα στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ (το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία κι η Ισπανία μαζί αντιπροσωπεύουν το 75% του ΑΕΠ της ΕΕ). Πάντως η Βρετανία υποχώρησε στη γενική κατάταξη, ενώ η Γερμανία και η Γαλλία βελτίωσαν τη θέση τους, χάρη κυρίως στις μεταρρυθμίσεις τους στην αγορά εργασίας.

Αντιθέτως, η Ιταλία διακρίνεται για την αργοπορία της. «Το 1997, η Ιταλία ήταν πλουσιότερη από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δέκα χρόνια αργότερα έχει μείνει πολύ πίσω τους (σε ό.τι αφορά το κατά κεφαλήν εισόδημα)», τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.

«Η Ιταλία θα πρέπει να ανασηκώσει τα μανίκια, αν δε θέλει να χάσει κι άλλο έδαφος σε ό,τι αφορά την σχετική της ευημερία εντός της ΕΕ. Σε όλους σχεδόν τους δείκτες φέρνει μέτρια αποτελέσματα, καταλαμβάνοντας τελικά την 23η θέση» καταλήγει η έκθεση.

Εκτός από τη Ρώμη, η άλλη δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα που επικρίνεται με δριμύτητα στην έκθεση, είναι η Αθήνα: η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται στος «μπαγαπόντηδες» (όπως χαρακτηρίζει η έκθεση τους αντίποδες των «ηρώων») περισσότερες φορές από κάθε άλλο κράτος-μέλος, σε πλήθος δεικτών.

«Οι Έλληνες αδυνατούν περισσότερο από κάθε άλλον να προσαρμοστούν στις νέες τεχνολογίες, και η βραχυκυκλωμένη τους εκπαίδευση δείχνει πως αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει γρήγορα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι από τις πιο απρόθυμες που είχε ποτέ η ΕΕ στο να απελευθερώσουν τις αγορές προϊόντων, ενώ η χώρα έχει από τα χειρότερα περιβάλλοντα στην ΕΕ για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας».

Η Lucia Kubosova είναι δημοσιογράφος. To άρθρο Greece and Italy named «villains» of EU reform agenda δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα EU Observerστις 15-03-2008. Η μετάφραση ανήκει στο PPOL.

Thursday, March 13, 2008

Οι άφωνοι νέοι και το ασφαλιστικό

Από τον Πάσχο Μανδραβέλη / pmandravelis@kathimerini.gr

Πολλοί, μεταξύ αυτών και ο γράφων, γκρινιάζαμε για το γεγονός ότι η συζήτηση περί της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης γίνεται χωρίς στοιχεία και αριθμούς. Γράφαμε σχετικά: «Οφείλει το υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων να κάνει ένα δικτυακό χώρο, όπου θα περάσει όλη τη “μεταρρυθμιστέα ύλη”, νόμους, διατάξεις, καταλόγους βαρέων και ανθυγιεινών, ταμεία, προηγούμενες αναλογιστικές μελέτες κ.λπ. Πριν αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε πρέπει να έχουμε κοινή αναφορά στους αριθμούς. Ή έστω να γνωρίζουμε πόσα είναι τα Ταμεία». («Καθημερινή» 24/10/2007)

Αυτό το απλό πράγμα που δεν αξιώθηκε να κάνει κοτζάμ υπουργείο με αμέτρητα κονδύλια και χιλιάδες υπαλλήλους ξεκίνησε να το κάνει ένας χρήστης του Διαδικτύου. Στη διεύθυνση http://www.%20reality-tape.com/asfalistiko ο blogger με το ψευδώνυμο Yorgos άρχισε να συγκεντρώνει όλες τις ψηφίδες του μεγάλου αυτού ζητήματος: τη βιβλιογραφία και την αρθρογραφία επί του θέματος, τις μελέτες που έχουν γίνει μέχρι τώρα (πόρισμα Αναλυτή, έκθεση Σπράου, αναλογιστική των Βρετανών κ.λπ.), τις θέσεις των κομμάτων, ακόμη και την ιστορία του ασφαλιστικού. Όλη η δουλειά γίνεται στην πλατφόρμα Wiki, κάτι που σημαίνει ότι πολλοί χρήστες μπορούν να συμβάλλουν στον εμπλουτισμό αυτής της ηλεκτρονικής «εγκυκλοπαίδειας του ασφαλιστικού».

Δεν θα σταθούμε στη χρησιμότητα της πρωτοβουλίας, και το πολύτιμον των blogs, αλλά πρέπει να επισημάνουμε δύο πράγματα. Πρώτον, στο ελληνικό Διαδίκτυο πέρα από την συνήθη γκρίνια φτιάχνεται σιγά σιγά και κουλτούρα πρωτοβουλίας. Εκτός από εκείνους που κραυγάζουν για το πόσο άσχημα είναι τα πράγματα, υπάρχουν και οι άλλοι που πράττουν. Η ελληνική έκδοση της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρωτοβουλία του reality-tape για το ασφαλιστικό η πιο πρόσφατη.

Το δεύτερο που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι τα (παρ’ ολίγον συκοφαντημένα) blogs είναι ο μόνος χώρος έκφρασης των ανθρώπων που κατά κύριο λόγο θα λουστούν τη «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού. Οι νέοι, αυτή η γενιά που ήδη πληρώνει με ανεργία και χαμηλού επιπέδου εργασία όλες τις προηγούμενες κρατικιστικές επιλογές στην οικονομία, δεν έχει φωνή σ’ αυτό τον διάλογο (όσο μπορεί να χαρακτηριστεί «διάλογος» αυτό που γίνεται σήμερα).

Για παράδειγμα, στο δικτυακό τόπο της «Γενιάς των 700 ευρώ», βρίσκουμε ενδιαφέρουσες απόψεις: «όταν η προοπτική του διανεμητικού συνταξιοδοτικού συστήματος είναι τα ισχυρά και αυξανόμενα ελλείμματα λόγω γήρανσης του πληθυσμού, τότε τίθεται επιτακτικά και με πιεστικό τρόπο το ζήτημα της μετάβασης σε ένα άλλο σύστημα ασφάλισης, κεφαλαιοποιητικό ή μικτό», γράφουν.

Προτείνουν δε ένα σύστημα με τρεις πυλώνες. Ένα διανεμητικό με «ενιαίο συνταξιοδοτικό ταμείο για όλους του Ελληνες, χαμηλότερες εισφορές, ποσοστό αναπλήρωσης στο 60% με 65% (όσο και τις χώρες του ΟΟΣΑ)», ένα κεφαλαιοποιητικό «με ατομικούς λογαριασμούς ασφάλισης, υποχρεωτική συμμετοχή εργαζομένων και εργοδοτών, προκαθορισμένη σχέση εισφορών όχι όμως παροχών, ιδιωτική διαχείριση» και ένα ιδιωτικό «με προαιρετική συμμετοχή εργαζόμενων εργοδοτών, φορολογικά κίνητρα για συμμετοχή».

Επειδή το θέμα αφορά πρωτίστως αυτούς, μήπως πρέπει τουλάχιστον να τους ακούσουμε;

Ο Πάσχος Μανδραβέλης είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 14 – 3 – 2008.

Wednesday, March 12, 2008

Γιατί η ανάπτυξη δε λύνει το ασφαλιστικό

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η γήρανση δεν επηρεάζει το Ασφαλιστικό. Αντιθέτως, θεωρούν ότι η ισχυρή ανάπτυξη μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα.

Πριν από μερικές μέρες, σε ημερίδα που διοργανώθηκε με θέμα την ενεργό γήρανση, ο πρώην πρόεδρος της ΓΣΕΕ , κύριος Πολυζωγόπουλος , επισήμανε ότι "αυτό που μετρά για το Ασφαλιστικό δεν είναι η απλή αναλογία στη σχέση εργαζομένων-συνταξιούχων, αλλά ο παραγόμενος από τον εργαζόμενο πλούτος, ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες έχει πολλαπλασιαστεί". Και πρόσθεσε ότι "το ζήτημα είναι πού πηγαίνει αυτός ο πλούτος και πώς μέσα από αυτόν μπορεί να χρηματοδοτηθεί το ασφαλιστικό σύστημα;".

Το παραπάνω επιχείρημα ανήκει στη λεγόμενη ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ασφαλιστικού. Χαρακτηρίζει μια πολιτική και ιδεολογική αντίληψη που αρνείται επίμονα να αναγνωρίσει το δημογραφικό πρόβλημα και τις συνέπειες που αυτό επιφέρει στην ελληνική κοινωνία και συγκεκριμένα στο ελληνικό διανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα.

Πώς δηλαδή μπορούμε να ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΟΥΜΕ το βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας που γερνάει, χωρίς να επιβαρύνουμε δυσανάλογα όσους βρίσκονται στην παραγωγή και χωρίς επίσης να φορτώνουμε με χρέη τις μελλοντικές γενιές;

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η ανάπτυξη επηρεάζει θετικά το σύστημα συντάξεων, αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που συνήθως εννοείται.

  • αυξάνει τους μισθούς, τα κέρδη και τις αμοιβές, και κατ' επέκταση τις συντάξεις, οδηγώντας κατ' αυτόν τον τρόπο σε αύξηση του γενικού βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών
  • διασφαλίζει το επίπεδο διαβίωσης των συνταξιούχων
  • δημιουργεί νέες θέσεις απασχόλησης βελτιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη σχέση εργαζόμενων-συνταξιούχων
  • δημιουργεί πρόσθετες εισφορές που ενισχύουν τους πόρους των ασφαλιστικών ταμείων

Οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης, όμως, δεν λύνουν το Ασφαλιστικό. Απλώς μεταφέρουν το πρόβλημα της ανισόρροπης διανομής του πλούτου ανάμεσα στις γενιές, σε ένα υψηλότερο επίπεδο εισοδημάτων και διαβίωσης.

Το πρόβλημα, δεν είναι αποκλειστικά αν η σύνταξη θα κλειδώσει στο Χ ή το Ψ ποσό, αλλά κυρίως τι ποσοστό του ατομικού ή συλλογικού εισοδήματος μεταφέρεται κάθε φορά στους συνταξιούχους για να πάρουν το ποσό αυτό.

Όταν το μεταφερόμενο εισόδημα αυξάνεται, επειδή αυξάνονται οι δικαιούχοι (γήρανση) και εκτινάσσονται οι ανάγκες τους (οι καταναλωτικές συνήθειες του συνταξιούχου της γενιάς της κατοχής διαφέρουν από αυτές του συνταξιούχου της γενιάς του Πολυτεχνείου και του 114), τότε οι οικονομικά ενεργοί πολίτες και φυσικά οι νέοι και νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας καλούνται να καταβάλλουν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου ατομικού και συλλογικού εισοδήματός τους, για να καλύψουν τις ανάγκες μιας γηράσκουσας και με υψηλές απαιτήσεις πλειοψηφίας.

Έχει υπολογιστεί ότι με ανάπτυξη ύψους 3% ανά έτος, το βάρος των συντάξεων από 12,5% του ΑΕΠ που είναι σήμερα, το 2020 αυξάνεται στο 15,5% και το 2050 στο 25,5%. Τα στοιχεία δείχνουν με τον πλέον θεαματικό τρόπο ότι η αύξηση του βάρους των συντάξεων για το σύνολο της κοινωνίας είναι δυσανάλογη με την αύξηση του συνολικού παραγόμενου πλούτου, οδηγώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια βίαιη αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος των νέων και των οικονομικά ενεργών πολιτών.

Το συμπέρασμα εδώ είναι σαφές. Η γήρανση, ακόμα και σε συνθήκες υψηλής ανάπτυξης και βελτιωμένου βιοτικού επιπέδου, ανατρέπει τις προϋποθέσεις για να λειτουργήσει η αλληλεγγύη των γενεών. Αυτή είναι σήμερα η σκληρή πραγματικότητα. Ότι οι νέοι καλούνται να πληρώσουν περισσότερα για να πάρουν λιγότερα. Ως αποτέλεσμα η αλληλεγγύη δεν είναι πλέον η ίδια, παύει ουσιαστικά να υφίσταται.

Σ’ αυτό το σημείο, το ερώτημα για όσους προβάλλουν τη μαγεία της ανάπτυξης ως άλλοθι πολιτικής απραξίας, αλλά και όσους θεωρούν ότι με μικρομπαλώματα και περικοπές θα λύσουν το πρόβλημα, είναι εξαιρετικά σαφές : δεδομένου του αδιεξόδου στο οποίο οδηγούν οι προτάσεις τους πόσο διατεθειμένοι είναι να αποδεχτούν μελλοντικά μια σφοδρή σύγκρουση των γενεών;

Θεωρούμε ότι υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι αναπόφευκτη μια μεταρρύθμιση που θα διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων και ταυτόχρονα θα αποτρέπει την υποταγή της μίας γενιάς στην άλλη. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουμε προτείνει μια ριζοσπαστική λύση : τη σταδιακή μετάβαση σε ένα μικτό σύστημα ασφάλισης.

Tuesday, March 11, 2008

Διαγωνισμός επιχειρηματικών σχεδίων

Το Κέντρο Επιχειρηματικής και Τεχνολογικής Ανάπτυξης Θεσσαλίας (ΚΕΤΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ) σε συνεργασία με τα Επιμελητήρια της Θεσσαλίας, τους Συνδέσμους Βιομηχανιών, το Πανεπιστήμιο και το ΤΕΙ Θεσσαλίας, προσκαλούν νέους ανθρώπους της Θεσσαλίας να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για τη συμμετοχή στον "5ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ".

Σκοπός του διαγωνισμού είναι:

• Η ανάδειξη και αξιοποίηση της δεξαμενής ιδεών των νέων ανθρώπων της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

• Η προβολή των καλύτερων ιδεών και η υποστήριξή τους να εξελιχθούν σε υλοποιήσιμα επιχειρηματικά σχέδια.

• Η προώθηση της επιχειρηματικής νοοτροπίας και της επιχειρηματικότητας των νέων.

• Η κινητοποίηση των συντελεστών της επιχειρηματικότητας και επιχειρηματικής υποστήριξης (επιχειρήσεων και φορέων) στην κατεύθυνση της ενθάρρυνσης των νέων ανθρώπων για ανάληψη δράσης στην επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.

Στόχος είναι η μέσα από την διαγωνιστική διαδικασία προβολή και επιβράβευση των 15 καλλίτερων επιχειρηματικών ιδεών και σχεδίων των νέων ανθρώπων της Περιφέρειάς μας.

Η προώθηση του θεσμού της επιβράβευσης των επιχειρηματικών ιδεών και σχεδίων των νέων ανθρώπων της Θεσσαλίας αναμένεται:

• να συμβάλει αποφασιστικά στην κινητοποίηση του νέου πληθυσμού της περιοχής μας στην ανάληψη επιχειρηματικής δράσης

• να κινητοποιήσει τους Φορείς επιχειρηματικής υποστήριξης, τα Πανεπιστήμια και Τεχνολογικά Ιδρύματα, τους εκπροσώπους του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επιχειρηματική κοινότητα εν γένει στην κατεύθυνση της υιοθέτησης και υποστήριξης των ιδεών αυτών για εφαρμογή στην πράξη.

Ο διαγωνισμός αφορά όλους τους νέους ανθρώπους της Θεσσαλίας εργαζόμενους και μη και χωρίς περιορισμούς σε σχέση με το ακαδημαϊκό ή τεχνολογικό τους υπόβαθρο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε προτάσεις για νέες επιχειρηματικές ιδέες και επιχειρηματικά σχέδια που οδηγούν στην ίδρυση νέων επιχειρήσεων ή στην ανάπτυξη νέων προϊόντων.

Καταληκτική ημερομηνία υποβολής των υποψηφιοτήτων είναι η Παρασκευή 18 Απριλίου 2008. Για περισσότερες πληροφορίες για το αναλυτικό τεύχος του διαγωνισμού επικοινωνήστε στα τηλέφωνα:

2410 - 538860/1 για τη Λάρισα
24210 - 38464 για τη Μαγνησία
24310 - 28189 για τα Τρίκαλα
24410 - 80600 για την Καρδίτσα

ή επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του ΚΕΤΑ Θεσσαλίας http://www.keta.gr

Monday, March 10, 2008

Πόσο μπορεί η ανανεωτική αριστερά;

Από τον Αντώνη Καρκαγιάννη*

Ακούω μερικούς να ισχυρίζονται ότι ο «συνασπισμός της αριστεράς, της οικολογίας και των κινημάτων» (ΣΥΝ) είναι η «νέα» ανερχόμενη πολιτική δύναμη, ικανή να αποτελέσει το κέντρο μιας νέας πλειοψηφίας και να κυβερνήσει τη χώρα με «αριστερές προδιαγραφές».

Μακάρι να επαληθευθούν οι προβλέψεις τους, όχι για άλλο λόγο, για να υπάρξει τουλάχιστον εναλλακτική λύση και διάδοχο σχήμα, αν δεν μπορέσει να ανακάμψει το δικομματικό σύστημα.

Παρακολουθώ αυτή την παράταξη από την πρώτη μέρα του σχηματισμού της, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, στο εξωτερικό, στην παρανομία, στις εξορίες και τις φυλακές, πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, μετά τη διάσπαση του «κομμουνιστικού κόμματος Ελλάδας» (ΚΚΕ) τον Φεβρουάριο του 1968.

Το ΚΚΕ ΕΣ

Στην αρχή ως ΚΚΕ Εσωτερικού (ΚΚΕ-ΕΣ), ατυχέστατος τίτλος, που ωστόσο υποδήλωνε την ανάγκη αυτονόμησης του αριστερού κινήματος και απεξάρτησής του από την κομμουνιστική ηγεσία του εμφυλίου πολέμου. Ίσως και από την «προστασία» της κραταιάς τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Το νέο σχήμα είχε συγκεντρώσει τα καλύτερα στελέχη του ΚΚΕ, τα πλέον μορφωμένα, με πολύχρονη πολιτική πείρα από τις τάξεις της νόμιμης «ενιαίας δημοκρατικής αριστεράς» (ΕΔΑ), αλλά χωρίς ποτέ να διακόψουν τους ιδεολογικούς, πολιτικούς και οργανωτικούς δεσμούς με το παράνομο ΚΚΕ. Σε μια κρίσιμη εποχή, όπου το κύριο πρόβλημα ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, η αντίθεση ΚΚΕ και ΚΚΕ-ΕΣ απηχούσε την από χρόνια σοβούσα αντίθεση μεταξύ ΚΚΕ και ΕΔΑ.

Το νέο αριστερό σχήμα, από τα πρώτα του βήματα και αργότερα κατά τη διαδρομή του στον ελεύθερο κοινοβουλευτικό βίο, επεξεργάσθηκε τολμηρές ιδέες για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, τις κοινωνικές αντιθέσεις, για τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, για τις διεθνείς σχέσεις και για τον ρόλο ενός πραγματικά αριστερού κόμματος. Ήταν ένα πραγματικό εργαστήρι ιδεών, πολλές από τις οποίες δανείστηκαν και άλλα κόμματα, ιδιαίτερα το «πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα» (ΠΑΣΟΚ).

Το ΚΚΕ ΕΣ όμως, καθώς με παρεμφερές όνομα απευθυνόταν στο ίδιο ακροατήριο με το ΚΚΕ και από θέση ανταγωνιστική προς αυτό, έπασχε από κόμπλεξ «αριστεροσύνης» και «εργατίτιδας». Πολιτικά εκλεπτυσμένο το ίδιο, με σοβαρή, θα έλεγα καταλυτική, διείσδυση στη διανόηση (όταν η τελευταία έχασε τους δεσμούς της με αυτό το μικρό κόμμα, έπαψε και η ίδια να υπάρχει ως συγκροτημένο σώμα, περιέπεσε στην εξατομικευμένη ιδιώτευση), φοβόταν μήπως κατηγορηθεί σαν ελιτίστικο κόμμα, λιγότερο πιστό στα «αριστερά» δόγματα, στην επερχόμενη «επανάσταση» και στην «εργατική τάξη», ως ταξικός ηγέτης. Έμεινε έτσι στην ιστορία ως μικρό ελιτίστικο κόμμα διανοουμένων με σχεδόν κωμική και καθόλου πειστική «αριστεροσύνη» και «εργατίτιδα».

Το πρόβλημα δεν ήταν, ούτε είναι, για ένα πραγματικά αριστερό κόμμα ούτε η «επανάσταση» που δεν έρχεται ούτε η «εργατική τάξη» ως ηγέτης της. Το πρόβλημα για ένα αριστερό κόμμα ήταν και είναι η πολύπλευρη ανάπτυξη με κοινωνική συμμετοχή και η ενίσχυση της δημοκρατίας σε μια κοινωνία πολυεδρική, ανοιχτή και ανταγωνιστική, αναπόσπαστα δεμένη με τη δύση. Αν αυτό θυμίζει κάπως «σοσιαλδημοκρατία», θυμίζει επίσης και τη θριαμβική πορεία της Ευρώπης μέσα από την αντίθεση της σοσιαλδημοκρατίας με τα συντηρητικά κόμματα.

Ο ΣΥΝ

Ο σημερινός ΣΥΝ, τελευταία μεταμόρφωση του πάλαι ποτέ ΚΚΕ ΕΣ, διατηρεί ατόφια μερικά βασικά χαρακτηριστικά της καταγωγής του. Με βαθύτατο κρατισμό και ταυτόχρονα με προβληματική σχέση με τον κοινοβουλευτισμό και το κράτος καλύπτει το κόμπλεξ της αριστεροσύνης. Και με την τακτική του «κοινωνικού σαματά» (μπουκάρισμα στα πανεπιστήμια, στα γραφεία της ΔΕΗ και σε τόπους δουλειάς) προσπαθεί να ξεπεράσει το κόμπλεξ της ταξικής προσήλωσης.

Στο διάστημα αυτό δεν τολμούσε να επεξεργασθεί μια πολιτική συμμαχιών, πολιτικών και κοινωνικών. Θεωρούσε το ΠΑΣΟΚ κόμμα του κέντρου που με την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου διεμβόλισε την αριστερά.

Ανεξάρτητα από το τι θεωρούσε και παρά την περιφρονητική συμπεριφορά του Ανδρέα Παπανδρέου, ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο συγγενέστερος προς την αριστερά των δύο εκδοχών. Παρ' όλα αυτά και οι δύο εκδοχές της αριστεράς δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν μια πολιτική συμμαχιών με το ΠΑΣΟΚ.

Στην κρίσιμη στιγμή του 1989 προτίμησαν τη συμμαχία με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Νομίζω ότι αυτή η φοβική στάση απέναντι στο κέντρο χρονολογείται από το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ίσως και παλαιότερα. Και χαρακτηρίζει τον χρόνιο σεχταρισμό της αριστεράς και τον μάλλον ανεπίκαιρο ηγεμονισμό της.

Θα αντιτείνει κάποιος ότι δεν είναι αναγκαία μια πολιτική συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ ή με οποιοδήποτε κόμμα του κέντρου. Αρκεί ένα συμμαχικό μέτωπο της βάσης. Ενα τέτοιο μέτωπο πραγματικά θα μπορούσε να στηρίξει νέα πλειοψηφία. Το απέδειξε ο Ανδρέας Παπανδρέου στη δεκαετία του 1980.

Αλλά πώς, με ποια πολιτική ο σημερινός ΣΥΝ απευθύνεται στα στρώματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της νέας πλειοψηφίας: στους μικροαστούς, στα μεσαία στρώματα, στη διανόηση, στη νεολαία;

Σχεδόν το σύνολο της κοινωνικής διεκδίκησης του ΣΥΝ, όπως και του ΚΚΕ, απευθύνεται σε ένα φανταστικό και γιγαντιαίο κράτος, το οποίο με αδιευκρίνιστους πόρους οφείλει να εξασφαλίσει και να εγγυηθεί την εργασία και το εισόδημα πάσης φύσεως μισθωτών, ανεξάρτητα από απόδοση και χρησιμότητα, να συντηρήσει προβληματικές επιχειρήσεις, να εγγυηθεί τις συντάξεις, την περίθαλψη και την εκπαίδευση των πολιτών, σε έναν ισοπεδωτικό μέσο όρο, αποκομμένο από τους δυναμικούς παράγοντες της εποχής μας: την ανάπτυξη, την καινοτομία και προπαντός τη μαζική συμμετοχή στην προσπάθεια.

Ευαγγελίζεται ένα ιδιότυπο σοβιετικό καθεστώς με βαθιά διείσδυση στην κοινωνία και με έλεγχο της αγοράς, άμεσο ή έμμεσο.

Η κοινωνική διεκδίκηση του ΣΥΝ έχει το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, σε μοντέλα του παρελθόντος, στο «κεκτημένο δικαίωμα» και στις περιπτώσεις ακόμη που αυτό το «κεκτημένο» συνιστά κοινωνικό σκάνδαλο.

Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να βλέπει δυναμικά προς το μέλλον.

Αναρωτιέμαι αν με αυτή την πολιτική ο ΣΥΝ μπορεί να κερδίσει τα μεσαία στρώματα, τα οποία είναι ένας τεράστιος χώρος αποδοτικής εργασίας, έξω από τον κρατισμό ή και εχθρικός προς αυτόν, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ΣΥΝ.

Οι πρόγονοι του σημερινού ΣYN, περισσότερο το ΚΚΕ Εσωτερικού και λιγότερο η «ελληνική αριστερά» (ΕΑΡ), είχαν τη φιλοδοξία να ανανεώσουν το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, το οποίο πραγματικά, υπό την ηγεσία της τότε Σοβιετικής Ενωσης, είχε καθηλωθεί στις ιδέες και στην τακτική των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνα.

Προσπάθησαν να εισαγάγουν και στην Ελλάδα τις ιδέες και την τακτική του «ευρωκομμουνισμού», ενός αριστερού κινήματος που προσπαθούσε να δράσει σε συνθήκες καλπάζουσας καπιταλιστικής ανάπτυξης και στο θεσμικό πλαίσιο της «αστικής» δημοκρατίας να διεκδικήσει το μερίδιο της εργασίας.

Το όνειρο της «επανάστασης» της εξ εφόδου κατάλυσης του καπιταλισμού και του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» με την κατάλυση ή την αστυνόμευση της αγοράς από ένα υπερτροφικό και κατ' ανάγκην συγκεντρωτικό κράτος, άρχισε να απομακρύνεται.

Και μαζί άρχισαν να απομακρύνονται τα «επαναστατικά» και «σοσιαλιστικά» στερεότυπα της σοβιετικής εμπειρίας.

Οι ιδέες του «ευρωκομμουνισμού» δεν είχαν στην Ελλάδα καλύτερη τύχη απ' ό,τι στη δυτική Ευρώπη και μαζί τους δεν είχαν καλή πολιτική τύχη και οι πρόγονοι του σημερινού ΣΥΝ.

Οι λαϊκές δυνάμεις του κομμουνισμού συρρικνώνονταν μεν, αλλά και συσπειρώνονταν πίσω από τα κλασικού τύπου κομμουνιστικά κόμματα, με εξαίρεση ίσως την Ιταλία.

Παρόλα αυτά, πρέπει να ομολογήσουμε ότι το ΚΚΕ ΕΣ, η ΕΑΡ και τελικά ο ΣΥΝ, έστω με την πολιτική τους καχεξία που έκανε προβληματική τη συμμετοχή τους στο κοινοβούλιο, καλλιέργησαν νέου τύπου πολιτικό προβληματισμό, με αιχμή την κριτική στα ισχύοντα «σοσιαλιστικά» πρότυπα, την ανάπτυξη του αριστερού κινήματος σε συνθήκες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης με κεντρικά αιτήματα το μερίδιο της εργασίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεύρυνση της «αστικής» δημοκρατίας.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα και το κέρδος άρχισαν να αποενοχοποιούνται και να αναγνωρίζεται ο κοινωνικός ρόλος τους. Και άργησε να γίνεται κατανοητό ότι η κατάλυση ή η αστυνόμευση της αγοράς αργά ή γρήγορα καταλήγουν στην κατάλυση των πολιτικών δικαιωμάτων και στην αστυνόμευση των συνειδήσεων.

Ήταν ένας άλλος πολιτικός πολιτισμός που τον σάρωσε ο βάρβαρος λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ, που με τον γρήγορο και εύκολο θρίαμβό του, προσέφερε ένα πολύ κακό υπόδειγμα πολιτικής συμπεριφοράς στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων. Πράγματι μιμήθηκαν τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ τόσο η δεξιά όσο και σύμπασα η αριστερά.

Θα περίμενε κανείς ότι ο ΣΥΝ θα συνέχιζε τον προβληματισμό και τη δημοκρατική παράδοση της ιστορίας του. Η στροφή του στον εύκολο, ρηχό και θορυβώδη λαϊκισμό (ακριβώς πασοκικού τύπου) συμπίπτει με την ανάληψη της ηγετικής ευθύνης από τον Αλέκο Αλαβάνο και αποδίδεται σ' αυτόν.

Υπό την ηγεσία του, ο ΣΥΝ μιμήθηκε το παλαιότερο ΠΑΣΟΚ, υιοθέτησε και έδωσε πολιτική κάλυψη αδιάκριτα στην έτσι κι αλλιώς αντιφατική λαϊκή διαμάχη απ' όπου και αν προέρχεται, ακόμη και από το κοινωνικό περιθώριο, έστω με πράξεις ποινικά κολάσιμες. Και από το ΚΚΕ δανείστηκε τον κρατισμό και την πλέον ευθύγραμμη και απλοϊκή εκδοχή για τις ταξικές αντιθέσεις σε μια κοινωνία πολύ πιο περίπλοκη και πολύ πιο αντιφατική.

Θα χρειαζόμασταν ένα άλλο σημείωμα για να αναλύσουμε την πολιτική του ΣΥΝ στην εκπαίδευση ή την πολιτική της «ανυπακοής» (άλλο δάνειο από το ΚΚΕ) ή την τακτική του «μπουκαρίσματος» (δάνειο από τις συντεχνίες του κρατικού τομέα).

Έναντι όλων αυτών στον Αλέκο Αλαβάνο πιστώνεται η δόξα της άνετης κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Έστω ότι το επίτευγμα αξίζει τον κόπο, αλλά ώς εκεί.

Δεν βλέπω πώς με αυτήν την «πολιτική» ο ΣΥΝ θα πάει πιο πέρα και θα αποτελέσει το κέντρο της νέας πλειοψηφίας...

*Ο Αντώνης Καρκαγιάννης είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή σε τρεις διαφορετικές μέρες.

Thursday, March 6, 2008

Αλλαγή μοντέλου ασφάλισης

Ζούμε για πολλοστή φορά φέτος στον έντονο ρυθμό του Ασφαλιστικού. Το σκηνικό της σύγκρουσης έχει ήδη στηθεί, οι πρωταγωνιστές έχουν λάβει θέσεις μάχης.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Κυβέρνηση, η οποία βάφτισε βαθιά τομή την προσπάθεια της να συμμαζέψει το σύστημα, περικόπτοντας παροχές προνομιούχων, μειώνοντας τις επικουρικές συντάξεις και ενοποιώντας τα διάσπαρτα ασφαλιστικά ταμεία.

Στην αντίπερα όχθη, συνδικάτα και κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν τις περικοπές των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ασφαλισμένων. Σύμπασα η αντιπολίτευση διακηρύττει μεγαλόφωνα ότι «αυτές οι ασφαλιστικές ανατροπές δεν θα περάσουν», και προτάσσει ως λύση τη διασφάλιση ή αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για το σύστημα συντάξεων, την πάταξη της εισφοροδιαφυγής και την καλύτερη διαχείριση των ταμείων.

Κανείς δεν μας λέει ολόκληρη την αλήθεια.

Η αλήθεια είναι απλή και πονάει: όταν η προοπτική του διανεμητικού συνταξιοδοτικού συστήματος είναι τα ισχυρά και αυξανόμενα ελλείμματα λόγω γήρανσης του πληθυσμού, τότε τίθεται επιτακτικά και με πιεστικό τρόπο το ζήτημα της μετάβασης σε ένα άλλο σύστημα ασφάλισης, κεφαλαιοποιητικό ή μικτό. Εκτός και αν προτιμάμε να δουλεύουμε μέχρι τα 70+ για συντάξεις πείνας ή να φορτώνουμε με χρέη τις επόμενες γενιές για να ζούμε εμείς καλά.

Ιστορικά, το διανεμητικό σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα έχει οργανωθεί στη λογική ότι τέσσερις εργαζόμενοι δουλεύουν και ένας παίρνει σύνταξη. Σήμερα, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πλήρη ανατροπή της σχέσης ασφαλισμένων-συνταξιούχων.

Ο ενεργός πληθυσμός ηλικίας 15-65 μειώνεται, ενώ οι δικαιούχοι αυξάνονται. Παράλληλα, λόγω συγκεκριμένων ριζικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί στην ίδια την ελληνική κοινωνία -επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης των νέων, ένταξη στην εργασία στα 25-28 αντί στα 18-23, αύξηση του προσδόκιμου ζωής, αλλαγές στη φύση της μισθωτής εργασίας κοκ- το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που εργάζεται συρρικνώνεται, ενώ τα άτομα σε μη παραγωγικές θέσεις πληθαίνουν. Ως αποτέλεσμα το χάσμα ανάμεσα σε όσους εισφέρουν (εργαζόμενους και εργοδότες) και τους δικαιούχους (συνταξιούχους) διογκώνεται, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα τεράστιο κενό χρηματοδότησης.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ανατροπής του βασικότερου κανόνα για την ομαλή λειτουργία του διανεμητικού συστήματος, το ασφαλιστικό δε είναι δυνατό να καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμο ούτε με περικοπές, ούτε με συμμάζεμα του τύπου ενοποιήσεις ταμείων, πάταξη της εισφοροδιαφυγής, όσο ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ και χρήσιμες κι αν είναι οι τελευταίες.

Μήπως , όμως, θα λυθεί με αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης;

Όχι, διότι το ζητούμενο με τα ασφαλιστικά ελλείμματα δεν είναι πως θα τα κρύψουμε μεταθέτοντας τα σε διαφορετικά θεσμικά επίπεδα, για παράδειγμα στον κρατικό προϋπολογισμό ή το δημόσιο χρέος. Πόσο αποτελεσματικό είναι να αυξηθούν οι φόροι ή ο δανεισμός για να πληρώνουμε συντάξεις, όταν το 2020 μόνο το ΙΚΑ θα απαιτεί χρηματοδότηση πάνω από 1,5% του ΑΕΠ (φτάνοντας 7,5% το 2050 σύμφωνα με το Πόρισμα του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας), ενώ όλες μαζί οι συντάξεις θα απορροφούν το 15,5% του ΑΕΠ, τεντώνοντας το σύστημα στα όρια του;

Το ζητούμενο είναι να πάψουν να δημιουργούνται ελλείμματα τα οποία υπονομεύουν τη βιωσιμότητα του συστήματος, τις ίδιες δηλαδή τις συντάξεις, διαβρώνουν την αλληλεγγύη των γενεών, αλλά και εμποδίζουν την ίδια την ανάπτυξη.

Η λύση κατά την άποψή μας βρίσκεται στη μετάβαση σε ένα μικτό σύστημα ασφάλισης με τρεις πυλώνες :

  1. Διανεμητικός πυλώνας: με ένα ενιαίο συνταξιοδοτικό ταμείο για όλους του Έλληνες, χαμηλότερες εισφορές, προκαθορισμένες παροχές (defined benefit sytem), ποσοστό αναπλήρωσης στο 60% με 65% (όσο και τις χώρες του ΟΟΣΑ) και ανταποδοτικές συντάξεις, αποδέσμευση των ταμείων υγείας από τον κλάδο σύνταξης, αποσύνδεση των κοινωνικών παροχών τύπου ΕΚΑΣ για στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων από τον κλάδο σύνταξης και μεταφορά τους στον προϋπολογισμό, βασική σύνταξη.
  2. Κεφαλαιοποιητικός πυλώνας: με ατομικούς λογαριασμούς ασφάλισης, πεοκαθορισμένες εισφορές (defined contribution system), υποχρεωτική συμμετοχή εργαζομένων και εργοδοτών, προκαθορισμένη σχέση εισφορών όχι όμως παροχών, ιδιωτική διαχείριση (ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης των κοινωνικών κλαδικών ταμείων , πχ ΤΣΠΕΑΘ, ΤΣΜΕΔΕ, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα), εποπτεία και ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος.
  3. Ιδιωτικός πυλώνας : με προαιρετική συμμετοχή εργαζόμενων εργοδοτών, φορολογικά κίνητρα για συμμετοχή

Το Κεφάλαιο Αλληλεγγύης των Γενεών, το οποίο πρότεινε το ΠΑΣΟΚ και προσφάτως υιοθέτησε η Κυβέρνηση πρέπει να αποτελέσει μηχανισμό χρηματοδότησης και εγγύησης της ομαλής μετάβασης από το διανεμητικό στο μικτό σύστημα ασφάλισης. Όχι πουγκί χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του διανεμητικού συστήματος, όπως το λιγουρεύονται αρκετοί.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν έχει αξία να συζητάμε για οικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη μπροστά στην αξιοπρέπεια μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, όπως οι συνταξιούχοι.

Κανείς όμως δε λέει ότι πίσω από τέτοιους κοινωνικά ευαίσθητους συλλογισμούς κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα για τους εργαζόμενους και ειδικά τους ΝΕΟΥΣ. Αν δεν αλλάξει τίποτα οι νέοι θα κληθούμε να καταβάλλουμε αυξημένες εισφορές και φόρους, θυσιάζοντας μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός μας για να καλυφτούν οι συντάξεις σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές.

Το ερώτημα είναι τι πρέπει ν’ αλλάξει;

Οι αλλαγές πρέπει να είναι παραμετρικές; Πρέπει δηλαδή να κινούνται στα πλαίσια του υπάρχοντος διανεμητικού συστήματος, όπως προτείνουν κόμματα και συνδικάτα; Ή πρέπει να υπάρξει αλλαγή μοντέλου; Δηλαδή ένα νέο σύστημα με διαφορετική λογική, για παράδειγμα κεφαλαιοποιητικό ή ένας συνδυασμός των δύο; Όπως και να ‘χει, σήμερα, καμία μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού δεν μπορεί να αποφύγει τα παραπάνω κρίσιμα στρατηγικά ερωτήματα. Κι εδώ, εμείς απαντάμε ΜΙΚΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ.