Showing posts with label Διεθνείς Εξελίξεις. Show all posts
Showing posts with label Διεθνείς Εξελίξεις. Show all posts

Saturday, February 5, 2011

The Code to Cairo: 9/11, not 1989

By Neil Arun*

The destiny of the Middle East is being shaped by images from the streets of Cairo – but their impact in the region is not what we imagine in the West.

Commentators have taken to comparing the unrest in the Arab world to the collapse of Eastern European regimes in 1989. As an evocation of popular uprisings that “go viral”, this is effective enough.

But the analogy implies that the cracks spreading across the Middle East are, like the fissures in Soviet communism, a result of inbuilt structural flaws rather than external pressures.

This downplays the history of American dealings with the Arab world – more complex and colourful than its engagement with societies that were sealed behind the Iron Curtain.

To sense how the Middle East views the protests, we must revisit an unhappier chapter in the West’s relationship with the region.

Ten years ago, a small group of hijackers demolished the illusion that America had become invincible. As the dust settled over downtown Manhattan, Western governments discovered how policies pursued abroad could have unintended domestic consequences.

Their citizens suddenly felt exposed. Carried aloft by knives and a pilot’s manual, the violence of the world had found its way to their cities. It was, some said, a rude awakening from the American dream.

In the Middle East, many people believe they have been living in a joyless inversion of this dream – call it the Arab nightmare. Where the governments of Europe and North America are renewed through elections, the Middle East gets decades of dictatorship.

The region’s current crop of leaders are seen not as a reflection of their people’s aspirations, but as a projection of the fears of the world’s lone superpower. Once Soviet Russia was its foe; today it is the jihadists of al-Qaeda and the Israel-baiting theocrats of Iran.

As the most populous Arab country, Egypt is a centre of gravity in the Middle East, a seedbed for new trends in religion, culture and politics.

Many Egyptians regard President Hosni Mubarak’s three-decade chokehold on power as an affront. They say its roots are in the paranoia of faraway nations – not in their country’s once-vibrant political climate.

If the 9/11 attacks marked the catastrophic moment when the West saw its foreign policies come crashing into the domestic arena, the protests in Cairo are their exuberant opposite.

The revolt against Mubarak is being seen – by Egyptians and by Arabs across the region – as a way of recovering domestic control over politics that have been decided for too long from abroad.

Communist Eastern Europe knew little of the West and embraced it when the Berlin Wall fell. The Egyptians who replace Mubarak will be more guarded. A single image from Cairo shows why.

The photo is of a young man scowling at the camera, his face half obscured by a scarf. In his hand is a spent tear-gas canister, its English instructions ending in the words, “Made in U.S.A.”.

Although Washington has given the demonstrators its backing, it cannot scratch its signature from the machinery being used against them. Having propped up Mubarak, it cannot count on the friendship of the forces now fighting him.

Who are these forces? The picture in the press is incomplete. As with the post-election unrest in Tehran in 2009, much of our media is mesmerised by its own reflection. Big news networks, catering to English-speaking audiences in the West, favour revolutionaries who speak the best English and appear most Westernised.

The vast majority of Egyptians live in poverty and do not speak English. Most are Muslims, and many now follow the faith more closely than their fathers did. Their rallies are not arranged by Facebook and Twitter; their favourite social networking sites are the mosque and the marketplace.

They want Mubarak out. They want the government that replaces him to improve their living standards and honour their religious and political beliefs.

If Egypt holds a free and fair election, the likeliest winner will be the Muslim Brotherhood, the venerable prototype for Islamist movements worldwide.

The Brotherhood is officially banned from politics because of its history of violence. But its sympathisers are the engine of Egypt’s opposition, defying successive crackdowns.

The movement’s leaders say the days of coups and assassinations are over; they want to work within a democracy. They expect to be rewarded at the ballot box for years of activism and charity among the urban poor.

The West might recognise itself among the secular, fresh-faced protesters in Cairo. It might see future allies among English-speaking exiles or senior officers of the military.

But were it to take a step back, it would also see that the natural successors to Mubarak are the men whom he jailed for their hard faith in political Islam.

If America is to accept them, it will have to jettison some deep phobias. The Muslim Brotherhood gave al-Qaeda’s ideologue, Ayman al-Zawahiri, his taste for radicalism. Among his compatriots and affiliates is Mohammed Atta, the lead hijacker of 9/11.

In more ways than one, the trauma of Ground Zero lends perspective to the euphoria of Cairo.


*Neil Arun spent two years as a journalist in Iraq and is now writing a book. He formerly worked for the BBC, reporting from the Balkans, Pakistan and the Caucasus. This comment was made available exclusively to G700. Please contact G700 for re-publication.


Tuesday, May 6, 2008

Η επικαιρότητα της "κοινωνικής συμφωνίας" του Ρούσβελτ

Από τον Θοδωρή Πελαγίδη*

Η κρίση φαίνεται να μην έχει αγγίξει τους πλούσιους, αλλά, όσο κατεβαίνει κανείς τη σκάλα των εισοδημάτων, τα πράγματα χειροτερεύουν

Οι νεότερες εκτιμήσεις για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας εκπλήσσουν. Κανείς δεν μπορεί να μη δεχθεί ότι οπωσδήποτε υπάρχει σοβαρή υποχώρηση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Υποχώρηση η οποία υπολογίζεται τώρα στο 0.10% για τα πρώτα δύο τρίμηνα του 2008.

Η ανεργία μάλιστα αναμένεται να ανέβει, σύμφωνα με τις προβλέψεις, στο 5.5% για το τέλος τους 2008. Όμως, αυτό δεν είναι (ακόμη;) «ύφεση».

Θα περίμενε κανείς υποχώρηση του ρυθμού του ΑΕΠ σε αρνητικά επίπεδα και την ανεργία να εκτοξεύεται άνω του 6% από τώρα.

Αυτό έχει την εξήγησή του. Υπάρχουν τομείς της οικονομίας που λίγο έχουν θιχτεί από την παρούσα κατάσταση. Οι υποδομές, τα αγροτικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες, αγαθά που παράγονται σε πολλές αμερικάνικες πολιτείες, πηγαίνουν καλά.

Οι αναδυόμενες οικονομίες της νοτιοανατολικής Ασίας αναπτύσσονται με 6.5%. Παρ' όλα αυτά, η ανησυχία που υπήρχε στις συνεδριάσεις του ΔΝΤ πριν από λίγες μέρες στην Ουάσιγκτον ήταν διάχυτη και οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: από τη μια, την κατά 48% αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων από τα μέσα του 2006, και, εξ αυτού του λόγου, την άνοδο του πληθωρισμού. Γεγονός που δένει τα χέρια εκείνων που θα ήθελαν μια πιο επιθετική επεκτατική πολιτική εναντίον της ύφεσης.

Από την άλλη, υπάρχει φόβος ότι η άνοδος του ρίσκου στις μετακινήσεις κεφαλαίου, γεγονός καθοριστικό, σύμφωνα με το «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ), για την παγκόσμια ανάπτυξη, μπορεί να φέρει περιορισμό των κεφαλαιακών εισροών-εκροών και να οδηγήσει σε διεθνείς και μονιμότερες διαστάσεις την επικίνδυνη αμερικανική οικονομική επιβράδυνση.

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που δεν έχει τύχει ιδιαίτερης προσοχής μέχρι τώρα, είναι η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, γεγονός που πλήττει τη ζήτηση και μπορεί να βαθύνει την κρίση. Προέρχεται από τη μείωση των υπερωριών και κυρίως την καταφυγή της οικονομικής δραστηριότητας στη μερική απασχόληση.

Εάν επιβεβαιωθούν οι φόβοι του ΔΝΤ και η κατάσταση χειροτερέψει, τότε το μόνο που μπορεί να αποτρέψει τα χειρότερα είναι μια... «νέα συμφωνία» (νιου ντιλ) και η επιστροφή των οικονομικών του Ρούσβελτ (Roosevelt). Σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε πριν λίγες μέρες στο ξενοδοχείο «Ουίλαρντ» της Ουάσινγκτον, υπό την αιγίδα του «ινστιτούτου Ρούσβελτ», οι εκτιμήσεις των ειδικών ήταν περισσότερο απαισιόδοξες για τις οικονομικές εξελίξεις.

Το πρόβλημα σύμφωνα με τους περισσοτέρους, όπως ο Μπομπ Κάτνερ (Bob Kuttner), ο Λάρι Μίσελ (Larry Mishel) ή ο Χάρολντ Μέιρσον (Harold Meyerson), είναι το μοντέλο ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας το οποίο, την τελευταία δεκαετία περίπου, βασίστηκε στην ανορθολογική διόγκωση των τιμών των μετοχών και των ομολογιών των επιχειρήσεων.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο για την επικαιρότητα του αμερικανικού φιλελευθερισμού του Ρούσβελτ δείχνουν ότι το 1% του πλουσιότερου πληθυσμού κατείχε πριν από 10 περίπου έτη το 10% του πλούτου, ενώ σήμερα το 23%! Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη της παραγωγικότητας όλα αυτά τα χρόνια μοιράζονται μεταξύ των πολύ υψηλών εισοδημάτων. Έτσι εξηγείται και η αντιφατική σημερινή εικόνα.

Εν τω μεταξύ, οι πιο αναχρονιστικές προτάσεις ακούγονται από τον γερουσιαστή Μακ Κέιν (McCain). Σε συνέντευξή του στο κανάλι «μπλούμπεργκ», υποστήριξε ότι οι φορολογικές απαλλαγές για τους πλούσιους πρέπει να μονιμοποιηθούν και να επεκταθούν, οι απερίσκεπτοι καταναλωτές να πληρώσουν μόνοι τους (!) τις συνέπειες των δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν και, ίσως το χειρότερο, να περικοπούν περαιτέρω όλων των ειδών οι κρατικές δαπάνες!

Η προοδευτική κληρονομιά της «κοινωνικής συμφωνίας» του Ρούσβελτ προτείνει αντιθέτως μια «νέα συμφωνία», βασικά χαρακτηριστικά της οποίας πρέπει να είναι:

  • η ανόρθωση της μεσαίας τάξης,
  • οι εκτεταμένες και εκλεπτυσμένες ρυθμίσεις του κράτους στις αγορές, ώστε οι τελευταίες να μην «παρεκτρέπονται» με υπερβολές
  • η τόνωση της ζήτησης για επενδύσεις σκληρών και μαλακών υποδομών με έμφαση στην εκπαίδευση και την καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και
  • η με κάθε μέσο ενίσχυση των χαμηλόμισθων, ώστε η εγχώρια κατανάλωση να βοηθήσει την οικονομική ανάκαμψη.

Στη σημερινή γλώσσα των Αμερικανών δημοκρατικών ριζοσπαστών του «κέντρου», ισχυροποίηση της μεσαίας τάξης σημαίνει ισχυροποίηση του έθνους και ισχυροποίηση της οικονομίας εις όφελος των μη προνομιούχων.

*Ο Θοδωρής Πελαγίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και υπότροφος καθηγητής του «Φουλμπράιτ» στα πανεπιστήμια «Κολούμπια» και CUNY των ΗΠΑ. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 2-5-2008. Το αναδημοσιεύουμε ύστερα από άδεια του συγγραφέα.

Sunday, March 30, 2008

Το στοίχημα του Βελτρόνι

Από τη Μαρσέλ Παντοβάνι*

Το πράσινο χρώμα βρίσκεται παντού: στις σκηνές των θεάτρων· στα βήματα των ομιλητών, που έχουν στηθεί σε όλα τα κινηματοθέατρα της επαρχίας· στις σημαίες που κυματίζουν οι οπαδοί των «δημοκρατικών» στις συγκεντρώσεις ·στην καρότσα του λεωφορείου που μεταφέρει τον Βάλτερ Βελτρόνι (Walter Veltroni) και το επιτελείο του από πόλη σε πόλη, σε έναν εξαντλητικό «γύρο» της Ιταλίας, που περιλαμβάνει τρεις ή τέσσερις συγκεντρώσεις την ημέρα.

Ξαναβρίσκουμε το πράσινο χρώμα στα καλύμματα των αναπαυτικών καθισμάτων, στο εσωτερικό του λεωφορείου. Στα πράσινα είναι ντυμένο ακόμα και το κρεβάτι όπου αναπαύεται ο ηγέτης της κεντροαριστεράς, ανάμεσα σε δύο συγκεντρώσεις, προστατευμένος από παχιές (πράσινες) κουρτίνες.

Αυτή η διαρκής παρουσία του πράσινου είναι ένα ισχυρότατο πολιτικό σύμβολο. Όπως είναι και το -μοναδικό- σύνθημα της εκστρατείας του: «Si puo fare» («μπορεί να γίνει»), με τη διευκρίνιση «μπορούμε να νικήσουμε, μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε την Ιταλία». Ούτε ίχνος φυσικά, από σφυροδρέπανα ή κόκκινες σημαίες.

Δεν τίθεται καν θέμα να ακουστεί στις συγκεντρώσεις το «παντιέρα ρόσα», πόσο μάλλον η «διεθνής». Στο κινηματοθέατρο «Τζιουλιέλμι» της Μάσα Καράρα, στην «πιάτσα ντελι έρμπε» της Μάντοβα, στο «παλέ ντε σπορ» του Φόρλι, στο θέατρο «Απολόνιο» του Βαρέζε, ο μόνος ύμνος που ακούγεται είναι ο εθνικός («l'Italia s'è desta»-«η Ιταλία ξύπνησε»).

Μήπως η Ιταλία επλήγη έξαφνα από οξεία εθνικιστική κρίση; Όχι. Απλά, η χώρα κοιλοπονάει το «δημοκρατικό κόμμα» (PD).

Χρισμένος στις 14 Οκτωβρίου από 3.5 εκατομμύρια πολίτες (πολίτες, όχι κομματικά μέλη), ο ηγέτης της κεντροαριστεράς ο Βελτρόνι νιώθει πράγματι ως εντολέας μιας εθνικής αποστολής: της γερής θεμελίωσης αυτού του νέου κόμματος, που συσπειρώνει ταυτόχρονα τον κοινωνικό καθολικισμό, τον ιταλικό κομμουνισμό και τη διάχυτη επιθυμία για μεταρρυθμίσεις.

Αυτός ο εν τη γενέσει του (μετά τις προκριματικές εκλογές του 2005 και του 2007) πολιτικός φορέας αποδεικνύει για μία ακόμα φορά την ευρηματικότητα της ιταλικής αριστεράς που λειτουργεί για μία ακόμα φορά σαν εργαστήριο για ολόκληρη την ευρωπαϊκή αριστερά: κατ' αρχήν ο Βελτρόνι κατέρχεται στις εκλογές ως ηγέτης ενός ανύπαρκτου κόμματος. Το PD δεν έχει ούτε καταστατικό, ούτε διευθυντικό όργανο, ούτε μέλη, ούτε προϋπολογισμό. Πρόκειται για ένα κόμμα χωρίς στελέχη, χωρίς τάσεις, και χωρίς καμία ιστορική δέσμευση. Προς το παρόν δεν είναι παρά ένα κτίριο, κοντά στο ρωμαϊκό Καπιτώλιο.

Απέναντι στη γενικευμένη κρίση των ιδεολογιών και την άνοδο των αντιπολιτικών λαϊκιστικών αισθημάτων, η αριστερά δεν μπορούσε παρά να ανανεωθεί, ακόμα και κάνοντας ένα άλμα στο κενό. Η ίδια αριστερά που άλλοτε μετέτρεψε το «αιρετικό» κομμουνιστικό της κόμμα (PCI) σε υπόδειγμα ιδεολογικής ευρύτητας κι εσωτερικού δημοκρατικού διαλόγου, προσανατολισμένου επιπλέον στην επίλυση των προβλημάτων της καθημερινότητας· η αριστερά που μπόρεσε να διατηρήσει υψηλά επίπεδα στράτευσης (τα αριστερά κόμματα εξακολουθούν να έχουν 1 εκατομμύριο μέλη, ενώ οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες διατηρούν πάντα 11 εκατομμύρια μέλη)· η αριστερά που κινητοποιείται σαν ένας άνθρωπος και μπορεί να αλλάξει «από τα κάτω» τις ηγετικές της ομάδες, επανακάμπτει και πάλι, τούτη τη φορά για να οικοδομήσει ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, με απροσδιόριστο ακόμα πολιτικό περίγραμμα.

«Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω ακόμα τι είδους κόμμα θα βρω στο τέλος αυτής της πορείας. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρος πάντως, είναι πως θα είναι το κόμμα των ονείρων μου», μας διαβεβαιώνει ο Βελτρόνι, με εκπληκτική ολύμπια ψυχραιμία, στο λεωφορείο του, που αφήνει την Πάρμα με κατεύθυνση την Ρέτζιο Εμίλια...

Θαυμάσια! Αλλά τι σκέφτεται για όλα αυτά ο παλαίμαχος αγωνιστής της αριστεράς, ο εθισμένος στις παραδοσιακές συγκεντρώσεις της «κόκκινης» αριστεράς; Σύμφωνα με τον γελοιογράφο Στάινο (Staino) (του πάλαι ποτέ κομματικού «οργάνου» «λ' ουνιτά»), που τον παρουσιάζει σαν ένα αρχετυπικό εργάτη, ο «τύπος» αυτός κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα: «λοιπόν, δεν είμαστε λεωφορείο, ανοικτό στους πάντες, δεν είμαστε Κιβωτός του Νώε, δεν είμαστε πατσουλί... Μα τότε τι είμαστε;» αναρωτιέται σε μία πρόσφατη γελοιογραφία...

Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα: το PD δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της συγχώνευσης των κομμάτων που αυτοδιαλύθηκαν για του δώσουν ζωή, ήτοι των πρώην κομμουνιστών «δημοκρατών της αριστεράς» (DS) και των πρώην αριστερών χριστιανοδημοκρατών της «μαργαρίτας» (DL). Το PD π.χ. αποκλείει κάθε συνεργασία με την άκρα αριστερά, δίνοντας τη χαριστική βολή στην «ένωση» που είχε φέρει στην εξουσία τον κακόμοιρο Ρομάνο Πρόντι (Romano Prodi) -υπό τους χειρότερους δυνατούς όρους, επικεφαλής ενός κομματικού συνασπισμού δώδεκα (!) κομμάτων.

Σήμερα, υπάρχει ένα μόνο κόμμα. Ο Βελτρόνι εξάλλου μεγεθύνει τη σημασία αυτής της τομής, ιδεολογικοποιώντας την: η «πάλη των τάξεων» είναι μια «εξαιρετικά πεπαλαιωμένη» προσέγγιση· το κύριο είναι η «καταπολέμηση της φτώχειας, όχι του πλούτου». «Οι πρώτοι που δεν αντιλαμβάνονται τον εργοδότη τους ως "αφεντικό" είναι οι μισθωτοί των μικρών επιχειρήσεων». Αυτή η συλλογιστική τού επιτρέπει να τοποθετήσει επικεφαλής του ψηφοδελτίου του στη Βενετία τον τοπικό ηγέτη της «Federmeccanica», της ομοσπονδίας των βιομηχάνων της μεταλλουργίας: μία πραγματική επανάσταση.
«Η στρατηγική της μετωπικής σύγκρουσης τελείωσε», επιβεβαιώνει ο Τζιανρίκο Καροφίλιο (Gianrico Carofiglio), δικαστής και συγγραφέας, υποψήφιος στην Απουλία.

Αυτός φαίνεται να είναι κι ο λόγος που ο Βελτρόνι δεν επιτίθεται ποτέ κατά μέτωπο τον αντίπαλό του Μπερλουσκόνι (Berlusconi), που δεν τον κατονομάζει καν. Θέλει να πάψει επιτέλους να είναι ο αντιμπερλουσκονισμός η ιδεολογική συγκολλητική ουσία της ιταλικής αριστεράς, όπως συνέβαινε τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Τέρμα στις πολεμικές ιαχές. Τέρμα στη δαιμονοποίηση του αντιπάλου. Ο μόνος αντιμπερλουσκονισμός του Βελτρόνι είναι έμπρακτος, φυσικός, πρακτικός. Εκφράζεται με τον τρόπο που ζει, που ντύνεται, που κινείται. Με την άνεσή του, την πλήρη απουσία μακιγιάζ, τον άμεσο τρόπο ομιλίας του -χωρίς γραπτές σημειώσεις- την αμεριμνησία του, στα 52 του χρόνια βρίσκεται στους αντίποδες της «αυτού εξοχότητας», που στα 72 του μοιάζει όλο και περισσότερο με μία αξιοθρήνητη καρικατούρα του εαυτού του. «Μοιάζει με έναν γηραλέο "τραβηγμένο" τηλεπαρουσιαστή με βαμμένα μαλλιά», όπως τον περιγράφει με ωμότητα ο Κάρλο Φρετσέρο (Carlo Freccero), διευθυντής της δορυφορικής RAI.

Δηλώνοντας σε μία συνέντευξή του στην «ελ παΐς» πως «το PD είναι κόμμα μεταρρυθμιστικό, όχι αριστερό». Ο Βελτρόνι έσπασε και το τελευταίο ταμπού: η ιδεολογία δεν είναι πια η αιτία του μεταρρυθμισμού· η κεντροαριστερά χρειάζεται να επανεφευρεθεί και να μετονομασθεί.

Πρόμοιες θέσεις κατακεραυνώνονται από την αριστερή εφημερίδα «ιλ μανιφέστο»: «ο Βελτρόνι ψαρεύει σε θολά νερά, κατεδαφίζει δύο αιώνες κοινωνικών αγώνων και συρρικνώνει τη δημοκρατία στην αμερικανική της εκδοχή», τον κατηγορεί η Ροσάνα Ροσάντα (Rossana Rossanda).

Να 'μαστε λοιπόν ενώπιοι ενωπίω με το μέγα ζήτημα της υιοθέτησης του «αμερικανικού μοντέλου». «Είναι αλήθεια πως το PD μπορεί να είναι το τελευταίο βήμα στην πορεία εξαμερικανισμού της ιταλικής πολιτικής ζωής» παραδέχεται ο κοινωνιολόγος Φράνκο Φεραρότι (Franco Ferrarotti). «Τι άλλο όμως να κάναμε για να υπερβούμε την απαξίωση των κομμάτων μας;».

Ας συνεχίσουμε όμως την προσπάθειά μας να απαντήσουμε στα ερωτήματα του «εργάτη» της «ουνιτά»: το PD δεν είναι ένα κόμμα που το υποστηρίζεις για να διακηρύξεις την πολιτική σου ταυτότητα, αλλά για να κυβερνήσει. Για να μειωθεί κατά το δυνατό η κοινωνική αδικία. Αμερικανικός ή όχι, ο πραγματισμός που το συνοδεύει από την ίδρυσή του (πρώτα επέλεξε ηγέτη και τώρα οικοδομείται, με τη βοήθεια 440 στάσεων ενός πράσινου λεωφορείου) μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για τις ευρωπαϊκές αριστερές, που παντού περνάνε κρίση.

Αυτή η γέννηση ενός κόμματος χάρη στο «ήρεμο χάος» -από τον τίτλο της τελευταίας ταινίας του Νάνι Μορέτι (Nanni Moretti), που κάνει πάταγο στις κινηματογραφικές αίθουσες- εκφράζει στα σίγουρα τον τρόπο σκέψης του ίδιου του Βελτρόνι.

Βάλτερ Βελτρόνι: μας είναι πια γνωστός. Γνωρίζουμε τον «καλοσυνατισμό» του, την έμφυτη καλοπροαίρετη διάθεσή προς τον πλησίον του. Γνωρίζουμε ακόμα τον τελετουργικό τρόπο που μιλάει, τα «ma anche» («αλλά επίσης») που δίνουν ρυθμό στις ομιλίες του. Γνωρίζουμε πως κάθε φορά που υποστηρίζει κάτι, προσφέρει και το αντιστάθμισμά του: τοποθετεί δίπλα-δίπλα τις αναφορές του στην «ομοφυλόφιλη υπερηφάνεια» κι εκείνες στην κηδεία του ιδρυτή της «όπους ντέι». Λατρεύει τον Ντελανοέ (Delanoë) -αλλά και τη Ségolène Royal. Υπερασπίζεται τον ευρωπαϊκό πολιτισμό -αλλά λατρεύει τις αμερικανικές ταινίες κ.ο.κ.

Ξέρουμε επίσης την πολιτική του διαδρομή, που ξεκινά σε ηλικία 15 ετών από την «ομοσπονδία των ιταλικών κομμουνιστικών νεολαιών» (FGCI), περνά από την εκλογή στο κοινοβούλιο, τη διεύθυνση της «ουνιτά», το υπουργείο πολιτιστικής κληρονομιάς στην πρώτη κυβέρνηση Πρόντι και -το σημαντικότερο- στο δημαρχείο της Ρώμης, όπου διαθέτει δημοτικότητα της τάξης του 70%.

Η πραγματιστική του διαχείριση, τα ξεσπάσματα γενναιοδωρίας του, η συνεχής παρουσία του στο πλευρό των δημοτών του, του χάρισαν ένα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Σε ένδειξη ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, κάθε φορά που κάπου στον κόσμο δίδεται χάρη σε κάποιον καταδικασμένο εις θάνατο, φωταγωγεί το Κολοσσαίο· τοιχοκολλεί στο Καπιτώλιο τις φωτογραφίες όλων όσοι έχουν απαχθεί από τρομοκράτες. Αξιοποιεί στο έπακρο την πολιτιστική και αρχαιολογική κληρονομιά της πόλης.

Η καινοτόμα διάθεσή του και οι πολιτιστικές του πρωτοβουλίες τον κάνουν συμπαθή στις γυναίκες και τη νεολαία, που είναι ο κορμός του κοινού του.

Στην αίθουσα συνεδριάσεων των γραφείων του PD στην «πιάτσα Σαν Κοζιμάτο» στο Τραστεβέρε, το κέντρο της «κόκκινης» Ρώμης, το κόμμα που δεν υπάρχει συνεδριάζει μολοταύτα συχνά. Στην αίθουσα κυριαρχούν οι προσωρινά εργαζόμενοι. «Το PD; Δε θα είναι εύκολο, αλλά η δημιουργία του ήταν μονόδρομος» μας λέει ο 22χρονος Αλεσάντρο (Alessandro), σπουδαστής που εργάζεται με μερική απασχόληση ως τηλεφωνητής.

«Το περιμέναμε, αυτό το κόμμα... Περιμέναμε ακόμα τον Βελτρόνι. Έχει όλα τα προσόντα για να γίνει ο τέλειος δήμαρχος της Ιταλίας», συμφωνεί η 24χρονη Αντονέλα (Antonella), επίσης φοιτήτρια.

Να λοιπόν που ο πραγματισμός έχει αποκτήσει ήδη τους οπαδούς του. Και το καραβάνι της «ένωσης», με το 281 σελίδων πρόγραμμά της και τους συνεχείς εσωκομματικούς καυγάδες της, χάνεται στον ορίζοντα... Είναι πια η ώρα της μοναχικής πορείας του πράσινου λεωφορείου. Είναι η ώρα του θαρραλέου και ριψοκίνδυνου Βελτρόνι.

Ποιες όμως είναι οι πιθανότητες επιτυχίας του; Ελάχιστες είναι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που του δίνουν ελπίδες για την εκλογική αναμέτρηση της 14ης Απριλίου. Προς το παρόν βαλτώνει γύρω στο 36%, πολύ πάντως παραπάνω από το σύνολο των ιδρυτικών του κομμάτων, που μαζί δε θα λάμβαναν πάνω από 30-31%. Αυτό το 36% λοιπόν είναι ήδη σπουδαίο -δεν αρκεί όμως για να δώσει στο PD τη νίκη.

Στην απέναντι όχθη, ο Μπερλουσκόνι προηγείται με 5-6% διαφορά. Πράγμα που, αν συνυπολογίσουμε και το μπόνους που προσφέρει στο πρώτο κόμμα το εκλογικό σύστημα, αρκεί για να του δώσει μια μικρή αλλά επαρκή πλειοψηφία που θα του επιτρέψει να κυβερνήσει, τουλάχιστο για λίγο καιρό.

Λοιπόν ο Βελτρόνι θα πρέπει να κάνει τους υπολογισμούς του: «αν ο Μπερλουσκόνι νικήσει με μικρή διαφορά, δε θα μείνει γα πολύ στο πρωθυπουργικό μέγαρο. Εμείς θα είμαστε εκείνοι που θα διαθέτουμε ένα νέο κόμμα, νέο πρόγραμμα, νέα μορφή οργάνωσης, εμείς θα θέτουμε τους νέους κανόνες. Εμείς θα είμαστε ο σκληρός πυρήνας της δημοκρατικής ανανέωσης. Θα είμαστε η αναπόφευκτη πολιτική δύναμη».

Έτσι μάλλον θα σκέφτεται ο Βελτρόνι. Υπάρχει όμως και μια σκέψη που μας τη λέει φωναχτά, στο πράσινο λεωφορείο του, ανάμεσα στην Τοσκάνη και την Εμιλία-Ρομάνα: «δύο πράγματα είναι βέβαια. Ακόμα κι αν νικήσει ο Μπερλουσκόνι, στην ουσία είναι χαμένος. Όσο για μένα, ακόμα κι αν χάσω, είμαι ο κερδισμένος». Δεν πρόκειται για κάποιο πολιτικό αξίωμα. Ούτε για το ένατο όραμα του «μικρού πρίγκιπα» (όπως τον αποκαλούν αρκετοί).

Πρόκειται για μία ψυχρή πολιτική εκτίμηση.

*Η Marcelle Padovani είναι ανταποκρίτρια του «Nouvel Observateur» στην Ιταλία. Το άρθρο της Le pari de Walter Veltroni δημοσιεύτηκε στις 29-03-2008. Η μετάφραση ανήκει στην ομάδα του PPOL.

Monday, March 24, 2008

Ιερή η ολυμπιακή φλόγα, πιο ιερά τα ανθρώπινα δικαιώματα

Reporters Without Borders demonstrates in Olympia at start of Olympic torch relay to Beijing

Από RSF

Three Reporters Without Borders representatives, including secretary-general Robert Ménard, today unfurled a banner showing the Olympic rings transformed into handcuffs at the official Olympic torch-lighting ceremony in Olympia, in Greece. Security forces arrested the three human rights activists, who are now being held at a police station in Pyrgos, around 80 kilometers from Olympia.

“The Olympic flame may be sacred but human rights are even more so,” the press freedom organisation said. “We could not let the Chinese government take the Olympic flame, a symbol of peace, without denouncing the dramatic human rights situation in China with less than five months to go to the start of the Olympic Games.”

Reporters Without Borders added : “The treatment reserved in China for those who express themselves freely, the censorship imposed on the press and the news blackout in Tibet demand this sort of protest. All possible means must now be used to condemn the serious violations of basic freedoms in China. We will protest whenever we can.”

The Reporters Without Borders’ representatives unfurled the Beijing 2008 campaign banner during the ceremony to light the torch. They were immediately seized by the security forces before being taken to a police station in Pyrgos.

“What we did was not intended to embarrass the Greek authorities,” the organisation said. “We just want to remind the Chinese government and the International Olympic Committee of the promises made on respecting human rights in China”.

Chinese television interrupted its coverage of the ceremony during the intervention by Reporters Without Borders’ activists, replacing it with archive footage of the Olympic site. Greek television simply broke off its broadcast for a few moments.

Reporters Without Borders is also calling on heads of state, heads of government and members of royal families to boycott the 8 August opening ceremony of the Beijing games.

The organisation will hold a news conference on the press freedom situation in China at 11 a.m. on 27 March at the Lawyers Centre in Athens.

Around 100 journalists, Internet users and cyber-dissidents are currently imprisoned in China just for expressing their views peacefully. Journalists have been banned from visiting Tibet since 12 March and have been expelled from neighbouring provinces. The crackdown on protests by Tibetans is taking place out of sight.

Chinese journalists continue to be subject to the dictates of the Publicity Department (the former Propaganda Department), which imposes censorship on a wide range of subjects. The government and party continue to control news and information and have authoritarian laws to punish violators.

Charges of subversion, disseminating state secrets or spying are often brought against journalists and cyber-dissidents. Self-censorship is the rule in news organisations. Independent Chinese-language media based abroad are blocked, harassed or jammed, preventing the emergence of diversity in news and information.

More information about the Reporters Without Borders international campaign on the 2008 Beijing Olympic Games is available in English, French, Spanish, Arabic and Chinese at the Reporters Without Borders website .
see the video

See also RSF : Repression continues in China, six months before Olympic Games

Tuesday, March 4, 2008

Κοσσυφοπέδιο: η μαφία αποκτά το κράτος της στο κέντρο της Ευρώπης

Από τον Βλαντιμίρ Οβτσίνσκι*

Αξίζει να σημειωθεί πως η επιχειρηματολογία υπέρ της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου κολυμπάει στην πολιτική ορθότητα. Από όλους όσοι ασχολούνται με το ζήτημα, με τη μια μορφή ή την άλλη, κανείς δεν αποφασίζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους.

Μα τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχνούν να μας πουν; Ως εγκληματολόγος και πρώην διευθυντής του γραφείου της «ίντερπολ» στη Ρωσία, είμαι σε θέση να το επισημάνω, χωρίς περιφράσεις: ουσιαστικά βρισκόμαστε στη δημιουργία ενός κράτους της μαφίας στην καρδιά της Ευρώπης!

Τον Οκτώβριο του 1997 βρέθηκα επικεφαλής στο κεντρικό γραφείο της ίντερπολ της Ρωσίας. Τον επόμενο μήνα, η διεθνής γραμματεία του οργανισμού κοινοποίησε σε όλα τα κράτη-μέλη του μία έκτακτη έκθεση που ζητούσε από όλες τις αστυνομικές δυνάμεις της ηπείρου να επικεντρώσουν την προσοχή τους στη δραστηριότητα των μαφιόζικων συμμοριών των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, που βρίσκονταν τότε σε πλήρη άνθιση.

Σύμφωνα με την ίντερπολ, οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου είχαν υπό τον έλεγχό τους το 60%-80% του εμπορίου ηρωίνης στην Ελβετία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Τσεχία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία.

Αποδεικνυόταν πως μαφιόζικου τύπου συμμορίες διασφάλιζαν τη μεταφορά οπίου και στη συνέχεια ηρωίνης, από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, μέσω των Βαλκανίων προς τη δυτική Ευρώπη, ακολουθώντας εμπορικές οδούς γνωστές από τον 19ο αιώνα.

Φορολόγηση ύψους 3% υπέρ του αποσχιστικού στρατού του Κοσσυφοπεδίου

Μετά την οδηγία αυτή, ο συντονισμός των αστυνομικών δυνάμεων όλων των ευρωπαϊκών χωρών επέτρεψε την διάλυση πολλών εγκληματικών οργανώσεων που διευθύνονταν από Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου. Το 1999, αστυνομικές δυνάμεις της Ιταλίας εξειδικευμένες στην καταπολέμηση της μαφίας, συνέλαβαν τον ηγέτη μιας εξ αυτών των συμμοριών Αγκίμ Γκάσι (Agim Gashi), κάτοικο Πρίστινας, πρωτεύουσας του Κοσσυφοπεδίου.

Στην ίδια αστυνομική επιχείρηση συνελήφθηκαν περί τα 120 ακόμα άτομα, στην πλειοψηφία τους Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η ιταλική αστυνομία πληροφορήθηκε πως μεταξύ του 1991 και του 1999, η κοσοβάρικη μαφία και τα παραρτήματά της στις μεταναστευτικές κοινότητες του εξωτερικού είχαν χρηματοδοτήσει το αποσχιστικό κίνημα του Κοσσυφοπεδίου με 1.5 δις γερμανικά μάρκα (περί τα 750 εκατομμύρια ευρώ), που προέρχονταν κατά κύριο λόγο από το εμπόριο ναρκωτικών.

Μετά το 1997, οι μαφιόζικες αυτές συμμορίες συμπτύχθηκαν και νομιμοποιήθηκαν (με τις ευλογίες των Ηνωμένες Πολιτειών) γύρω από τον «απελευθερωτικό στρατό του Κοσσυφοπεδίου» (UCK). Φορολόγησαν δε με 3% όλα τα νοικοκυριά των Αλβανόφωνων Κοσοβάρων του εξωτερικού. Τα ποσά που συνελέγησαν κατ' αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά όπλων και τα λειτουργικά έξοδα του UCK, που στα τέλη του 1998 διέθετε ήδη πάνω από 20,000 μαχητές.

Εκείνη την εποχή ο UCK και οι ηγέτες των μαφιόζικων συμμοριών κατένειμαν μεταξύ τους το έργο της παραγωγής και της μεταφοράς των ναρκωτικών. Ιδίως μετά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τα έσοδά τους από αυτές τις δραστηριότητες εκτοξεύθηκαν σε δυσθεώρητα ύψη. Σύμφωνα με την ίντερπολ και την «γιούροπολ» υπολογίζεται πως η μαφία των Αλβανών Κοσοβάρων αποκόμισε περί τα 15 δις μάρκα (7.5 δις ευρώ).

Την ίδια εκείνη περίοδο οι δραστηριότητες της μαφίας διαφοροποιήθηκαν και συμπεριέλαβαν την πορνεία και το δουλεμπόριο. Η παρουσία των στρατιωτών της ειρηνευτικής δύναμης του ΝΑΤΟ (KFOR) συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας «βιομηχανίας» που στόχευε στη διασκέδασή τους. Το Κοσσυφοπέδιο, αλλά και τα γειτονικά σέρβικα εδάφη γνώρισαν τότε ένα κύμα απαγωγών νέων κοριτσιών, που εκπορνεύονταν δια της βίας σε περιοχές όπου στρατοπέδευαν οι άνδρες της KFOR.

Χάρη στην υποστήριξη των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, ο UCK και οι συνδεδεμένες με αυτόν μαφιόζικες συμμορίες γρήγορα επεξέτειναν τις δραστηριότητές τους στη δυτική Ευρώπη, ιδίως στην Ιταλία. Μία έκθεση της γιούροπολ του 2006 διαπίστωνε έτσι πως χάρη στην ευελιξία, την βιαιότητα και την ωμότητά τους, οι μαφιόζικες δομές των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, κυριάρχησαν γρήγορα σε πολλούς τομείς του οργανωμένου εγκλήματος. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που στα τέλη του 2007, σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξε η ιταλική αστυνομία και που επιβεβαιώθηκαν από τον γερουσιαστή Εμίντιο Νόβι (Emiddio Novi), οι τρεις σημαντικότερες μαφιόζικες ιταλικές οργανώσεις (η σικελική «κόζα νόστρα», η «ντραγκέτα» της Καλαβρίας και η ναπολιτάνικη «καμόρα») αναγκάστηκαν να συμπτύξουν μέτωπο για να αντιμετωπίσουν από κοινού την αυξανόμενη επιρροή των συμμοριών των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου.

Εξίσου κρίσιμη έγινε η κατάσταση στη Γερμανία, όπου οι Κοσοβάροι «πρόσφυγες» έφεραν μαζί τους τεράστιες ποσότητες καλάσνικοφ, και δραστηριοποιήθηκαν στην πλαστογραφία χαρτονομισμάτων.

Η μαφία τους κατέκτησε και τις ΗΠΑ. Τα μισά περίπου από τα τυχερά παίγνια της Νέας Υόρκης είναι υπό τον έλεγχο μιας κοσοβάρικης συμμορίας, που αποκαλείται «ο συνεταιρισμός». Το 2006, που το «ομοσπονδιακό γραφείο ερευνών» (FBI) κυνήγησε την εγκληματική αυτή οργάνωση, αποκαλύφθηκε πως μόνο οι κερματοδέκτες ηλεκτρονικού πόκερ απέφεραν ετησίως στην οργάνωση κέρδη πολλών εκατομμυρίων δολαρίων.

Στις βουλευτικές εκλογές της 18ης Νοεμβρίου στο Κοσσυφοπέδιο, νικητής αναδείχθηκε το «δημοκρατικό κόμμα του Κοσσυφοπεδίου» (PDK), με ηγέτη τον Χασίμ Θάτσι (Hashim Thaçi).
Ο ηγέτης αυτός δεν είναι όποιος-όποιος. Από φοιτητής στη γειτονική Αλβανία, ο απόφοιτος του πανεπιστημίου της Πρίστινα δήλωνε οπαδός του ριζοσπαστικού μαρξισμού και του εθνικιστικού σοσιαλισμού. Την εποχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν σε παράνομες ένοπλες ομάδες των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, κι αμέσως καλλιέργησε έμπρακτα τη συνεργασία εθνικιστών και μαφιόζων.

Η Μαντλίν Ολμπράιτ στο πλευρό του «φιδιού» Θάτσι

Από το 1993 ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του επιτίθενται σε Σέρβους αστυνομικούς και πολυάριθμες πολιτικές δολοφονίες. Αφού λαμβάνει αυτό το «βάπτισμα του πυρός» ο Θάτσι προσκολλάται στην μαφιόζικη οικογένεια των Τζασάρι (Jashari), που εξειδικεύεται στη διακίνηση όπλων και την πορνεία. Στέλνεται από τους προστάτες του να συνεχίσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Ζυρίχη, όπου παράλληλα επιδίδεται σε εμπόριο όπλων για να χρηματοδοτήσει το αποσχιστικό κίνημα.

Την άνοιξη του 1997 ο Θάτσι επιστρέφει στο Κοσσυφοπέδιο κι οργανώνει σειρά επιθέσεων κατά σερβικών αστυνομικών στόχων. Σύμφωνα με την διεθνή οργάνωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων «παρατηρητήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (HRW) η ομάδα του ευθύνεται για πέντε τουλάχιστο φόνους και δεκάδες απαγωγές.

Το καλοκαίρι του 1998 οι μικρές ομάδες ενόπλων του UCΚ, χάρη στην χρηματική υποστήριξη της τοπικής μαφίας, στρατολογούν μονομιάς 10,000 νέους μαχητές. Ο οπλισμός τους εξασφαλίζεται από τα χιλιάδες όπλα που έχουν λεηλατηθεί από τις αποθήκες του αλβανικού στρατού κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του 1997.

Ο Θάτσι είναι πια ένας από τους νεότερους ηγέτες του UCK. Γνωστός με το πολεμικό του παρατσούκλι «το φίδι», γνωρίζει σπάνια δημοσιότητα όταν η τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ (Madeleine Albright), δηλώνει πως ο Θάτσι συγκαταλέγεται «στους Αλβανούς που μάχονται για τη δημοκρατία» και πως είναι ο ηγέτης του UCK «με το λαμπρότερο μέλλον».

Πράγματι, ο Θάτσι δε θα απογοητεύσει τους υποστηρικτές του.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως η ιστορία της ανεξαρτητοποίησης του Κοσσυφοπεδίου έχει και μια σκοτεινή πλευρά, πόσο μάλλον που όλα όσα ανάφερα εδώ δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

*Ο Vladimir Ovtchinski είναι Ρώσος νομικός και απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας. Το άρθρο του με τίτλο Moscou dénonce un nouvel Etat «mafieux» δημοσιεύτηκε στην Courrier Intenational / Ogoniok στις 3 - 3 - 2008. Η μετάφραση έγινε από την ομάδα του PPOL.