Wednesday, July 30, 2008

Το παιχνίδι με τους θεσμούς και η μέθοδος Πούτιν

Η αντικατάσταση του βουλευτή της ΝΔ Γιάννη Μανώλη από το α' θερινό τμήμα της Βουλής συνιστά ένα ακόμη τρανό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση παίζει με τους θεσμούς. Τώρα πια η κυβερνητική πλειοψηφία, κάθε φορά που θα φοβάται καταψήφιση των ρυθμίσεων που προωθεί, θα αποσύρει όχι τα νομοσχέδια αλλά τους βουλευτές. Πρωτότυπο και προωθημένο.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η προσπάθεια εξυγίανσης των ζημιογόνων ΔΕΚΟ μέσα από τον περιορισμό των όποιων υπερβολών, απ’ τις δεκάδες που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν. Η αντικατάσταση του βουλευτή της ΝΔ με συνοπτικές διαδικασίες αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου σε μια σειρά από θεσμικά unfair.

Παρακολουθούμε τις τελευταίες δύο εβδομάδες στο μέσο του Καλοκαιριού την προώθηση δύο νομοσχεδίων που δίνουν ένα ενδιαφέρον σήμα για την ποιότητα των θεσμών στη χώρα μας. Με το πρώτο, στο οποίο μπήκε «τσόντα» και η επίμαχη τροπολογία για τις ΔΕΚΟ, αποκεφαλίζεται ο επικεφαλής της Αρχής διερεύνησης μαύρου χρήματος Γ. Ζορμπάς στο μέσο κρίσιμων και ενοχλητικών ερευνών που μπαίνουν έτσι στο ντουλάπι. Με το δεύτερο υπονομεύεται ο θεσμός της αυτοδιοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων.

Πρέπει κάποτε να καταλάβουμε ότι σταθερό, αναπόσπαστο και συνυφασμένο με την σύγχρονη δημοκρατία χαρακτηριστικό είναι ο έλεγχος και η μεταξύ των διαφόρων θεσμών εξουσίας εξισορρόπηση (checks and balances). Ωστόσο, στην Ελλάδα ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είναι πενιχρός διότι υπόκειται στον κανόνα της πλειοψηφίας και ο δικαστικός είναι υπαρκτός αλλά εξασθενημένος από τα χρόνια προβλήματα της απελπιστικά καθυστερημένης έκδοσης των αποφάσεων και της προσπάθειας πολιτικής χειραγώγησης.

Σ’ αυτή την κατάσταση συνεισφέρει και η θεσμική παρουσία της ηγεσίας της δικαιοσύνης, η οποία έχει χαρακτηριστεί από πολλές πλευρές απογοητευτική. Και πώς να μην είναι άλλωστε, αφού τον τελευταίο μόλις χρόνο μάθαμε ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μπορεί να αποφασίζει συμπεριλαμβανομένων τηλεφωνικών ψήφων (υπόθεση των συμβασιούχων) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας και είδαμε τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί εκτός αρμοδιότητας (υπόθεση καμερών) σχετικά με νομικό ζήτημα που εκκρεμούσε ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως του αρμόδιου κατά το Σύνταγμα δικαστηρίου. Ποιον σεβασμό στους κανόνες και τους θεσμούς να εμπνεύσουν στην κοινωνία μετά από αυτά οι ανώτατοι δικαστές;

Ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών λειτούργησε από την αρχή ενοχλητικά απέναντι στην πολιτική εξουσία και δικαίωσε το σκοπό του σε μία χώρα όπου ο πήχης των κανόνων τίθεται ψηλά για να παραβιάζεται εύκολα. Εμβάθυνε το κράτος δικαίου και προώθησε την προστασία των δικαιωμάτων και την έννοια της αξίας του πολίτη απέναντι σε ένα κράτος πλατύ και αυθαίρετο. Ακόμα κι αυτός ο θεσμός, όμως, δέχτηκε και συνεχίζει να δέχεται συνεχή χτυπήματα. Είναι γνωστό ότι επιχειρήθηκε παράκαμψη του ΑΣΕΠ με τη διαδικασία των συνεντεύξεων και ότι η μισή κυβέρνηση (Υπουργείο Παιδείας, Άμυνας, πρώην Δημόσιας Τάξης, Δικαιοσύνης) τσακώθηκε και πήγε στα δικαστήρια για να λύσει τις διαφορές της με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Χθες δημοσιεύτηκαν στο τύπο στοιχεία για τη δραστική μείωση του προϋπολογισμού των ανεξάρτητων αρχών με το ΑΣΕΠ χαρακτηριστικά να λαμβάνει φέτος 4 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα σε σχέση με πέρυσι.

Η σχέση αντίθεσης και σύγκρουσης μεταξύ των διαφόρων θεσμών εξουσίας είναι δεδομένη και επιθυμητή και οργανώνεται άλλωστε από το ίδιο το Σύνταγμα. Ωστόσο, η σημερινή πολιτική εξουσία υπερβαίνει την αντίθεση αυτή και χτυπάει κατευθείαν τους ίδιους τους θεσμούς. Οι κανόνες τηρούνται μόνο όταν αυτό είναι πολιτικά επωφελές και συμβατό με το ύφος «κατσουφιασμένου νοικοκύρη» του εκπροσώπου του πρωθυπουργού. Όταν συμβαίνει το αντίθετο, η ελαστικότητα της ερμηνείας των κανόνων είναι τέτοια ώστε μπορεί και παραμένει ως πρωθυπουργικός σύμβουλος πρώην βουλευτής, διωκόμενος από τη δικαιοσύνη για πολιτική προστασία σε γκάνγκστερ.

Εφαρμόζεται στα δημόσια πράγματα η «μέθοδος Πούτιν». Χειραγώγηση των θεσμών, αδιαφάνεια, ελάχιστη κριτική και πολιτική αντιπαράθεση ανύπαρκτη. Μάλλον κρίθηκε ως η καλύτερη μέθοδος για την διαιώνιση της σημερινής πολιτικής εξουσίας. Ωστόσο όσο και αν την ξορκίζεις, η δημοκρατία επανέρχεται και σου χτυπάει την πόρτα ενοχλητικά.

Monday, July 28, 2008

Η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας υπονομεύει τη συλλογική ευημερία

Μία από τις πιο υπο-εκτιμημένες, ωστόσο εξαιρετικά επικίνδυνες εξελίξεις των τελευταίων ετών, είναι η συνεχής επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας τόσο ως προς τις τιμές (πληθωρισμός) όσο και ως προς τις επιμέρους διαρθρωτικές παραμέτρους που την προσδιορίζουν (ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον).

Την εξέλιξη αυτή δε φαίνεται να τη συμμερίζεται η κυβέρνηση, η οποία στο Επιχειρησιακό Σχέδιο «Επιχειρηματικότητα και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013» διατυπώνει την άποψη ότι οι εξελίξεις στο μέτωπο της ανταγωνιστικότητας τα τελευταία δύο χρόνια είναι θετικές.

Η πραγματικότητα δυστυχώς τη διαψεύδει. Χωρίς να υποτιμάμε τις έρευνες διεθνών οργανισμών που δείχνουν την Ελλάδα να κατρακυλάει στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας, από την 37η θέση το 2004 στην 42η το 2008 σύμφωνα με το IMD και από την 35η θέση στην 65η σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ WEF, ο πραγματικός καθρέφτης του προβλήματος είναι η ραγδαία επιδείνωση του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών. Το 2007 το ελληνικό εξωτερικό έλλειμμα έφτασε το μεταπολεμικά ιστορικό υψηλό του 14,1% του ΑΕΠ από 11,1% το 2006, μέγεθος «τελείως ασύνηθες για μία ανεπτυγμένη χώρα εν καιρώ ειρήνης» (βλ. Αναστασάτος: Η Επιδείνωση του Ελληνικού Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών: Αίτια, Επιπτώσεις και Σενάρια Προσαρμογής, 22-7-2008).

Δυστυχώς όμως, ούτε τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδιώκουν να εντάξουν τον προβληματισμό γύρω από τη φθίνουσα ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε περίοπτη θέση στο δημόσιο λόγο τους. Ορισμένα εξ’ αυτών λόγω ιδεολογικής διαφοροποίησης (ΚΚΕ), τα υπόλοιπα, επειδή η αναγωγή της ανταγωνιστικότητας σε σημαντική οικονομική και κοινωνική αξία δεν συνάδει με τη λογική της εξατομικευμένης ανθρωποκεντρικής προσέγγισης που έχουν υιοθετήσει στον πολιτικό τους λόγο. Έτσι λοιπόν καταλήγουμε σε μια κατάσταση όπου η κυβέρνηση ψεύδεται, η κομμουνιστική αριστερά απορρίπτει ολοσχερώς την αξία της ανταγωνιστικότητας και οι υπόλοιποι «τα μασάνε» μη θεωρώντας την σημαντικό θέμα για τους πολίτες ή έστω προτεραιότητα για την εθνική οικονομία.

Το θέμα όμως είναι ουσιώδες και εξαιρετικά κρίσιμο. Η ανταγωνιστική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας ενδέχεται μεσοπρόθεσμα να μειώσει το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης που σήμερα βρίσκεται στο 3%. Η συγκεκριμένη εξέλιξη μας αφορά όλους με πρώτους και κύριους τους νέους, αφού υπονομεύει την προοπτική για οικονομική και κοινωνική άνοδο στο μέλλον μέσω της απασχόλησής σε ποιοτικές θέσεις εργασίας που δημιουργεί η αναπτυξιακή διαδικασία.

Το πρόβλημα πηγάζει από δομικές αδυναμίες της εθνικής οικονομίας και εντοπίζεται στα εξής πεδία.

Πρώτον, στο γεγονός ότι ο ελληνικός πληθωρισμός, από τη στιγμή της ένταξης της Ελλάδας στο ευρώ, διατηρείται σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, συνήθως άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας. Ο υψηλότερος αυτός πληθωρισμός σε συνδυασμό με τη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας από το 2005 και μετά καθώς και τη συνεχιζόμενη ανατίμηση του ευρώ έναντι των ξένων νομισμάτων, καθιστά την Ελλάδα μια εξαιρετικά ακριβή χώρα στο εξωτερικό, οδηγώντας σε μια πραγματική ανατίμηση της αξίας των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών της τάξης του 18% με 24% σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Δεύτερο πρόβλημα αποτελεί η πάγια πρακτική των κυβερνήσεων να συμμορφώνονται επιφανειακά στο κοινοτικό οικονομικό κεκτημένο, αντί να προωθούν με μεθοδικότητα ουσιαστικές αλλαγές που θα οδηγούσαν σε βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος και αύξηση των ευκαιριών ποιοτικής απασχόλησης για όλους και όχι μόνο τους νέους. Υπ’ αυτή την έννοια δεν είναι να απορεί κανείς που σύμφωνα με όλες τις πρόσφατες έρευνες των διεθνών οργανισμών η επίδοση της χώρας μας φθίνει σε όλους τους επιμέρους διαρθρωτικούς δείκτες ανταγωνιστικότητας, από τα δημοσιονομικά και το θεσμικό περιβάλλον που διέπει την επιχειρηματικότητα μέχρι την εκπαίδευση και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί η οικονομία.

Τέλος και ίσως πιο σημαντικά, η Ελληνική οικονομία δεν έχει κερδίσει έως τώρα το στοίχημα της ποιότητας. Παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος στο τεχνολογικό περιεχόμενο και την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, η Ελλάδα, με ορισμένες εξαιρέσεις, δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ισχυρά brand names. Παραμένουμε έτσι μια οικονομία που ανταγωνίζεται με βάση το ελάχιστο κόστος, και η οποία κατευθύνει σταθερά ένα σημαντικό τμήμα των ιδιωτικών επενδύσεων στην οικοδομική δραστηριότητα και την αγορά κατοικίας. Το πρόβλημα είναι ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ενώ κατηγοριοποιούνται στις επενδύσεις, δεν έχουν τις ίδιες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στο συνολικό εισόδημα με αυτές που έχουν οι παραγωγικές επενδύσεις που πραγματοποιούνται κατά κόρον στις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά.

Αποτελεί κατά την άποψή μας κοινή λογική ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μέσα από την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και της ακρίβειας, τον περιορισμό της προ-κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής, τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού κράτους κι ενός περιβάλλοντος ευνοϊκού προς την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα υψηλών δυνατοτήτων, την αναβάθμιση και την αξιοποίηση του υπάρχοντος ανθρώπινου κεφαλαίου σε συνδυασμό με την επένδυση στην ποιότητα και την καινοτομία πρέπει να αποτελέσει κορυφαία προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής από εδώ και πέρα.

Αυτό βέβαια προϋποθέτει το τέλος της εύκολης ανάπτυξης που χαρακτήρισε τη μεταπολιτευτική περίοδο με την εκτεταμένη μαύρη οικονομία, τις χαμηλής προστιθέμενης αξίας μικρο-επιχειρήσεις και το αναποτελεσματικό κράτος των προσοδοθήρων και των free riders. Θεωρούμε ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μέσα από μία επένδυση στην ποιότητα και σημαντικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην οικονομία αποτελεί διέξοδο για τη γενιά των 700 ευρώ. Επιπρόσθετα, έτσι μόνο θα αποκτήσει πρακτική αξία και η όλη συζήτηση που έχει ξεκινήσει το τελευταίο διάστημα με αφορμή το σκάνδαλο της SIEMENS περί αλλαγής μοντέλου ανάπτυξης και μεταμόρφωσης του εγχώριου πολιτικού σκηνικού. Διαφορετικά ό,τι και να λέμε θα αποτελεί κούφιο ριζοσπαστισμό η υιοθέτηση του οποίου θα συνεχίσει να υπονομεύει την προοπτική μιας μακροχρόνιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Sunday, July 27, 2008

Η γενιά χωρίς όνομα

Γιατί άραγε να πρέπει μια γενιά να έχει «κωδικό-όνομα»; Ευτυχώς που κάθε νέα γενιά ζει έτσι ή αλλιώς τη ζωή της και, αδιαφορώντας για εκείνους που τρέχουν να την αναλύσουν, φτιάχνει το μέλλον


Η επόμενη γενιά της περίφημης «Χ», που αυτοπροσδιορίστηκε μέσα από το βιβλίο του Douglas Coupland, αναζητεί το δικό της όνομα όχι τόσο για να αποκτήσει ταυτότητα όσο για να έχουν έναν «κωδικό» οι αναφορές σε αυτήν και να διευκολύνονται όσοι επιμένουν να βάζουν τις ολόφρεσκες ομάδες των νέων ανθρώπων στο μικροσκόπιο.

Αν έφθανε ένα «Υ» στη λογική του επόμενου γράμματος του λατινικού αλφαβήτου θα ήταν για να περιγράψει τους ανθρώπους που γεννήθηκαν μεταξύ 1977 και 2002. Τα μικρά αδελφάκια των διάσημων «Χ», της μουσικής γκραντζ και του Διαδικτύου.

Την κουβέντα θέλησε να ξανανοίξει η εφημερίδα «Washington Post» για να διευκολύνει και να απαλλάξει τους νέους, μεταξύ 16 και 30, από χαρακτηρισμούς όπως η γενιά-μιλένιουμ, οι «τεκνοσέξουαλ», ή η γενιά του i-pod και της εικονικής πραγματικότητας (VR όπως virtual reality). «Τι έρχεται μετά την Generation Χ;» αναρωτιέται η εφημερίδα. Και οι απαντήσεις αφήνονται στα χέρια κάποιων που μπήκαν στη διαδικασία να δώσουν μικρές συνεντεύξεις χωρίς κατ' ανάγκην να συνιστούν κάποιας μορφής αντιπροσωπευτικό δείγμα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες φθάνουν τα 70 εκατομμύρια, στην Ιταλία (με βάση την αναπαραγωγή του ίδιου ρεπορτάζ στις σελίδες της «Repubblica») είναι γύρω στα 5 εκατομμύρια. Καθένας έτοιμος να μιλήσει για τη «δική του» γενιά. Χαλαρά και ήρεμα, χωρίς να πολυσυνειδητοποιεί ότι μπαίνει σε μια διαδικασία, αφού δεν είναι τυχαία η γενιά που «βρίσκεται σε σύνδεση επί 24ωρης βάσης», πρωταγωνίστρια λαμπρή της απέραντης ηλεκτρονικής κοινότητας, φορέας ενός εικονικού-εγώ στο περίφημο Second Life, μια γενιά που βιώνει διαφορετικά την έννοια της συμμετοχής, οργανωμένη σε νέου τύπου νομαδικές «φυλές».

Ξεφεύγουν από τις κατηγοριοποιήσεις γιατί, όπως λένε τα αδέλφια αλλά και οι γονείς τους, καθένας τους φτιάχνει το προσωπικό του σύμπαν από πάθη και ενδιαφέροντα. «Διαφέροντας σαφώς από τους λεγόμενους baby-boomers, γεννήθηκαν σε μια κοινωνία που δεν τους δίνει υποσχέσεις για το μέλλον τους, ζουν την καθημερινότητά τους σε ένα σενάριο σκοτεινό, μεγαλώνουν σε μια κατάσταση κρίσης των αξιών και των προοπτικών που ανοίγονται μπροστά τους και αναπτύσσουν, ή τέλος πάντων προσπαθούν να διατηρήσουν μια συμπεριφορά ρεαλιστική και ταυτόχρονα αισιόδοξη. Είναι έτοιμοι να προσφέρουν μέσα από τον εθελοντισμό και να απασχοληθούν με θέμα περιβαλλοντικά», εξηγεί ο κοινωνιολόγος Vanni Codeluppi.

Κάποιοι ήθελαν να προσδιορίζονται μέσα από αναφορές στο κίνημα των πανκ ή των χίπις. Άλλοι προέβαλαν την ταυτότητά τους με τις μάρκες των ρούχων τους, όπως η T-generation της δεκαετίας του '80, με τα Converse, τα Adidas κι ένα σωρό άλλες αναγνωρίσιμες επιλογές. Αυτή η γενιά όμως δεν θέλει να έχει αίσθηση της κρίσης, βολεύεται με λίγη θαλπωρή που της προσφέρει η ομαδοποίηση σε όποιο κοινωνικό πακέτο τη χωρέσει, ζει μέσα στην οικογένεια και διαμορφώνει μια κάστα προνομιούχων καταναλωτών. Φυσικά, όπως διευκρινίζει ο Vanni Codeluppi, η αγορά δεν τη χάνει καθόλου από τα μάτια της και αναζητεί σταθερά τρόπους για να την προσεγγίσει.

Όσον αφορά τη μουσική που προτιμά, κάνει διακρίσεις υπέρ της ποπ και βολεύεται άνετα με ό,τι μπορεί να «κατεβάσει» χωρίς χρεώσεις από το Ιντερνετ. Ψάχνει ανεξάρτητες παραγωγές και δεν ντρέπεται να δείξει την προτίμησή της σε όσα της άφησαν κληρονομιά οι αμέσως προηγούμενοι.

Η τηλεοπτική σειρά «Lost generation» την άγγιξε ιδιαίτερα, ίσως γιατί καλύπτει το κενό που αισθάνεται και η ίδια και εκφράζεται μέσα από την ανάγκη της να ξανα-ανακαλύψει τον κόσμο και την ίδια τη ζωή.

Στον κινηματογράφο αφήνεται να γοητευτεί ακόμη από τον «Indiana Jones» αλλά και από παραγωγές, όπως η «Juno». Οι ανεξάρτητες παραγωγές τραβούν κι εδώ το ενδιαφέρον της.

Κι ίσως με λίγα λόγια, στην αναζήτηση μιας ταυτότητας για τη γενιά αυτή, να είναι ανάγκη να ανατρέξει κανείς σε κάθε λογής υποκουλτούρα και να 'χει μια ελαστικότητα ώστε να μην κολλήσει στην προσπάθεια ερμηνείας αντικρουόμενων χαρακτηριστικών, σε μια εποχή με πολυμορφική ταυτότητα!

Μια πασαρέλα με ατελείωτα πήγαιν'-έλα, από γενιές με όνομα ή χωρίς, ανοίγεται μπροστά στα μάτια όποιου επιχειρήσει τουλάχιστον μεταπολεμικά να φτιάξει «κουτάκια» ταξινόμησης των νέων, με ρεύματα ξεκαθαρισμένα ή ανάκατα, με κουλτούρες μπερδεμένες στο κουβάρι που πλέκει, πριν το πολυκαταλάβουμε, το μέλλον μας...*

Friday, July 25, 2008

What Comes Next After Generation X?

As a Demographic, Millennials Don't All See It as the Best Label

By Ian Shapira
Washington Post Staff Writer
Washington Post
Sunday, July 6, 2008

Everyone knows the G.I. generation of World War II and the baby boomers who followed. And everyone knows the late-20th-century demographic labeled with the non-label generation X.

But the next generation, a growing force in presidential politics, the job market and the spread of social networking, is harder to define. Lumped under millennials or generation Y, some in their 20s and early 30s say those titles and others ginned up almost daily in a brand-obsessed pop culture confuse them. They are unsure what most encapsulates their experience.

For Doan Nguyen, 26, a photo editor at the nonprofit Conservation International, figuring out her generation has become a mission, prompted partly by a documentary she is filming. One recent night at her District rowhouse, she mulled over the issue with Marshall Maher, 32, the nonprofit group's spokesman.

Maher, who considers himself between generations, ruminated about the millennials. "They're about second life," he said. Virtual reality. "I don't know if I can, like, relate."

Nguyen looked defeated. "I don't know where I am in this generational timeline," she said.

No doubt it has always been difficult for generations to accept labels and generalizations. But some in the post-X generation say their puzzlement over their collective identity is more pronounced because their formative experiences have been so splintered. Reared on rapid-fire Internet connections and cheap airline tickets and pressured to obtain multiple academic degrees, many of these young adults grew up with an array of options their parents or older siblings did not have.

"People resist labels more among the millennials because there's more subcultures," said Michael Connery, 30, author of the political book "Youth To Power."

"It's a fragmented culture in a way that it's never been. You know how baby boomers ask, 'Where's the protest music?' and lament the lack of youth activities? There is protest music, but it's so broken up into niche audiences that it doesn't gain as much traction."

Nguyen's conversations with her peers illuminate how society's shorthands easily confuse some in this age group. Some say they feel post-generational. Others say an agreed-upon label would confer a sense of historical status.

"Did Tom Brokaw write a book about us?" Maher asked, referring to the former NBC news anchor's bestseller on those who came of age in World War II. "That's my concern. We didn't get a 'Greatest Generation' book."

"Not yet," Nguyen said.

Neil Howe, who coined "millennials" with William Strauss, predicted that the generation's preference for consensus-building and nonstop, digital communication will alter business and political landscapes. Businesses, he said, will accommodate this generation by creating more team projects, and millennials will tend to reject the negative and moralistic politics they witnessed as children.

"Millennials will be the next powerhouse political generation," he said, adding that their use of technology often startles previous generations. "Millennials are turning information technology toward community-building, like you are always plugged into your friends. Frankly, for many boomers, this is an Orwellian nightmare."

Here's how the generational constellation breaks down:

Baby boomers, experts say, were born from 1943 up to 1960 (although the U.S. Census extends the range to 1964) and are characterized as idealists and moralists who fought over war, gender inequality and race. Generation X, born between the early 1960s and the early '80s, is described as economically conservative and disaffected, influenced by Ronald Reagan's presidency (and Michael J. Fox's preppy Alex P. Keaton character in the television sitcom "Family Ties"). Millennials, who experts say were born either in the late 1970s or '80s to the early 2000s, are said to have grown up sheltered and are risk-averse.

Complicating matters, millennials are sometimes known as generation Y. Then there's the Facebook or YouTube generations. Echo boomers is also bandied about. The presidential campaign has spawned the Obama generation, a nod to Sen. Barack Obama's reliance on young Democratic voters. (The Illinois senator, born in 1961, regards himself as a "post-boomer." The presumptive Republican nominee, Sen. John McCain of Arizona, born in 1936, belongs to what social theorists describe as the "silent generation.")

Some recycle Brokaw's terminology, noting the new generation's interest in public service. Last month on "The Daily Show with Jon Stewart," Sen. James Webb (D-Va.) said that armed forces in Iraq and Afghanistan deserve a 21st century G.I. Bill for education. "We keep saying this is the next 'greatest generation,' and we have seen everything they have done since 9/11," Webb said. "We ought to give them the same opportunity."

Another take is coming to television this month: "Generation Kill," an HBO miniseries, based on an Evan Wright book, about Marines at the start of the Iraq war. Still, many young people don't see the war as their defining experience. Some suggest it is the amassing of academic degrees and student loan or credit card debt.

In a three-week period of generational kibitzing, Nguyen interviewed several young people for her sister Thuc's documentary on the presidential election. One night, they met at a friend's Dupont Circle apartment. Seated on futons and surrounded by books and Trader Joe's wine bottles, the interviewer and her subjects wondered, off-camera and after taping, if they belong to generation X or the millennials/generation Y.

"My sister is 32. We believe them to be generation X, but it's not that many years apart," said Giacomo Abrusci, 26, an American Chemical Society project coordinator. "But they managed to get through their education without technology."

Nguyen said that Thuc, 32, says she's in the previous generation but identifies more with the younger one. "My sister thinks she's in gen X, but she's also super into Facebook and MySpace."

Nguyen and her friends sifted through various labels without knowing their origins: generation X (the name of a Douglas Coupland 1990s novel on post-boomer angst), generation Y (an alphabetical sequel) and millennials.

"I don't pay attention to labels," said Kate Gersh, 28, a nonprofit grant writer and former White House intern. "I've never heard of millennials."

"What about generation Y?" asked John Williams, 28, a part-time waiter and international development company recruiter.

"No," Gersh said.

"Yeah, I think you're supposed to spell it W-H-Y," Williams said.

Abrusci thought of something: "I read another definition of us as generation T -- because we wear T-shirts . . . that cost, like, $120."

Nguyen nodded. On her bookshelf at home, she has a book, tagged with pink stickies, titled "Generation T: 108 ways to transform a T-shirt."

Some research suggests that people in their 20s and 30s might be defined by their politics. They are the first generation in at least three that calls itself "liberal," said Michael Hais, who with Morley Winograd wrote "Millennial Makeover: MySpace, YouTube & the Future of American Politics."

A Washington Post-ABC News poll in May found that 59 percent of 18- to 34-year-olds are Democrats or Democrat-leaning independents and that 58 percent would favor Obama over McCain.

Another night, at Nguyen's rowhouse, many were split on whether the Sept. 11, 2001, terrorist attacks marked them. "Things like 9/11 or the Iraq war . . . we were too old to be shaped by that," said consultant Leah Bannon, 24. (She added later that the disputed 2000 election was more influential.)

"I think it's where you were when it happened," said Colleen Vollberg, 27, a nonprofit program coordinator, recalling Sept. 11. "I saw people jumping out of one of the towers."

Talk turned to whether Obama would be their emblem. But Nguyen said she doubted young people are more politically active. "You've heard of 'Rock the Vote' for years, and it's like, we're still not voting," she said.

Actually, votes cast by 18- to 29-year-olds rose 25 percent in the 2004 election, compared with 2000, and participation by young voters in this year's primaries rose in nearly all states where comparable data were available, according to the Center for Information & Research on Civic Learning and Engagement at the University of Maryland.

For her last interview, Nguyen met Will Bower, 35, a Thomson Reuters researcher, at a coffeehouse near Dupont Circle.

Bower felt old. "I am 35, and it sounded like you were wanting younger for the interview," he said.

"I think we're interviewing people from ages 18 to 35," Nguyen said.

"Generation . . . Atari," Bower interjected. "Well, yeah, X can be broken down to Atari and Nintendo. So, I'm still generation Atari."

"I wasn't allowed to play video games," Nguyen said. "I did play Nintendo because I would sneak to my neighbor's house because I liked 'Super Mario.' "

Nguyen smiled. Finally, she figured it out. She belongs to generation Nintendo.

Staff polling analyst Jennifer Agiesta contributed to this report.

Thursday, July 24, 2008

Μίζον ελληνικό λεξικό ΙΙ

Του Φιλολόγου

© ppol, 22-07-2008

Ένωση Ελληνικών Τραπεζμιζών (η): τα μέλη τους ελέγχονται αυστηρά από την Κεντρική Τραπεμίζα της χώρας, ειδικά για τα ψιλά γράμματα των δανειακών συμβάσεων και γενικά για όσα δεν είναι bold, δηλ. έντονα μαύρα.

Εθνικό Νόμιζμα (το): μέτρο συναλλαγών ειδικά στις δημόσιες προμήθειες, εκφραζόμενο σε ποσοστό -επί των πωλήσεων ή επί του τζίρου. Όχημα εκδυτικισμού-εκχρηματισμού, υποκατέστησε τις «συναλλαγές σε είδος» της παραδοσιακής κλειστής και αυτάρκους οικονομίζας, ανοίγοντας τα φτερά της στο «fast growth». Στοιχεία εντούτοις της παραδοσιακής ανταλλαγής σε είδος επιβιώνουν ακόμη, με έμφαση στις οικιακές συσκευές, όπως λεμονοστίφτες και αλατιέρες για νεόνυμφους, στεγνωτήρια για μετά το πλύσιμο, καθώς και τηλεφωνικά κέντρα, αλλά τα τελευταία αυστηρά εκτός προεκλογικής περιόδου (ο σχετικός δρακόντειος νόμος εφαρμόζεται δίχως έλεος).

Επιτροπή Ανταγωμιζμού (η): Κέρβερος-προστάτης της ομαλής λειτουργίας του καπιταλμιζμού (βλ. λ), ελέγχει αυστηρά τις εταιρείες που συνεννοούνται μεταξύ τους για το ύψος της προσφερόμενης μίζας σε δημόσιους διαγωνισμούς (σπάει τα λεγόμενα «καρτέλ της μίζας»). Στις έρευνές της εφαρμόζει εσχάτως σύγχρονη αποτελεσματική (εξ εσπερίας ορμώμενη) μεθοδολογία, σύμφωνα με την οποία η συνεργαζόμενη εταιρεία, εφόσον δώσει επαρκή μίζα σε στελέχη της επιτροπής, μπαίνει σε ειδικό καθεστώς επιείκειας και νομικής προστασίας.

Ίδρυμα Μίζονος Ελληνισμού (το): ασχολείται κυρίως με τη δόξα της ελληνικής διασποράς (των χρημάτων). Συγκεκριμένα, αναδεικνύει το έργο της ελληνικής διασποράς στο «Μιζούρι» (βλ. λ.). Επίτιμος πρόεδρός του ο Πρόδρομος ή «Μάκης-το-πιο-γρήγορο-πιστόλι», άτομο με μεγάλη κοινωνικότητα, με πολλές συμπάθειες και ακόμη πιο πολλούς λογαριασμούς. Πρόσφατα ιδρύθηκε παράρτημα του Ιδρύματος στο Μπακού.

INTRACONOM (η): (εθνική) συμπρομηθεύτρια της Miesens (βλ. λ).Σύμφωνα με τα λαγωνικά των ελληνικών MMZE (βλ.λ) που έχουν ξαμοληθεί στο κατόπι της και στα μυστικά κιτάπια της, μπας και βγάλουν κάνα λαβράκι-σκάνδαλο, ΔΕΝ ΕΔΙΝΕ ΔΕΚΑΡΑ ΤΣΑΚΙΣΤΗ ΣΕ ΜΙΖΕΣ. Προφανώς το υστέρημά της ξεζούμιζε ο, αχόρταγος για τίτλους και ακριβές μεταγραφές, Ντούσκο.

Καπιταλμιζμός (ο): ελληνική εκδοχή του διεθνώς γνωστού και κυρίαρχου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Σύμφωνα πάντως με ενδελεχή και λεπτολόγα μαρξιστική-λενισνιστική ανάλυση και σχετική απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, δεν διαφέρει σε τίποτε από το πρωτότυπο.

Μείον 3% (μίζα, η): χρωματικό φαινόμενο, κατά την οποία λίγο γκρίζο (αποκαλούμενο «φόρος» για καθαρά νομοτεχνικούς λόγους) αφαιρούμενο από το συνολικό μαύρο (κατράμι) αποδίδει, διά νόμου, λευκό!

Μιζαίος χώρος (ο): σύμφωνα με την Πολιτική Επιστήμη, πρόκειται για τμήμα του εκλογικού σώματος χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και κομματικές ταυτίσεις, φαινόμενο που διευρύνεται στους μεταμοντέρνους καιρούς μας. Η ψήφος του είναι κυμαινόμενη ακολουθώντας κυνικά αυτόν που εκάστοτε πλειοδοτεί στη μίζα. Προτιμά τα ζητήματα της λεγόμενης «καθημερινότητας».

Μιζαίωνας (ο): σκοτεινή ιστορική περίοδος μεταξύ δύο περιόδων πολιτισμιζικής ακμής. Στην Ιταλία ονομάστηκε «καθαρά χέρια» και σύμφωνα με έγκριτους Έλληνες πολιτικούς αναλυτές είχε πολύ κακές συνέπειες, που ακόμη πληρώνει η χώρα και χτυπάει το κεφάλι της. Στην Ελλάδα ευτυχώς διήρκησε τρεις μήνες σκάρτους (λέγεται και «βρώμικο 89») και χάρη στην ταχεία θεσμική θωράκιση της ημι-περιόδου Μιζολώτα (με την ευγενική χορηγία των Μίζενς & Ιντρακονόμ και την επικοινωνιακή χορηγία των ΜΜΖΕ (βλ. λ), περάσαμε ακαριαίως σε νέα περίοδο ακμής.

Μιζαλόγγου χορός (του):οι χορευτές είναι πιασμένοι σφιχτά χέρι με χέρι και προτιμούν να πέσουν στο γκρεμό όλοι μαζί παρά να χάσουν την ελευθερία τους. Αν όμως δεν πέσει ο πρώτος, τότε δεν πέφτει κανείς... και ο χορός συνεχίζεται αενάως σε πανηγυρικό κι ελευθεριάζον κλίμα.

Μιζάπινγκ (το): συνήθεια να αλλάζεις συχνά (κομματικό) κανάλι μίζας, ιδίως σε κάθε εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία (που ως γνωστόν αποτελεί και το «οξυγόνο» στης δημοκρατίας). Κάθε γνήσιος μίζνεσμαν (βλ. λ) το εφαρμόζει ανυπερθέτως.

Μιζιάρικο (το): χαρακτηρισμός για στέλεχος πολιτικής νεολαίας ή/και φοιτητικής παράταξης με πολλά πολιτσμιζικά ενδιαφέροντα: πρυτανικές εκλογές, φοιτητική στέγαση και σίτιση, επιλογή μεταπτυχιακών φοιτητών, επιτυχία στις εξετάσεις, κοινοτικά προγράμματα και γενικά οτιδήποτε προσοδοφόρο. «Ντιλετάντης» φοιτητής, δεν καίγεται να πάρει γρήγορα πτυχίο όπως οι άλλοι, δείχνοντας προτίμηση στο «σχολείο της ζωής» («δια βίου μάθηση»). Εξάλλου, αν θέλει να εμπλουτίσει το βιογραφικό του με πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά κ.λπ, προκειμένου π.χ. να καταλάβει ένα δημόσιο αξίωμα τα αγοράζει στη μαύρη. Έχει εξασφαλισμένο πολιτικό μέλλον, διότι η βουλή κάθε τόσο χρειάζεται ηλικιακή ανανέωση. Ως κοινοβουλευτικός δίνει μεγάλη έμφαση στην ανάγκη επικράτησης της αξιοκρατίας, «απ' άκρου σ' άκρο» ή έστω «πλέριας». Ξένες γλώσσες: μόνο για γλείψιμο, ακόμη και κατουρημένων ποδιών. Στρατιωτικές υποχρεώσεις: προαιρετικές.

Μιζιμπάμπουε (η): χώρα ασαφούς γεωγραφικού προσδιορισμού, που ξεχωρίζει για δύο κυρίως πράγματα: το ένα είναι ο πληθωρισμός της (ελαφρώς ανώτερος αυτού της ευρωζώνης, ήτοι 2,200,000%) και το άλλο η διαφθορά της. Τη δεύτερη εντούτοις αμφισβητούν όλοι οι σοβαροί εγχώριοι αναλυτές και τούτο για (πάλι) δυο κυρίως λόγους: (1) διότι, όπως επισημαίνουν, άλλο πράγμα είναι η διαφθορά και άλλο η, εξορισμού υποκειμενική «πρόσληψή» της, η οποία και μόνο μετριέται από πουριτανικούς (διάβαζε: υποκριτικά ηθικολογικούς) οργανισμούς, όπως «Διεθνής Διαφάνεια» κ.ά. και (2) διότι κάθε χώρα που γνωρίζει, όπως καλή ώρα η Μιζιμπάμπουε, ταχεία και μακράς περιόδου ανάπτυξη, γνωρίζει και τα σχετικά, εξ ορισμού δευτερεύουσας σημασίας, «side effects» της τελευταίας, ήτοι «ουδέν καλόν αμιγές κακού», «όπερ έδει δείξαι». Επιπλέον, οι εγχώριοι ιστορικοί υπενθυμίζουν τη μεγάλη σχετική πολιτιστική παράδοση της χώρας, αλλά και πως το φαινόμενο είναι «συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση», όπως προσθέτουν οι εγχώριοι «ανθρωπολόγοι υπηρεσίας». Τέλος, οι ψύχραιμοι εγχώριοι παρατηρητές καλούν σε εγρήγορση ώστε, όπως λέγουν χαρακτηριστικά, να μην απορροφηθεί το πολιτικό από την ηθική και να υπάρξει ρεαλιστική στροφή σε θέματα αποτελεσματικότητας και βελτίωσης της καθημερινότητας του πολίτη, για τα οποία χρειάζεται σύσσωμος ο λαός να σταθεί πίσω από τον πρόεδρο Μιζουκάμπε (έστω, εάν χρειασθεί, επικρίνοντάς τον!).

Μίζκονος (η): νησί του Αιγαίου με πολεοδομικές και συμβολαιογραφικές ιδιαιτερότητες. Χαρακτηριστικά, ο τοπικός υποθηκοφύλαξ αρνείται να μεταγράψει συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου αν δεν βεβαιωθεί ότι ο αγοραστής είναι μιζεδοπωλείο ή έστω ανεξάρτητος μιζίτης (βλ. λ) ή το λιγότερο μίζνεσμαν (βλ. λ), ενώ η τοπική πολεοδομία δεν εκδίδει άδεια σε ακίνητο χωρίς πολλαπλές πολεοδομικές παραβάσεις, τουλάχιστον καταπάτηση αιγιαλού, και χωρίς χαρτί από το δασαρχείο ότι το οικόπεδο είναι καταπατημένη δημόσια δασική έκταση. Κάπως πιο χαλαρή, ίσως λόγω του παραδοσιακού ορθόδοξου πνεύματος ανοχής, είναι η επιτόπια ναοδομία...

Μίζνεσμαν (ο) (μίζνεσγούμαν, η): ελληνική εκδοχή του «winner» επιχειρηματία-εργολάβου δημοσίων έργων. Ιδεολογικά είναι σταθερά προσηλωμένος στην (πάση θυσία) μείωση του κράτους. Είναι, επομένως, από τους, ελάχιστους πλέον, επαγγελματίες που οι πράξεις τους είναι συνεπείς με την ιδεολογία τους.

Μιζωνιανά (τα): περιοχή της Κρήτης που σταδιακά και ανεπαισθήτως εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Λόγω ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, έχει κηρυχθεί «προστατευόμενη» από εγχώριους πολιτικούς.

ΜΜΖΕ (τα) (διαβάζεται: μιμιζέ): αρκτικόλεξο για την ελεύθερη ραδιοτηλεόραση, που διακρίνεται, εκτός από την ελευθερία, και για τον έντονο πατριωτιμιζμό της, αλλά και για τον αντιρατσισμιζμό της. Χαρακτηριστικά, σταθερό σύνθημα των αγώνων της είναι το «ελευθερία στα μαύρα 2% του τζίρου ή θάνατος», κάτι που την οδήγησε να επιζήσει χάρη στη σχετική νομοθετική κατοχύρωση-κατάκτηση για τα δικαιώματα των μαύρων.

Υπουργείο Κονομιζικών και Κονομίζας (το): με αταλάντευτο στόχο τη μείωση του χρέους και των ελλειμμάτων, αρέσκεται να εκδίδει σύνθετα προϊόντα, από αυτά που οδήγησαν και την κονομίζα των ΗΠΑ στη γνωστή υγιούς βάσεως άνθηση, τα οποία κατά εξόχως ειλικρινή δήλωση του αρμόδιου πρώην γενικού του (και εκδότη τους) ήταν «φιατάκια που τα πούλαγε για πόρσε» σε αδαείς (επιλεγμένους) διαχειριστές ταμείων ασφαλισμένων

Wednesday, July 23, 2008

Four ways to know you're an asshole at work

By Dorie Morgan

@brazencareerist.com

One of the men in my office is a real asshole. He seems to think he’s an authority on everything, even though he complains constantly that he doesn’t know how things work. I’m fairly certain he’s not doing any of the work he’s being paid to complete himself (I keep catching other people’s interns completing his work), but he will always tell you why you are doing your job incorrectly. He’s demeaning to women and treads very closely to the sexual harassment line. Wait a minute, he’s demeaning to everyone. I just have no respect for him.

At first, I tried to chalk it up to the fact that he’s a baby boomer and I’m a millennial and we just don’t see eye to eye and it must be a communication problem and so on. But then I hit me: He really is just an asshole.

And the rest of the Boomers in the office think he’s an asshole too. And since I really respect and trust those coworkers, I’m okay with writing the guy off all together.

The worst part of it: he doesn’t seem to know that he’s an asshole. Like many other aspects of his work life, he just has no clue. But he can’t be the only one in that boat.

In case you were curious if your co-workers think you’re an asshole, here are a few clues.

You enter conversations that don’t pertain to you. If I’m discussing a situation in a department meeting, and you walk by the room and enter uninvited to tell me your opinion, there’s something wrong. People will ask for your opinion if they think you have some insights or ideas that could help the situation. And if no one asks, you can find a better venue to share your ideas than bursting into a meeting.

You frequently find yourself eating alone. If you are taking lunch at noon and no one else is in the break room with you, there is a problem. Especially if noon used to be the peak lunch hour. Let’s face it: your lunch break is valuable time because it is your time. And when your coworkers start showing that you aren’t wanted during their time, its time to make a change in your behavior.

You tell your coworkers all about youbut you rarely ask your coworkers about them. I work at a small company with a family atmosphere. As a result, I hear a lot about my coworkers personal lives, which is great. It helps me to work more efficiently with my coworkers because I have a greater understanding of where people are coming from. For example, the girl next to me ran a 5k last night and she didn’t do as well as she would have liked. But after telling me about the 5k experience, she asked me about how my night class went last night. Relationships are give and take – no one wants to just hear about how great you are, they want you to ask as well. People will start to avoid you if they think you are only interested in yourself.

You bully the interns. Interns are not here to be treated like a second class citizen. Interns are here to learn, to gain work experience and hopefully, make some money. And really, when you treat my intern with a lack of respect, I lose even more respect for you. Why? I don’t want to be around you if you make yourself feel good by treating others poorly and certainly do not want my team to be around you either. And let’s not even get into the fact that I would not want you anywhere near my clients.

Is there anyway to bounce back from this behavior? I’m still not sure. Part of me thinks it just isn’t possible.

Tuesday, July 22, 2008

Η γενιά των babylosers

Άνεργοι ή με επισφαλείς θέσεις εργασίας, στηρίζονται στους γονείς τους και κάνουν εκπτώσεις στα όνειρά τους

Της Μαρίας Σπηλιοπούλου*

Η γενιά των 700 ευρώ στην Ελλάδα, γενιά των 1.000 ευρώ για την Ισπανία και την Ιταλία, γενιά iPod στη Βρετανία, είναι η γενιά των «χαμένων» κατά την επιστήμη της Κοινωνιολογίας.

Babylosers είναι ο όρος που κατέθεσε ο Γάλλος κοινωνιολόγος Λουί Σοβέλ για να περιγράψει τα παιδιά των περίφημων babyboomers, που στα 30 τους, εγκλωβισμένα στην οικογενειακή εστία, στην ανεργία και σε κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, με πτυχία στην κορνίζα και μετρημένα ευρώ στην τσέπη, συνειδητοποιούν πως θα έχουν ένα χειρότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό των γονιών τους.


Από τη μεταπολεμική έκρηξη γεννήσεων (baby boom) της δεκαετίας του ‘50 σε ΗΠΑ και Ευρώπη και το μετέπειτα οικονομικό boom, την ανάπτυξη που συνοδεύτηκε με ένα καλύτερο επίπεδο ζωής για τη μεσαία τάξη των babyboomers, φτάσαμε στη γενιά των babylosers (χαμένων νέων), των παιδιών τους.

Όνειρα που ξεθωριάζουν

Ευρωπαίοι που γεννήθηκαν από το 1968 και μετά (στις ΗΠΑ το φαινόμενο δεν έχει λάβει ακόμη τέτοιες διαστάσεις ώστε να περιλαμβάνονται και Αμερικανοί στην κατηγορία), με σπουδές ανώτερες από εκείνες της μαμάς και του μπαμπά κατά κανόνα, βλέπουν το όνειρό τους για συνέχεια της dolce vita που γεύτηκαν μέχρι σήμερα να σβήνει.

Με ένα μισθό-χαρτζιλίκι σε μια περίοδο διεθνούς παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, χωρίς προοπτικές βελτίωσης, τι όνειρα να κάνουν;

Δεν μπορούν να αγοράσουν σπίτι, ούτε καν να νοικιάσουν, αγωνιούν σε επισφαλείς θέσεις εργασίας που δεν ανταποκρίνονται στις γνώσεις τους, κάνουν εκπτώσεις στα ταξίδια, στη διασκέδαση και τα όνειρα για τη δημιουργία της δικής τους οικογένειας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν δυο, ήτανε τρεις, γίνανε χίλιοι δεκατρείς κι έπειτα δεκάδες εκατομμύρια στη δυτική και νότια «γηραιά ήπειρο».
Κοινωνιολόγοι, πολιτικοί, οικονομολόγοι, media και απλοί πολίτες βρίσκονται σήμερα να αναλύουν το φαινόμενο που θα έχει και σοβαρές δημογραφικές συνέπειες, όπως προβλέπουν, σε μια ήπειρο ήδη γηρασμένη.

Ο εμπνευστής του όρου babyloser, Λουί Σοβέλ, ετών 41, ανήκει οριακά και ουσιαστικά σε αυτήν τη γενιά των «χαμένων».

Ανατρέχει στις έρευνες και τα στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι η αγοραστική τους δύναμη έχει μειωθεί κατά 25% κατά μέσο όρο συγκριτικά με αυτή των γονιών τους, όταν ήταν στην ηλικία τους και ξεκινούσαν τη δική τους ζωή μακριά από την πατρική εστία.

Οι αριθμοί δεν μπορούν να αποδώσουν ωστόσο την πικρία, την απογοήτευση, την οργή, την παραίτηση που βίωσε και ο ίδιος. Εντοπίζει τη βασική αιτία της δυσάρεστης έκπληξης που περίμενε τους 30ρηδες- 40ρηδες του σήμερα, όπως δήλωνε πρόσφατα στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» και όπως συγκλίνουν πολλοί αναλυτές, στο γεγονός ότι η μεσαία τάξη που έζησε την ευημερία μετά την οικονομική ανάπτυξη των περασμένων δεκαετιών, βρέθηκε εντέλει χωρίς δίχτυ προστασίας μπροστά στην οικονομική ύφεση που εξαπλώνεται διεθνώς.

Ενδεικτικά στη Γαλλία το 1973 μόνο ένα 6% των αποφοίτων πανεπιστημίων ήταν εκτός αγοράς εργασίας.

Σήμερα το ποσοστό ανεργίας στην κατηγορία των νέων με πτυχία έχει εκτοξευτεί στο 30%, ενώ ο μέσος όρος για τους ανέργους, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και εκπαιδευτικού επιπέδου, ανά τις χώρες-μέλη της Ε.Ε., είναι υποπολλαπλάσιος. Πολλοί από όσους επένδυσαν λοιπόν στη γνώση, καταλήγουν να ιδρώνουν για μια θέση με μισθό ανειδίκευτου εργάτη.

Στη Βρετανία οι babylosers είναι η γενιά iPod. Μεταφρασμένο ως αρκτικόλεξο από το αγαπημένο γκάτζετ τους, είναι η «ανασφαλής, πιεσμένη, πνιγμένη στους φόρους και τα χρέη» γενιά (insecure, Pressured Overtaxed, Debtridden).

Οι ετικέτες αλλάζουν, όμως τα προβλήματα είναι τα ίδια στο Λονδίνο, στο Βερολίνο, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη ή στην Αθήνα, όπως υπογραμμίζει η ιταλική εφημερίδα «La Repubblica» σε πρόσφατο σχετικό αφιέρωμα στους babylosers.

Στην Ευρώπη σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία της Ε.Ε., 16 εκατομμύρια πολίτες ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Τη δεκαετία του ’60 ήταν κατά κανόνα οι ηλικιωμένοι. Σήμερα είναι οι νέοι που φυτοζωούν και αγωνίζονται να διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Πολιτικοί αναλυτές, όπως η συγγραφέας και αρθρογράφος Αριάν Σεμίν, βλέπουν στον εκρηκτικό συνδυασμό της απογοήτευσης και της οργής τους με την πολιτική, που έχει οδηγήσει σε αυτή την πικρή πραγματικότητα, και των άνευ προηγουμένου επί δεκαετίες μαζικών διαδηλώσεών τους στους δρόμους ανά τη «γηραιά ήπειρο» τους τελευταίους μήνες, με κοινό αίτημα ένα καλύτερο παρόν και μέλλον, την «πρώτη ύλη» για μεγάλες αλλαγές και στην πολιτική σκηνή τις επόμενες δεκαετίες.

*Η Μαρία Σπηλιοπούλου είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος την Κυριακή 20-7-2008.