Tuesday, November 4, 2008

In Obama we trust

Η G700 δεν έχει δικαίωμα ψήφου στις αμερικανικές εκλογές, αλλά αν είχε θα την έδινε στον Μπαράκ Ομπάμα. Το κάνουμε με όλη μας την καρδιά. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος έχει δείξει ότι προσφέρει τη μεγαλύτερη ελπίδα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις ΗΠΑ και την υπέρβαση της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Πάνω απ' όλα έχει αποδείξει ότι είναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά στην οικοδόμηση ενός νέου πολιτικοοικονομικού consensus σε πλανητικό επίπεδο.

Η ρεπουμπλικανική οκταετία Μπους τελειώνει κι αφήνει πίσω της συντρίμια. Ο αναγεννημένος χριστιανός Πρόεδρος των ΗΠΑ μέσα σε μια οκταετία εκτίναξε το αμερικανικό χρέος σε δυσθεώρητα ύψη, εκτροχίασε το έλλειμμα, συντηρητικοποίησε τη δικαιοσύνη, έκανε το αμερικανικό κράτος πιο αυταρχικό, αύξησε τις κοινωνικές ανισότητες και έστυψε στην κυριολεξία τη μεσαία τάξη. Την ίδια στιγμή η πολιτική Μπους στη διεθνή σκηνή χαρακτηρίστηκε από το κηνύγι της απόλυτης πρωτοκαθεδρίας με βασικά χαρακτηριστικά τη μονομέρεια, την έντονη στρατιωτικοποίηση και την αίσθηση του κατεπείγοντος.

Υπ' αυτές τις συνθήκες το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα στις ΗΠΑ δεν θα μπορούσε παρά να μοιάζει εντυπωσιακά με αυτό του 1980 και του 1992, οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για τη συνολική πορεία της χώρας. Τότε οι πολίτες ψήφισαν Ρίγκαν και Κλίντον αντίστοιχα.

Αυτή τη φορά, βέβαια, υπάρχει μια μεγάλη ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το 1980 και το 1992. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία των τελευταίων 30 χρόνων οι αμερικανικές εκλογές δεν ήταν τόσο σημαντικές για τον πλανήτη όσο είναι σήμερα. Στον μελλοντικό Αμερικανό πρόεδρο επενδύονται οι προσδοκίες όχι μόνο των Αμερικανών πολιτών, αλλά ολόκληρης της υφηλίου. Για να ανέβει η ψυχολογία στις αγορές, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην οικονομία, να ρυθμιστεί και να ελεγχθεί καλύτερα το χρηματοοικονομικό σύστημα, να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο ανάπτυξης με έμφαση στην πραγματική οικονομία, να προστατευτεί το περιβάλλον, να αποκατασταθεί η πολυμέρεια και η συνεργασία στο διεθνές σύστημα. Το γεγονός αυτό φάνηκε για πρώτη φορά στη μεγαλειώδη συγκέντρωση του Ομπάμα στο Βερολίνο και καταγράφεται καθημερινά και με συστηματικό τρόπο σε όλες στις δημοσκοπήσεις που διεξάγονται από τα Μέσα και τα πάσης φύσεως ερευνητικά ιδρύματα εκτός των ΗΠΑ.

Σήμερα λοιπόν, όλα δείχνουν ότι θα υπάρξει μία ακόμη εκλογή «αλλαγής», πράγμα που σημαίνει πως θα την κερδίσει ο Ομπάμα. Ο Μακκέιν, ειδικά από τη στιγμή που στράφηκε προς τη συντηρητική, δεξιά πτέρυγα του κόμματός του και έχοντας προβεί σε σειρά από άστοχες ενέργειες όπως η επιλογή της Σάρα Πέιλιν στην αντιπροεδρία, σε καμία περίπτωση δε συνιστά επιλογή αλλαγής ή ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης. Ούτε διαθέτει πλέον το απαραίτητο κεφάλαιο αξιοπιστίας, μολονότι ήρωας για τους Αμερικανούς, για να εμφυσήσει εμπιστοσύνη στις υπό κατάρρευση χρηματοοικονομικές αγορές και γενικότερα το πολιτικό σύστημα.

Μήπως όμως είμαστε υπεραισιόδοξοι; Αλήθεια, αν κερδίσει ο Ομπάμα, πόση αλλαγή θα φέρει στην πραγματικότητα; Θα καταφέρει να διαχωρίσει την ελεύθερη αγορά από τη Lehman Brothers και την δικαιοσύνη από το Γκουαντάναμο; Θα μεταρρυθμίσει το σύστημα υγείας έτσι ώστε να καλύψει τα 40 εκ Αμερικανών που βρίσκονται εκτός; Θα αλλάξει το τοπίο της κοινωνικής ασφάλισης και θα συμμαζέψει τα δημοσιονομικά σπασμένα του Μπους, έτσι ώστε μετά την κρίση ιδιωτικού χρέους να μην φτάσουν οι ΗΠΑ στα πρόθυρα δημόσιας χρεοκοπίας; Θα μεταρρυθμίσει το κατεστημένο της ashington; Θα καταπολεμήσει την κλιματική αλλαγή; Θα επενδύσει στο περιβάλλον; Και πόσο; Θα προστατέψει τα δικαιώματα των νέων που τόσο τον στήριξαν, αλλά και των μελλοντικών γενεών που επιβαρύνονται ήδη με ένα συνολικό χρέος 6,5 φορές πάνω από το αμερικανικό ΑΕΠ και ένα τεράστιο οικολογικό έλλειμμα;

Ήδη σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων στις ΗΠΑ, οι νέοι έχουν επαρκείς λόγους να είναι "τσαντισμένοι" από σήμερα και με τους δύο υποψήφιους για την Προεδρία. Ο Ομπάμα άλλωστε είναι αυτός που έδωσε προεκλογικά γη και ύδωρ στους baby boomers και την Αμερικανική Ομοσπονδία Συνταξιούχων, αγνοώντας τη νέα γενιά που τον στηρίζει με ένα ποσοστό της τάξης του 64%.

Στην πραγματικότητα βέβαια όλα τα παραπάνω αποτελούν ερωτήματα που μένουν να απαντηθούν. Η ιστορία δείχνει ότι ουδείς κατάφερε ποτέ να ικανοποιήσει του πάντες ούτε όλες τις προσδοκίες. Υπ' αυτό το πρίσμα, πράγματι, ίσως και να είμαστε υπεραισιόδοξοι. Ακόμα κι έτσι όμως οι ΗΠΑ δεν μπορούν και ο πλανήτης δεν έχει το περιθώριο να συνεχίσει να υφίσταται τις συνέπειες των επιλογών μιας αδιάλλακτης και σκληροπυρηνικής ρεπουμπλικανικής ηγεσίας. Απαιτείται αλλαγή πορείας και νοοτροπίας. Είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει για την όποια αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των μελλοντικών γενεών και της πολυμερούς συνεργασίας στη διεθνή σκηνή. Ο Ομπάμα μέχρι σήμερα ανταποκρίθηκε με επάρκεια στις προκλήσεις, έδειξε ηγετικές δυνατότητες και είναι ο μόνος ο οποίος δίνει πραγματική ουσία στις υποσχέσεις του για ελπίδα και αλλαγή. Στο πρόσωπό του έχει προσωποποιηθεί η ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο. In Obama we trust.

Friday, October 31, 2008

Αδιόρθωτη η πολιτική αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης

Σε διορθωτικές κινήσεις στο σχέδιο νόμου για την ενίσχυση των τραπεζών προέβη την Πέμπτη το Υπουργείο Οικονομίας, μετά τις έντονες αντιδράσεις πολιτών, κομμάτων και Μέσων. Τι διορθώνεται; Πρώτον, καταργούνται τα bonus στα στελέχη των τραπεζών που θα κάνουν χρήση του τραπεζικού πακέτου και ορίζεται πλαφόν για τις αμοιβές των υψηλόβαθμων στελεχών στο ύψος των αποδοχών του διοικητή της ΤτΕ, ενώ περιορίζονται τα μερίσματα στο 35% των συνολικών κερδών. Μέχρι εδώ όλα καλά. Η κοινωνική πρόκληση που συνιστούν οι αμοιβές των golden boys, έστω και στο πάρα πέντε, κάπως μετριάζεται.

Από εδώ και κάτω, όμως, αρχίζουν τα προβλήματα. Το διορθωμένο σχέδιο νόμου συνεχίζει να μην περιλαμβάνει εγγυήσεις χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας από το πακέτο στήριξης και το ποσό των 28 δις. ευρώ που παρέχεται απλόχερα από το δημόσιο κουμπαρά στις τράπεζες. Το Υπουργείο Οικονομίας, αντί να αντικαταστήσει το άρθρο 5 του σχεδίου νόμου με μια ρήτρα διασφάλισης του απρόσκοπτου δανεισμού νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αντίστοιχα με ό,τι έχουν κάνει οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, θέτοντας συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους -π.χ. να δεσμευτούν οι τράπεζες να διατηρήσουν ένα ρυθμό επέκτασης του δανεισμού της τάξης του 4% με 5%-, δημιουργεί Συμβούλιο Εποπτείας Εφαρμογής του νόμου. Το τελευταίο συνεδριάζοντας μία φορά τον μήνα θα διασφαλίζει δήθεν ότι η χρηματοδότηση των τραπεζών μέσω ομολόγων (8 δισ. ευρώ) δεν θα συσσωρεύεται, αλλά θα κατευθύνεται αποκλειστικά σε στεγαστικά και δάνεια προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με ανταγωνιστικούς όρους.

Με όλο το σεβασμό, αγαπητέ κύριε Υπουργέ, αυτό λέγεται «εικαστική παρέμβαση σε νεκρή φύση». Οι ρυθμίσεις αυτές προδίδουν την απεγνωσμένη προσπάθεια της κυβέρνησης να τετραγωνίσει τον κύκλο. Από τη μία παλεύει να αποδείξει στη κοινή γνώμη ότι επενδύει το δημόσιο πλούτο για να εξισορροπήσει την πτώση της ανάπτυξης και να ανακουφίσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά από την άλλη δε θέλει να φέρει σε δύσκολη θέση τους μεγαλομετόχους των ελληνικών τραπεζών.

Ταυτόχρονα συνεχίζουν να βρίσκονται σε πλήρη ισχύ άτυπες συνεννοήσεις. Είναι ανήκουστο για μία ευρωπαϊκή δημοκρατία η διαχείριση και του τελευταίου ευρώ που προέρχεται από το δημόσιο ταμείο, πόσο μάλλον του ιλιγγιώδους ποσού των 28 δις., να γίνεται στα μιλητά και στα μουλωχτά. Η «συμφωνία κυρίων» ανάμεσα σε κυβέρνηση και τράπεζες που υποχρεώνει όλα ανεξαιρέτως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας να κάνουν χρήση της κρατικής οικονομικής στήριξης δεν αναιρεί απλώς το ίδιο το σχέδιο νόμου που θεσμοθετεί την προαιρετική χρήση του δημόσιου χρήματος. Έρχεται επιπλέον σε αντίθεση με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Επιτροπή στις 13 Οκτωβρίου και εγείρει προφανή ερωτηματικά ως προς το σκοπό και το πραγματικό κίνητρο αυτής της κίνησης.

Με απλά λόγια η επιβολή του πακέτου σε όλους είναι αντίθετη με την ευρωπαϊκή πρόβλεψη για μέτρα με σωστή στόχευση (well-targeted), αναλογικά ως προς το πρόβλημα (proportionate to the challenge faced), και σχεδιασμένα έτσι ώστε να μην διαταράσσουν τον ανταγωνισμό (designed in such a way as to minimize negative spill-over effects on competitors). Ταυτόχρονα εγείρεται το εξής ερώτημα: γιατί όλοι; Μήπως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι τόσο υγιές όσο εμφανίζεται ή μήπως υπάρχει κάτι το οποίο η κυβέρνηση επιδιώκει να αποτρέψει;

Επιπλέον, στο σχέδιο νόμου δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την παροχή των κρατικών εγγυήσεων η ιδιωτική συμμετοχή των τραπεζών και των μετόχων. Το γεγονός αυτό αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 15 της οδηγίας που ορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για αντιμετώπιση της κρίσης, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί μια σημαντική συμμετοχή των ωφελειμένων από την κρατική βοήθεια εταιρειών (ensure a significant contribution from the beneficiaries and/or sector to the cost of the guarantee).

Εάν, όμως, το τραπεζικό πακέτο μπορεί με λίγη προσπάθεια και αρκετό σπρώξιμο να διορθωθεί, η συνολική πολιτική της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και την τόνωση της οικονομίας παραμένει μοιραία και αδιόρθωτη. Δε φτάνει που η κρίση βρίσκει την Ελλάδα απροετοίμαστη, με υπερβολικό έλλειμμα και μεγάλο μεταρρυθμιστικό κενό στην πραγματική οικονομία. Ακούμε αυτές τις μέρες για πακέτο βροχής παροχών προς δημόσιους υπαλλήλους και χαμηλοσυνταξιούχους, το οποίο θα συμπληρώσει το τραπεζικό πακέτο, αποτελώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την απάντηση της κυβέρνησης στην οικονομική κρίση. Ακόμη μία φορά εκτός τόπου και χρόνου.

Η κυβέρνηση δυστυχώς φαίνεται να έχει πάρει διαζύγιο απ' την κοινή λογική χωρίς να παρακολουθεί καν τις εξελίξεις στον άμεσο περίγυρό της, την ΕΕ και στον κόσμο. Πλέον οι περισσότεροι ηγέτες και κορυφαίοι αναλυτές κάνουν λόγο για επενδύσεις υποδομών, μεγάλα projects και ανάπτυξη νέων βιομηχανιών αιχμής στην ενέργεια και το περιβάλλον στα πλαίσια μιας νέας αρχιτεκτονικής τόσο της ΕΕ όσο και των κανόνων του ευρωπαϊκού και διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Με λίγα λόγια πράσινη οικονομία, κανόνες στο σύστημα και επιστροφή στην ηθική της ανταμοιβής της πραγματικής εργασίας αντί του κοπανιστού αέρα και της απληστίας. Μόλις προχτές ο πρόεδρος της Επιτροπής κ. Μπαρόζο ανακοίνωσε τους άξονες του ευρωπαϊκού σχεδίου για την οικονομική ανάκαμψη με τίτλο «Από την κρίση στην ανάκαμψη: Το ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης» (From financial crisis to recovery: a European framework for action), στο οποίο τονίζεται ακριβώς αυτό. Όχι παροχές, ναι στις επενδύσεις και τη μείωση της ενεργειακής σπατάλης. Τώρα λοιπόν που μηδενίζεται το κοντέρ και μπαίνουν τα θεμέλια μιας νέας εποχής ανάπτυξης και δημιουργίας εμείς θα επιμείνουμε ως αγνοί, περήφανοι και καπάτσοι επαρχιώτες στο γνωστό τροπάρι της επιφανειακής συμμόρφωσης στις εξελίξεις; Σχεδιάζει κάτι η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής σπατάλης στην Ελλάδα; Μόλις προχθές η έκθεση της WWF μας έδειξε ότι η Ελλάδα είναι στην 11η χειρότερη θέση ανάμεσα σε 148 χώρες που εξετάστηκαν ως προς το «οικολογικό τους αποτύπωμα». Μάλλον σκοπεύει να αντιμετωπίσει το ζήτημα με παροχές στις αρκούδες και αυξήσεις στους μισθούς των ψαριών.

Wednesday, October 29, 2008

Η φωτεινή πλευρά της κρίσης

By Fareed Zakaria*

Newsweek, 20-10-2008

Μετάφραση G700

Η κρίση υποχρεώνει τις ΗΠΑ να έρθουν αντιμέτωπες με τις «κακές συνήθειες» που καλλιέργησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αν μπορέσουν να κόψουν αυτές τις συνήθειες, το σημερινό άχθος θα μετατραπεί σε μελλοντικά κέρδη.

Μερικοί από εμάς, ιδιαίτερα όσοι είμαστε κάτω των 60, αναρωτιόμασταν πάντα πως θα ήταν να ζήσουμε ένα κοσμοϊστορικό γεγονός σαν αυτά που διαβάζουμε στα βιβλία ιστορίας. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είναι ένα τέτοιο γεγονός. Μπορεί να συγκριθεί με τις μεγάλες κρίσεις του 1907 και του 1929, χωρίς ακόμα να γνωρίζουμε επακριβώς τις πραγματικές επιπτώσεις που θα έχει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην οικονομία και στην κοινωνία συνολικά.

Βάζω στοίχημα ότι στο τέλος οι κυβερνήσεις του κόσμου θα κερδίσουν τη μάχη ενάντια στο φόβο. Έχουν στη διάθεσή τους απεριόριστα εργαλεία, ιδιαίτερα αν δράσουν συντονισμένα. Μπορούν να εθνικοποιήσουν εταιρίες, να ορίσουν ημέρες αργίας, να κλείσουν τα χρηματιστήρια για ολόκληρες εβδομάδες, να εξαγοράσουν χρέη και αξίες, να επαναδιαπραγματευθούν στεγαστικά δάνεια. Πρωτίστως, όμως, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να τυπώσει χρήμα.

Δεν χωράει αμφιβολία, ότι όλα αυτά τα εργαλεία έχουν σοβαρές και δισεπίλυτες μακροπρόθεσμες συνέπειες. Ακόμα κι έτσι όμως, μια πιθανή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος φαντάζει μία πολύ χειρότερη εναλλακτική. Και για τη στήριξή του, τόσο η εκτελεστική όσο και η νομοθετική εξουσία στις Η.Π.Α. φαίνεται να έχουν αναγνωρίσει πως πρέπει να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια δράσης. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Πόσος καιρός θα περάσει μέχρι τα σχέδια διάσωσης των πολιτικών αρχίσουν να επιδρούν θετικά; Μέχρι που θα πρέπει να φτάσουν οι κυβερνήσεις για να σταματήσει η πτώση; Ποιο θα είναι το κόστος τελικά;

Είναι βέβαιο ότι σε κάποιο σημείο ο πανικός που κυρίευσε τις αγορές παγκοσμίως τις προηγούμενες εβδομάδες θα σταματήσει και η κοινή λογική θα επιστρέψει στην οικονομία. Αυτό φυσικά δε σημαίνει και την αυτόματη επιστροφή σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σίγουρα όμως σημαίνει πιο υγιείς αγορές και αποκατάσταση της ψυχικής μας ισορροπίας.

Πίσω από τα μαύρα σύννεφα που έχουν μαζευτεί πάνω απ’ την παγκόσμια οικονομία βλέπω μια ηλιαχτίδα. Η κρίση υποχρεώνει τις Η.Π.Α. να έρθουν αντιμέτωπες με τις «κακές συνήθειες» που καλλιέργησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αν μπορέσουν να κόψουν αυτές τις συνήθειες, το σημερινό άχθος θα μετατραπεί σε μελλοντικά κέρδη.

Από το 1980 ως σήμερα ο μέσος Αμερικάνος καταναλώνει περισσότερο από όσα παράγει. Και για να καλύψει τη διαφορά δανείζεται. Δυο δεκαετίες «εύκολου χρήματος» και «ευρηματικών» χρηματοοικονομικών προϊόντων έπεισαν τους καταναλωτές ότι μπορούν να δανειστούν οποιοδήποτε ποσό για οποιοδήποτε σκοπό. Η αγορά ενός μεγαλύτερου σπιτιού, μιας καλύτερης τηλεόρασης, ενός γρήγορου αυτοκινήτου χωρίς τα απαιτούμενα χρήματα έγινε εύκολη υπόθεση. Μια πιστωτική κάρτα και μια υποθήκη ήταν αρκετά για να χρηματοδοτήσουν όλα μας τα όνειρα ακόμα και τις πιο τρελές φαντασιώσεις. Και όσο οι φαντασιώσεις αυξάνονταν και τα όνειρα γίνονταν μεγαλύτερα τόσο διογκώνονταν τα χρέη των νοικοκυριών. Από $680 δισεκατομμύρια το 1974, σε $7 τρισεκατομμύρια το 2001 και σε $14 τρισεκατομμύρια σήμερα. Μέσα σε εφτά μόλις χρόνια έχουμε διπλασιασμό του χρέους των νοικοκυριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο νοικοκυριό κατέχει σήμερα 13 πιστωτικές κάρτες και καθυστερεί τις πληρωμές στο 40% αυτών, ενώ το 1970 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 6%.

Όμως αυτή η συμπεριφορά του μέσου Αμερικανού είναι μάλλον αθώα αν συγκριθεί μ’ αυτή της κυβέρνησής του. Κάθε πόλη, κάθε κομητεία, κάθε πολιτεία επιδιώκει διαχρονικά τη συντήρηση και επέκταση των δημόσιων υποδομών, υπηρεσιών και προγραμμάτων, χωρίς όμως να αυξάνει τη φορολογία. Πώς τετραγωνίζεται λοιπόν ο κύκλος; Για να πετύχουν αυτόν τον ουσιαστικά ανέφικτο στόχο οι κυβερνώντες κατέφευγαν στο δανεισμό, χρησιμοποιώντας όλο και πιο «προηγμένα» χρηματοοικονομικά εργαλεία, όπως η εγγύηση κρατικών ομολόγων με μελλοντικά έσοδα από φορολογία και κρατικούς λαχνούς. «Έχει γίνει πλέον συνήθης τακτική η τιτλοποίηση του κόστους πολλών μελλοντικών δημόσιων έργων» λέει ο Chris Edwards του Cato Institute. Η λογική είναι ότι με αυτό τον τρόπο οι φορολογούμενοι απαλλάσσονται βραχυπρόθεσμα από το κόστος αφού το μόνο που πρέπει να πληρώσουν τώρα είναι οι τόκοι. Αυτή η τακτική όμως σύμφωνα με τον Edwards εκτοξεύει το πραγματικό κόστος των έργων γιατί ενσωματώνονται σε αυτό οι τόκοι και δημιουργούνται διάφορες προσαυξήσεις.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οι πολιτικές σε τοπικό επίπεδο. Υπό τον Alan Greenspan, η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α. πάντα απέφευγε το πολιτικό κόστος ακόμα και σε περιόδους κρίσεων. Κρίση της ρώσικης οικονομίας το 1998; Μείωση των επιτοκίων. Ανησυχία για τον «ιό της χιλιετηρίδας»; Μείωση των επιτοκίων. Πτώση του NASDAQ; Μείωση των επιτοκίων. Επιβράδυνση της οικονομίας μετά την 11/9; Μείωση των επιτοκίων. Οποιοδήποτε και να ήταν το πρόβλημα η συνταγή ήταν πάντα η ίδια. Περισσότερο χρήμα στην αγορά για να «αναζωογονηθεί» η οικονομία. Τελικά το σκάσιμο της φούσκας στη στεγαστική αγορά απέδειξε ότι αυτή η συνταγή απέτυχε παταγωδώς.

Ολόκληρη η χώρα «συνέργησε» σε μια μεγάλη απάτη. Όπως λέει και ο οικονομολόγος Jeffrey Sachs: «Θέλαμε υποδομές και κοινωνικές υπηρεσίες, χωρίς να θέλουμε να πληρώσουμε για αυτές» Έτσι, ο δανεισμός έγινε η μόνιμη διέξοδος από τα προβλήματά μας. Το 1990 το εθνικό χρέος ήταν $3 τρις. Μέχρι το 2000 είχε σχεδόν διπλασιαστεί στα 5,75 τρις και τώρα έχει φτάσει στα 10,2 τρις. Μέχρι και οι διαχειριστές του «ρολογιού του δημόσιου χρέους» στη Νέα Υόρκη αποφάσισαν να αγοράσουν καινούργιο ρολόι από το 2009 αφού το παλιό δεν χωράει τα 11 πλέον ψηφία του δημόσιου χρέους.

Η «μόχλευση» (leverage) είναι μια ευφάνταστη λέξη που χρησιμοποιούν στη Wall Street για το χρέος. Αυτή η λέξη βρίσκεται στην καρδιά της σημερινής κρίσης. Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά ο Warren Buffett: «Η μόχλευση είναι ο μοναδικός τρόπος που μπορεί να οδηγήσει έναν έξυπνο άνθρωπο στη χρεοκοπία… Μπορεί κανείς να κάνει πολλές σωστές κινήσεις και χρησιμοποιώντας μόχλευση να γίνει πολύ πλούσιος. Αν όμως κάνει έστω και μια λάθος κίνηση η μόχλευση μπορεί να τον οδηγήσει στη πλήρη καταστροφή, διότι ό,τι και να πολλαπλασιάσεις με 0 κάνει 0. Αν όμως βλέπεις γύρω σου όλους τους άλλους να το κάνουν επιτυχημένα, όπως το κάνεις και εσύ, εφησυχάζεις και μετά λες γιατί να μη πάω λίγο παραπέρα; Είναι σαν να βρίσκεσαι στο χορό της Σταχτοπούτας. Όλα μοιάζουν ρόδινα και όσο περνάει η ώρα γίνονται καλύτερα, οι άνθρωποι, η μουσική, κανείς δε θέλει να φύγει στις 12 παρά τέταρτο. Όλοι αποφασίζουν να φύγουν στις 12 παρά δύο λεπτά. Τα πρόβλημα όμως είναι ότι στον τοίχο δεν υπάρχουν ρολόγια. Και όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να το τραβήξουν λίγο πιο πέρα.

Τελικά, αν μάθαμε κάτι από αυτή τη κρίση, δεν είναι τίποτα άλλο από έναν απλό και παλιό κανόνα των οικονομικών: τίποτα δεν είναι δωρεάν. Για να αποκτήσεις κάτι πρέπει να το πληρώσεις. Το χρέος βέβαια δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Βρίσκεται στην καρδιά του μοντέρνου καπιταλισμού αρκεί να το χρησιμοποιήσεις υπεύθυνα. Όμως η συστηματική απόκρυψη τεράστιων χρεών μέσω πολύπλοκων χρηματοοικονομικών εργαλείων είναι μια ανεύθυνη συμπεριφορά.

Κάποτε θα ερχόταν η στιγμή που η δημιουργική λογιστική θα τελείωνε, που οι καταναλωτές θα σταματούσαν να χρησιμοποιούν τα σπίτια τους ως τράπεζες για να ξοδεύουν χρήμα που στη πραγματικότητα δεν έχουν, που η κυβέρνηση θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τα τεράστια χρέη της. Αυτή η στιγμή έφτασε και οι Η.Π.Α. (όπως και άλλες υπερδανεισμένες κοινωνίες του πλανήτη) έχουν πλέον φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Όμως, αν όλοι αντιδράσουμε αλλάζοντας τη συμπεριφορά μας αισθητά, ίσως τελικά να έχουμε να κάνουμε με ευλογία που ήρθε με τη φορεσιά της κρίσης.

Βραχυπρόθεσμα, όλα τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης κάνουν την ανάληψη μεγαλύτερων χρεών και υποχρεώσεων από τις κυβερνήσεις αναγκαία. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να καταφύγουμε για άλλη μια φορά στη λύση των φοροαπαλλαγών για τη τόνωση της οικονομίας. Αυτός δεν είναι παρά ένας τεχνητός τρόπος για να «συνεχιστεί το γλέντι». Είναι σαν να ζητάει κανείς από έναν αλκοολικό να ξεκινήσει αποτοξίνωση του χρόνου, αλλά εν τω μεταξύ του δίνει να πιει περισσότερο αλκοόλ. Μια πολύ καλύτερη λύση θα ήταν οι ανακοίνωση μεγάλων έργων υποδομής ή ενέργειας τα οποία αποτελούν επενδύσεις -όχι κατανάλωση- και άρα έχουν εντελώς διαφορετική επίδραση στα δημοσιονομικά μεγέθη (αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο βέβαια στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, αλλά αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από κακή λογιστική).

Μέσο-μακροπρόθεσμα πρέπει να επιστρέψουμε ξανά στα βασικά και αυτονόητα. Η αποταμίευση των νοικοκυριών πρέπει να αυξηθεί. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει στρέψουν τη προσοχή τους σε κίνητρα που ενθαρρύνουν την αποταμίευση. Αυτή τη στιγμή, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. δίνει τεράστια κίνητρα για περισσότερη κατανάλωση (τα μειωμένα επιτόκια των ενυπόθηκων δανείων είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα) με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα. Έχουμε τα μεγαλύτερα σπίτια στο κόσμο, τις πιο λεπτές flat-screen τηλεοράσεις και τα πιο πολλά αυτοκίνητα. Αν στρέφαμε τη προσοχή μας σε μέτρα φορολόγησης της κατανάλωσης και ενθάρρυνσης της αποταμίευσης αυτά θα ήταν εξίσου αποτελεσματικά. Οι ρυθμίσεις για τις πιστωτικές κάρτες θα πρέπει να γίνουν αυστηρότερες προκειμένου να γίνει ξεκάθαρο το κόστος και το ρίσκο της αλόγιστης χρήσης. Έχει έρθει η ώρα να καταλάβουμε ότι τέτοια μέτρα θα είναι ευνοϊκά όχι μόνο για τη κυβέρνηση αλλά και για τα ίδια τα νοικοκυριά.

Αλλά και η Wall Street θα πρέπει να αλλάξει. Ο Paul Volcker έχει πει εδώ και πολύ καιρό ότι αυτή η τεράστια έξαρση του χρηματοοικονομικού συστήματος, με τα καινοτόμα κι «ευρηματικά» εργαλεία που δημιουργούν φρενήρεις ρυθμούς ανάπτυξης, δεν αποτελεί παρά μια μαγική εικόνα. Αυτό που πραγματικά γίνεται δεν είναι τίποτα άλλο από ένα συνεχές ανακάτεμα ήδη υπαρκτών αξιών. Αυτή η δραστηριότητα με την ελάχιστη προστιθέμενη αξία για την πραγματική οικονομία θα μειωθεί τώρα δραστικά.

Ο Boykin Curry, διευθύνων σύμβουλος της επενδυτικής Eagle Capital λέει: «Τα τελευταία 20 χρόνια το DNA των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχει μεταλλαχθεί επικίνδυνα. Κάθε φορά που κάποιο στέλεχος πρότεινε περισσότερη μόχλευση και άρα περισσότερο ρίσκο, οι εξελίξεις τα επόμενα χρόνια τον/την ‘δικαίωναν’. Ως αποτέλεσμα, αυτά τα στελέχη κέρδιζαν τις προαγωγές και τον έλεγχο ακόμα μεγαλύτερων κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, οι διστακτικοί, αυτοί που αντέτειναν μια πιο προσεκτική διαχείριση, ήταν εκείνοι που ‘εκτίθονταν’. Και φυσικά έχαναν τις προαγωγές και τον έλεγχο των κεφαλαίων, ενώ πιέζονταν αφόρητα για να αλλάξουν τη στάση τους προς τη ‘σωστή’ κατεύθυνση. Αυτό συνέβαινε κάθε μέρα σε κάθε μεγάλο χρηματοπιστωτικό σύστημα ανά τον κόσμο μέχρι που καταλήξαμε σε ένα πολύ συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου στις διοικήσεις τους. Σήμερα όμως, τα κεφάλαια που διασώθηκαν της κρίσης, επιτέλους ανακατανέμονται στους πιο προσεκτικούς και συγκρατημένους διοικούντες και επενδυτές-τους Warren Buffets του κόσμου»

Ο Volcker έχει επίσης πει ότι το ιδιαίτερα πολύπλοκο χρηματοοικονομικό σύστημα ήταν πολύ πιο ασταθές από όσο νόμιζε η κοινή γνώμη καθώς και ότι βαθιές τομές ήταν απαραίτητες για την αυστηρότερη ρύθμιση κα τη σταθεροποίησή του. Τώρα έχει έρθει η ώρα αυτά τα θέματα να τύχουν προσοχής στο ανώτατο επίπεδο. Υπάρχει φόβος στην αγορά ότι μια Δημοκρατική διακυβέρνηση θα αυξήσει τη κρατική παρέμβαση υπερβολικά. Αλλά αν δούμε ποιοι συμβουλεύουν τον Barack Obama (Οι Buffet, Volcker και οι πρώην υπουργοί οικονομικών Robert Rubin και Larry Summers) θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι είναι μάλλον πιθανότερο ότι οι προσπάθειές τους θα οδηγήσουν σε ένα καλύτερα ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα κέρδη ενός τέτοιου συστήματος μπορεί να μην είναι τόσο φουσκωμένα, αλλά θα είναι πιο σταθερά και πιο ασφαλή.

Υπάρχει από εδώ και στο εξής μεγάλη πιθανότητα επίσης ο χρηματοπιστωτικός τομέας να συρρικνωθεί, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό γιατί πολύ απλά, εδώ και χρόνια, είχε μετατραπεί σε μία φούσκα. Ο Curry σημειώνει ότι «οι εταιρίες του χρηματοπιστωτικού τομέα εισέπραξαν το 30% των κερδών των 500 μεγαλύτερων εταιριών μεγάλης κεφαλαιοποίησης. Ταυτόχρονα, οι Αμερικανοί καταναλωτές ξόδεψαν $800 δισεκατομμύρια περισσότερα από όσα κέρδισαν σε εισοδήματα. Τα καλύτερα μαθηματικά μυαλά των Η.Π.Α. αντί να ασχοληθούν με έρευνες βιοτεχνολογίας ή εναλλακτικές μορφές ενέργειας στρατολογήθηκαν στη δημιουργία όλο και πιο ευφάνταστων χρηματοοικονομικών προϊόντων με στόχο τη μηχανική συγκράτηση των υπερκερδών των Τραπεζών. Οι κεφαλαιακές δαπάνες δεν επενδύθηκαν σε στρατηγικές υποδομές αλλά σπαταλήθηκαν για την εικονική στήριξη της καταναλωτικής ζήτησης». Η κρίση θα ανατρέψει αυτή την ανισοκατανομή ανθρώπινων και χρηματικών πόρων. Αν κάποιοι από τους ιδιοφυείς ανθρώπους που δουλεύουν στη Wall Street καταλήξουν να εργάζονται για νέα μοντέλα εναλλακτικών πηγών ενέργειας αυτό θα είναι πραγματικό κέρδος για την οικονομία.

Η Αμερικανική οικονομία παραμένει ιδιαίτερα δυναμική και ευέλικτη. Ακόμη και τώρα, το πιο εκπληκτικό στοιχείο σε αυτή τη κρίση εξακολουθεί να είναι το πόσο ανθεκτική είναι η οικονομία μετά απ’ όλα αυτά τα σοκ. Αυτό δεν θα διαρκέσει, εάν ο πανικός συνεχιστεί. Ακόμα κι έτσι όμως, η ανθεκτικότητα αυτή τονίζει το γεγονός ότι η οικονομία των ΗΠΑ έχει σημαντικές αρετές, τέτοιες ώστε να ανακάμψει γρηγορότερα από ό,τι πολλοί μπορούν να φανταστούν μετά από μια βαθιά ύφεση. Ας λάβουμε επίσης υπόψη ότι η άνοδος των αναδυόμενων αγορών, που έχει συμβάλλει αποφασιστικά στη παγκόσμια ανάπτυξη, δεν πρόκειται να καμφθεί μέσα σε μία νύχτα.

Η εδραίωση ενός νέου διεθνούς πολιτικοοικονομικού consensus θα ευνοούσε επίσης τις ΗΠΑ υπό μία ευρύτερη έννοια. Μετά τη κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Η.Π.Α. κυριάρχησαν παγκοσμίως χωρίς περιορισμούς. Αυτή η απεριόριστη δύναμη έβλαψε τελικά εξωτερική πολιτική. Έκανε την Washington αλαζονική, απρόσεκτη και οκνηρή. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων έφτασε να μοιάζει με τη στρατηγική της General Motors κατά τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, πλήρως εξαρτημένη από εσωτερικούς παράγοντες χωρίς να λαμβάνει υπόψη το εξωτερικό περιβάλλον. Δεν χρειαζόταν να κάνουμε στρατηγικές επιλογές. Μπορούσαμε να τα έχουμε όλα. Να κάνουμε γκάφες, να τσαντίζουμε ολόκληρο τον κόσμο, να αγνοούμε τους συμμάχους μας, να σπαταλάμε πόρους, να αποτυγχάνουμε σε πολέμους. Τίποτα δεν είχε σημασία. Είχαμε παραπάνω από αρκετό περιθώριο σφάλματος. Τεράστιο περιθώριο σφάλματος.

Σήμερα όμως ο κόσμος έχει αλλάξει. Η κατάσταση στο Ιράκ δημιούργησε αμφιβολίες για την πολιτική και στρατιωτική αξιοπιστία και η οικονομική κρίση έχει διαβρώσει την οικονομική δύναμη των Η.Π.Α. Βραχυπρόθεσμα, οι επιπτώσεις είναι σχετικά περιορισμένες: απαξίωση του δολαρίου και των Αμερικανικών ομολόγων. Μακροπρόθεσμα, όμως, ο υπόλοιπος κόσμος είναι πιθανό να επιδιώξει μεγαλύτερη ανεξαρτησία από μια ασταθή υπερδύναμη.

Οι Η.Π.Α. πρέπει πλέον να προσπαθήσουν σκληρά να διαχειριστούν τα δημοσιονομικά τους μεγέθη καλύτερα έτσι ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσουν να προσελκύουν ξένο κεφάλαιο. Θα πρέπει να πείθουμε για να μας ακολουθούν άλλες χώρες στις διεθνείς μας περιπέτειες. Θα πρέπει να κάνουμε στρατηγικές επιλογές. Δεν μπορούμε να εγκαθιστούμε συστήματα αντιπυραυλικής προστασίας κοντά στα ρωσικά σύνορα, να προσπαθούμε να φέρουμε τη Γεωργία και την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και να περιμένουμε ταυτόχρονα τη συνεργασία της Ρωσίας κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Δεν μπορούμε να αποκηρύττουμε με στόμφο Κινέζικες και Αραβικές επενδύσεις στην Αμερική από τη μία και να ελπίζουμε ότι θα συνεχίσουν να αγοράζουν Αμερικάνικα ομόλογα αξίας $4 δισεκατομμυρίων από την άλλη. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να κηρύττουμε τη δημοκρατία και το καπιταλισμό ανά τον κόσμο όταν το ίδιο μας το σπίτι έχει τόσα πολλά προβλήματα.

Είναι θεμελιώδης Αμερικανική αντίληψη ότι ο ανταγωνισμός είναι καλός, στις επιχειρήσεις, στον αθλητισμό, στη ζωή. Ο James Madison (ο 4ος πρόεδρος των Η.Π.Α.) πίστευε στην ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου και εξισορρόπησης με στόχο την αντιμετώπιση της κατάχρησης εξουσίας και της υπεροψίας, και τη διασφάλιση της πειθαρχίας σε κανόνες. Αυτή η πειθαρχία θα είναι επώδυνη για μια χώρα που έχει συνηθίσει να τα έχει όλα. Αλλά θα μας κάνει δυνατότερους μακροπρόθεσμα. Αν το πάθημα αυτής της κρίσης μας γίνει μάθημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορέσουν και πάλι να επανέλθουν με ευνοϊκούς όρους στο παγκόσμιο οικονομικό παιχνίδι.

*O Fareed Zakaria είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού Newsweek και συγγραφέας του βιβλίου The Post American World.

Sunday, October 26, 2008

Απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: Λευτεριά στα κολέγια

Καταδικάστηκε προχθές η Ελλάδα από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για παραβίαση της Οδηγίας 89/48 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τα πτυχία που δίνουν τα κολέγια ως παραρτήματα ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Πριν δύο μήνες σε αντίστοιχο post με αφορμή το νόμο Στυλιανίδη για τα κολέγια είχαμε επισημάνει ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν μέσα στο κατακαλόκαιρο ήταν εμπαιγμός για την κοινωνία. Διότι ακριβώς έκλεινε πολιτικάντικα το μάτι στις χιλιάδες οικογένειες των φοιτητών των κολεγίων χωρίς στην ουσία να ρυθμίζει οτιδήποτε. Ο νόμος που ψηφίστηκε αρχίζει και την ίδια στιγμή τελειώνει στο εξής ένα και μόνο: στην υπαγωγή των κολεγίων στη διοικητική εποπτεία του υπουργείου Παιδείας.

Ωστόσο, ποια είναι τα βασικά στοιχεία της απόφασης του ΔΕΚ;

Πρώτον, οι απόφοιτοι των ευρωπαϊκών κολεγίων έχουν ΑΚΡΙΒΩΣ τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα με τους αποφοίτους των αντίστοιχων σχολών των δημόσιων πανεπιστημίων. Μπορούν, δηλ., να υποβάλλουν τα χαρτιά τους ακόμη και στους διαγωνισμούς προσλήψεων του Δημοσίου.

Δεύτερον, η ελληνική πολιτεία δεν έχει τη δυνατότητα να θέσει ακαδημαϊκά/ουσιαστικά κριτήρια λειτουργίας και ελέγχου ως προς τα ευρωπαϊκά κολέγια.

Και τρίτον, το ΔΕΚ προσπερνά αδιάφορα το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Με το ίδιο post πριν δύο μήνες είχαμε επισημάνει ότι ο δημόσιος διάλογος σχετικά με το άρθρο 16 είναι εκτός τόπου και χρόνου με μεγάλη ευθύνη τμήματος της αριστεράς που λαϊκίζει, ψηφοθηρεί και καπηλεύεται την αγωνία της κοινωνίας. Μάλιστα είχαμε χαρακτηρίσει τα επιχειρήματα περί υπερίσχυσης του Συντάγματος και του άρθρου 16 έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου ανοησίες. Η απόφαση του δικαστηρίου με πιο κομψές διατυπώσεις επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Το ΔΕΚ θεωρεί αβάσιμη και ελαφρώς άσχετη την επίκληση από την Ελλάδα του άρθρου 16 και προσπερνά τόσο την ίδια τη ρύθμιση όσο και το μέχρι νεωτέρας συνταγματικά κατοχυρωμένο σοβιετικό μοντέλο οργάνωσης της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.

Αυτό που δεν θέλει να καταλάβει εμπαίζοντας χιλιάδες νέους τόσο η κυβέρνηση όσο και το πείσμων και αντιδραστικό εκείνο κομμάτι της αριστεράς, είναι ότι η αναγνώριση των ευρωπαϊκών κολεγίων δεν είναι διαπραγματεύσιμη.

Ωστόσο, η ελληνική πολιτεία έχει ακόμη περιθώρια, λιγοστά έστω, να βάλει κάποια τάξη σε αυτή τη στρεβλή πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, να εντάξει τα ευρωπαϊκά κολέγια στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα οφείλει να πάει κι ένα βήμα παραπέρα. Να επιβάλει αυστηρά ακαδημαϊκά/ουσιαστικά κριτήρια λειτουργίας και ελέγχου ως προς τα υπόλοιπα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα που δεν είναι παραρτήματα ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, δεν ρυθμίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο και λειτουργούν εντελώς ανεξέλεγκτα. Ακόμα και οι σκανδιναβικές χώρες, το εκπαιδευτικό σύστημα των οποίων επικαλούνται πολλοί σε μια απέλπιδα προσπάθεια να υπερασπιστούν το ανεκδιήγητο ελληνικό status quo στην ανώτατη εκπαίδευση, επιτρέπουν τη λειτουργία ιδιωτικών ιδρυμάτων τα οποία πιστοποιούνται, χρηματοδοτούνται και αξιολογούνται από ανεξάρτητες αρχές. Προτείνουμε λοιπόν την πιστοποίηση, τον έλεγχο και την αξιολόγηση των ιδιωτικών ιδρυμάτων στα πλαίσια ενός ενιαίου εθνικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης.

Εάν σαν κοινωνία δε λάβουμε έγκαιρα μέτρα, δεδομένου ότι οι πολιτικές δυνάμεις έχουν στυλώσει τα πόδια πεισματικά κρύβοντας τα προβλήματα κάτω από το χαλί στη λογική του πέτα-την-καυτή-πατάτα-στον-επόμενο, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα φτάσουμε στο τέλος να αναγνωρίσουμε ως de facto πανεπιστήμια ακόμα ΚΑΙ τα φροντιστηριακά δώματα της πλατείας Κάνιγγος. Χωρίς καμία δυνατότητα να θέσουμε εμείς κάποιους ελάχιστους κανόνες ποιότητας προς όφελος όλων, συμπεριλαμβανομένων και των νέων που καταφεύγουν σ΄αυτά ως μόνη εναλλακτική επιλογή.

Πιο σημαντικά ακόμα, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τη νέα κατάσταση που προκύπτει από την καθυστερημένη εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ως πρόκληση, έναυσμα και αφορμή για τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Τα ψέματα, τα άλλοθι και οι μάχες οπισθοφυλακής τελείωσαν.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, πυρήνας της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι και θα συνεχίσει να είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο. Η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, η ίδια η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ίσων ευκαιριών, η soft power πολιτισμική επιρροή της χώρας και η οικονομική της ανάπτυξη συνδέονται κατεξοχήν με το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν είμαστε, ωστόσο, πολύ περήφανοι για το σημερινό ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν είμαστε περήφανοι για τον σφυχτό εναγκαλισμό της διοικητικής κι ακαδημαϊκής λειτουργίας από το υπουργείο και την από κάτω παρεοκρατία που λύνει, δένει και λογαριασμό δεν δίνει.

Δεν είμαστε περήφανοι για γκρίζους καθηγητές που μοιάζουν με κουρασμένους δημόσιους υπαλλήλους.

Δεν είμαστε περήφανοι για τη γραφειοκρατία και την έλλειψη υποδομών.

Δεν είμαστε περήφανοι για πανεπιστημιακούς διδάσκοντες που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών τους μέχρι και postdoc αποκλειστικά στο ίδιο κτίριο του ίδιου πανεπιστημίου της ίδιας ελληνικής πόλης.

Δεν είμαστε περήφανοι για εμάς τους ίδιους, τους Έλληνες φοιτητές και αποφοίτους που δεν ξέρουν να γράφουν, να διαβάζουν, ούτε καν να μιλούν παραπάνω από τα «αγγλικά των αεροδρομίων».

Δεν είμαστε πολύ περήφανοι ούτε για το πανεπιστήμιο, ούτε για τους δασκάλους μας, ούτε για εμάς τους ίδιους, και δυστυχώς είναι λίγα αυτά που μπορούμε να υπερασπιστούμε από τη σημερινή κατάσταση.

Πρέπει επιτέλους το ελληνικό πανεπιστήμιο να γίνει ένα πραγματικά δημόσιο πανεπιστήμιο. Να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που το συνδέει με το κεντρικό κράτος και τις διάφορες φατρίες, ώστε να γίνει πράξη η εξαγγελία του ίδιου του άρθρου 16 για «πλήρη αυτοδιοίκηση» των πανεπιστημίων σε συνδυασμό με την αξιολόγηση και την ανάλογη χρηματοδότηση τους.

Απέναντι σε αυτούς που ανάβουν κερί στην αδράνεια και πολιτεύονται πουλώντας ανεπεξέργαστες και εύκολες κουβέντες καφενείου, πρέπει ο πήχης να τεθεί ψηλότερα για όλους μας.

Friday, October 24, 2008

There Is No Alternative. Σκότωσε την ΤΙΝΑ που έχεις μέσα σου!

Κείμενο της G700 για το επετειακό τεύχος της Athens Voice

Διεφθαρμένο σύστημα, αποκλεισμός από τις ευκαιρίες, χαμηλοί μισθοί, βύσμα και εξάρτηση. Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθειες για τη γενιά των 700 ευρώ αλλά δεν παύουν να είναι διαπιστώσεις. Και με τις διαπιστώσεις το μόνο που καταφέρνεις είναι να επιδεινώνεις την ψυχική σου υγεία ή να μένεις απαθής και να μετατρέπεσαι σταδιακά σε χλιδάνεργο.

Βέβαια, για να περάσεις από τις διαπιστώσεις στις πράξεις πρέπει να κάνεις επιλογές. Και αυτό είναι δύσκολο για μία γενιά φωτογενή αλλά και τυφλωμένη από το πολύ φως. Για μία γενιά αποκλεισμένη αλλά και κακομαθημένη η οποία δεν έχει μάθει να προχωρά αλλά αιώνια να περιμένει. Αρκετά όμως με την «αυτοκριτική».

Εναλλακτικές υπάρχουν αλλά είναι διαφορετικές. Δεν βρίσκονται εκεί που μας έχουν μάθει να ψάχνουμε και με τη μορφή που ίσως θα τις περιμέναμε. Εάν συνεχίσουμε να προσδοκούμε, για παράδειγμα, λύσεις σε συγκεκριμένα θέματα από τους «παραδοσιακούς παίκτες», από τα κόμματα ή πολύ λιγότερο από τους συνδικαλιστές, πιθανόν θα περιμένουμε για πάντα με ισχνά έως ανύπαρκτα ίσως αποτελέσματα. Πρέπει λοιπόν να επινοήσουμε νέους τρόπους συλλογική δράσης και παρέμβασης που θα παρακάμπτουν την παραδοσιακή ιεραρχία πολιτική, κοινωνική και μιντιακή. Όπως ακριβώς τα free press της πόλης μας τάραξαν και αναζωογόνησαν τα στάσιμα νερά της κουρασμένης ελληνικής δηοσιογραφίας πριν από πέντε περίπου χρόνια. Να κάνουμε λοιπόν επιλογές που για τους παραδοσιακούς παίκτες μοιάζουν αδύνατες.

Συγκεκριμένα παραδείγματα είναι εδώ απαραίτητα για να μην αερολογούμε. Η άτακτη υποχώρηση στην οποία εξαναγκάστηκε ο υπουργός Οικονομίας πριν από ένα μήνα παίρνοντας πίσω τον άδικο φόρο του 10% για τους νέους κάτω των 30. Η υποχώρηση αυτή δεν έγινε τυχαία. Είναι προϊόν της δημόσιας συζήτησης που έχει ξεκινήσει εδώ κι ένα χρόνο για τη γενιά των 700 ευρώ στη blogo-σφαιρα. Μια συζήτηση που μαζί καταφέραμε αρχικά να κυριαρχήσει στη blogο-σφαιρα και στη συνέχεια να επιβληθεί στη δημόσια ατζέντα κομμάτων, ΜΜΕ και λοιπών παραδοσιακών παικτών. Με το χτύπημα λοιπόν που επιχειρήθηκε μέσω της άγριας φορολόγησης των νέων στα πρώτα τους βήματα, ήρθε στην επιφάνεια αυτή η «πολιτική προετοιμασία» που επί μήνες επωαζόταν στα blogs. Υπήρξε μια έκρηξη δημόσιας συνειδητοποίησης του προβλήματος.

Συνεπώς το ότι η κυβέρνηση έκανε πίσω δεν είναι αποτέλεσμα δράσης – αντίδρασης των παραδοσιακών παικτών, όπως θα περίμενε κανείς. Δεν είναι αποτέλεσμα της παραδοσιακής αντίδρασης της αντιπολίτευσης στην παραδοσιακή δράση της κυβέρνησης. Είναι αποτέλεσμα της δράσης ομάδων πίεσης οι οποίες πλαγιοκοπούν από νέους δρόμους και με νέους τρόπους την κοινή γνώμη και τους gatekeepers της δημόσιας ενημέρωσης. Έτσι χτίζεται η συνειδητοποίηση προβλημάτων που μπορεί άνετα ο καθένας μας να βιώνει καθημερινά αλλά εξίσου άνετα τα προσπερνά.

Το ίδιο περίπου συνέβη στην υπόθεση της μεταμεσονύκτιας λειτουργίας του μετρό. Ένας παραδοσιακός παίκτης, οι συνδικαλιστές, αντέδρασε με λύσσα σε ένα μέτρο προορισμένο να διευκολύνει τους νέους, να μην ξεπαραδιάζονται στα ταξί και να επιστρέφουν με ασφάλεια σπίτι τους. Απέναντι στους συνδικαλιστές βρέθηκαν ομάδες από τα blogs και το Facebook. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Οι έρευνες δείχνουν μεγάλη μετακίνηση στο μετρό μετά τα μεσάνυχτα, μεγάλη μείωση των ατυχημάτων τα βράδια των Σ/Κ ενώ η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επεκτείνει το μέτρο και στα υπόλοιπα ΜΜΜ.

Τα αποτελέσματα μετριούνται ακόμα στα δάχτυλα του ενός χεριού, αλλά σίγουρα υπάρχουν. Και αποδεικνύουν ότι υπάρχουν επιλογές και εναλλακτικές. Δείχνουν ότι η κυρίαρχη νοοτροπία του «τίποτα δεν αλλάζει» είναι μία τεράστια φούσκα και η επιλογή της απομόνωσης στο χώρο των λίγων φίλων και της οικογένειας αυταπάτη και συνειδητή παραίτηση. Όταν τα πράγματα δείχνουν ίδια πρέπει εσύ να ψάξεις περισσότερο. Γιατί μάλλον δείχνουν ίδια επειδή κάποιοι άλλοι έχουν επιλέξει για όλους μας τη συνταγή της αιώνιας ακινησίας που δε θα διαταράξει τα όποια προνόμια έχουν κατοχυρώσει λόγω της προνομιακής τους θέσης μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Εναλλακτικές λοιπόν υπάρχουν. Σκότωσε την ΤΙΝΑ που έχεις μέσα σου!

Wednesday, October 22, 2008

Άδοξο τέλος για απογραφή και ήπια προσαρμογή

Πριν από τεσσεράμισι χρόνια, τον Μάρτιο του 2004, η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της ΝΔ, μέσα σε μια ατμόσφαιρα έκδηλου ενθουσιασμού λόγω της φρέσκιας και μεγάλης σε έκταση εκλογικής νίκης, ανέλαβε την πρωτοβουλία να προβεί σε αντικειμενική απογραφή των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας.

Η υποψία τότε ήταν ότι τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας και συγκεκριμένα το έλλειμμα των τελευταίων ετών της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ήταν προϊόντα «δημιουργικής λογιστικής» που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δαπάνες που γίνονταν, όπως οι στρατιωτικές, μετακυλύονταν στο μέλλον, ενώ η λεγόμενη άσπρη τρύπα, το πλεόνασμα δηλαδή των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ήταν υπερεκτιμημένη.

Η κυβέρνηση αρχικά, ωστόσο διόλου αντικειμενικά δεδομένου ότι στη διαδικασία της αναθεώρησης δεν έλαβε μέρος κανένας ανεξάρτητος ευρωπαϊκός ή εθνικός φορέας, μετέβαλλε το στόχο για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το έτος 2004, αυξάνοντάς τον αυθαίρετα πάνω από το εκτιμώμενο 1,6%, αλλά κάτω από το κρίσιμο όριο του 3%, έτσι ώστε να μην μπει η οικονομία σε επιτήρηση.

Η κουτοπονηριά δεν έπιασε. Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε και η εκτεθειμένη Eurostat μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησαν απογραφή όλων των ετών από το 1997 μέχρι το 2003, θέτοντας υπό συμβολική αμφισβήτηση την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Ως αποτέλεσμα μόνο για το 2004 το έλλειμμα εκτινάχθηκε στο αστρονομικό 7,4% του ΑΕΠ.

Υπό το πρίσμα αυτής της σκληρής πραγματικότητας, η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της μία και μόνη επιλογή. Μέτρα μόνιμου διαρθρωτικού χαρακτήρα που θα καθιστούσαν τη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας μεσοπρόθεσμα βιώσιμη. Το επιχείρημα ήταν απλό και ακλόνητο: προετοιμάσου στις καλές μέρες (ανάπτυξη 4,5%), ώστε να μπορείς όταν χρειαστεί να αντιμετωπίσεις τα χειρότερα. Καλή ώρα σήμερα.

Ο δρόμος αυτός όμως αγνοήθηκε. Αντ’ αυτού προτιμήθηκε η πολιτική της ήπιας προσαρμογής. Έτσι, από τη δημιουργική λογιστική, η οποία όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα ότι το έλλειμμα έπεσε από 13% σε 3% μεταξύ 1993 και 1997, περάσαμε στην καταστροφική πρακτική της ήπιας προσαρμογής. Στη λογική του «εκθέτω τη χώρα για ένα χρόνο και στη συνέχεια για τα επόμενα τρία έτη μαγειρεύω τα νούμερα χωρίς να μεταρρυθμίζω ουσιαστικά την οικονομία».

Η συνταγή αρχικά πέτυχε. Το Μάρτιο του 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να βγάλει την Ελλάδα από την επιτήρηση, δεδομένου ότι όλες οι ενδείξεις έδειχναν ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα έπεφτε κάτω από το όριο του 3% (απόφαση Μαρτίου 2007). Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα και σήμερα να βρισκόμασταν σε ισορροπημένη δημοσιονομική θέση.

Η αλήθεια, δυστυχώς, είναι άλλη. Με σημερινή της ανακοίνωση η Eurostat εκτιμά ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού ξεπέρασε το 3% του ΑΕΠ το 2007. Για την ακρίβεια το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας διαμορφώθηκε στο 3,5% του ΑΕΠ, έναντι 2,8% που είχε προϋπολογίσει η κυβέρνηση.

Αναλυτικά, η Εurostat σημειώνει ότι η αύξηση του ελλείμματος από 2,8% το 2006 σε 3,5% το 2007 οφείλεται στα επικαιροποιημένα στοιχεία που αφορούν στα μικρότερα έσοδα από φόρους, τα έξοδα για νοσοκομεία, την κοινωνική ασφάλιση, τις αλλαγές στο ισοζύγιο των λογαριασμών του θησαυροφυλακίου της ΤτΕ, τις αλλαγές στην καταγραφή των συναλλαγών με τον κοινοτικό προϋπολογισμό και τη βελτίωση στην κάλυψη των εκτός προϋπολογισμού δαπανών.

Ουσιαστικά, αν συγκρίνει κανείς τον περσινό προϋπολογισμό με το φετινό προσχέδιο, θα δει ότι το μεγαλύτερο μέρος της απόκλισης οφείλεται σε δύο λόγους: α) στην υπερεκτίμηση της άσπρης τρύπας των ΟΚΑ, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ κατά 1,1 δις ευρώ και β) στην υπερεκτίμηση του μεγέθους των εθνικολογιστικών προσαρμογών κατά 700 εκ. ευρώ.

Ως αποτέλεσμα το 2007 από ένδοξο έτος εξόδου της εθνικής οικονομίας από την επιτήρηση, μετατρέπεται, σύμφωνα και με τις απειλές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε έτος επανένταξης της Ελλάδας υπό ευρωπαϊκή δημοσιονομική κηδεμονία σηματοδοτώντας το άδοξο τέλος της πολιτικής της απογραφής και της ήπιας προσαρμογής. Η Ελλάδα είναι πλέον η μόνη χώρα της ευρωζώνης με υπερβολικό έλλειμμα το οποίο δεν οφείλεται στην οικονομική κρίση, αλλά στην υιοθέτηση μιας προ-κυκλικής πολιτικής σε περίοδο ισχυρής ανάπτυξης.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Ελλάδα πρέπει επιτέλους να λάβει μέτρα μόνιμου διαρθρωτικού χαρακτήρα στην οικονομία. Αυτό δε σημαίνει μπακαλίστικες μειώσεις δαπανών ως είθισται να πιστεύουν οι περισσότεροι. Σημαίνει υιοθέτηση μιας ριζικά διαφορετικής φιλοσοφίας στο μέτωπο της κατανομής και καταγραφής των δημόσιων πόρων.

Είναι δυνατόν για παράδειγμα να μην εγγράφονται οι δαπάνες των νοσοκομείων στον προϋπολογισμό; Είναι δυνατόν ο προϋπολογισμός να μην καταρτίζεται σε βάθος τριετίας και με τρία διαφορετικά σενάρια; Είναι δυνατόν να μη γίνεται ποτέ απολογισμός και να μη λογοδοτεί κανείς για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που πάντα πέφτει έξω; Είναι δυνατόν η χρηματοδότηση να μη συνδέεται με την επίτευξη αποτελεσμάτων; Είναι δυνατόν να δίνουμε χρήμα αθροιστικά κάθε χρονιά σε υπουργεία και όχι σε δημόσια προγράμματα απ’ τα οποία περιμένουμε να αυξήσουν τη δημόσια και κοινωνική αξία που παράγει η πολιτεία; Είναι δυνατόν να μην υπάρχει ούτε έστω για τα μάτια του κόσμου μια διαγενεακή διάσταση στον προϋπολογισμό έτσι ώστε να ξέρουμε που βαδίζουμε στο μέλλον;

Αυτή τη στιγμή ζούμε μια τεράστια δημοσιονομική ψευδαίσθηση. Ξοδεύουμε πολλά για κατανάλωση και μάλιστα δεν τα μετράμε κι επαρκώς. Συνήθως τα κρύβουμε. Έλα όμως που τ΄άτιμα όλο και βγαίνουν στη φόρα και διαμαρτύρονται. Απαιτούνται λοιπόν αλλαγές. Διαφορετικά εν μέσω κρίσης βαδίζουμε ολοταχώς προς το "δημοσιονομικόν 1993".

Και πριν τελειώσουμε κάτι ακόμα. Για όλο αυτό το πανηγύρι με τα δημοσιονομικά που στιγματίζει τόσο την ελληνική οικονομία όσο και την ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τη Eurostat φέρουν τεράστιες ευθύνες. Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού. Shame on you.

Monday, October 20, 2008

Γενιά 700: διέξοδος στην επιχειρηματικότητα υψηλών δυνατοτήτων

Εισήγηση εκπροσώπου G700 σε πάνελ συζήτησης με θέμα την επιχειρηματικότητα στα πλαίσια του Συνεδρίου της Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2007.

Κυρίες και Κύριοι,

Χαίρομαι που βρίσκομαι σήμερα εδώ μαζί σας και ευχαριστώ, εκ μέρους όλων στη G700, τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την ευγενική τους πρόσκληση. Μας δίνεται σήμερα η ευκαιρία να συζητήσουμε για ένα πολύ σημαντικό θέμα.

Οι πάντες αναγνωρίζουν ότι το επίπεδο επιχειρηματικότητας μιας χώρας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική της ευημερία.

Πως όμως διαμορφώνεται το τοπίο της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα σήμερα;

Με μια πρώτη μάτια η κατάσταση δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Κάθε άλλο μάλιστα.

Όσον αφορά τη νέα επιχειρηματικότητα και σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου για την Επιχειρηματικότητα (GEM), στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2007 ένα 5,7% του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών (περίπου 388 χιλιάδες άτομα) βρισκόταν στα αρχικά σταδία επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης και της αυτοαπασχολησης.

Πρόκειται δηλαδή είτε για άτομα που άρχισαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα μέσα στην χρονιά, είτε δραστηριοποιούνται ήδη σε μια επιχείρηση για λιγότερο από 42 μήνες.

Ταυτόχρονα ένα 13,7% του πληθυσμού 18-64 ετών δηλώνει ότι έχει σκοπό να ξεκινήσει μια επιχείρηση τα επόμενα τρία χρόνια ενώ ένα 29% πιστεύει ότι υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες στην περιοχή όπου ζει και οι οποίες θα μπορούσαν να τύχουν επιχειρηματικής αξιοποίησης.

Σε ότι αφορά την καθιερωμένη επιχειρηματικότητα, το ποσοστό δηλαδή του πληθυσμού που είναι ιδιοκτήτες μιας επιχείρησης που λειτουργεί τουλάχιστον επί 3,5 χρόνια έχουμε την Ευρωπαϊκή πρωτιά! Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είναι η χώρα με την μεγαλύτερη αναλογία επιχειρήσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της (694,4 επιχειρήσεις ανά 10.000 κατοίκους) στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνολικά, και στις δυο κατηγορίες, η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρηματιών από όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, ένα 19% του πληθυσμού ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι μόλις 11,7%.

Οι αριθμοί ευημερούν λοιπόν.
Και πολλούς επίδοξους επιχειρηματίες έχουμε αλλά και αρκετούς που έχουν ήδη καθιερωθεί επαγγελματικά.

Το ερώτημα βέβαια είναι τι είδους επιχειρήσεις έχουμε;

Δυστυχώς, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πρόκειται για επιχειρηματικότητα ανάγκης. Δηλαδή, επιχειρηματική δραστηριότητα που εκδηλώνεται επειδή ο επιχειρηματίας δεν έχει άλλη δυνατότητα βιοπορισμού. Η Ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν έχει να κάνει με την εκμετάλλευση ευκαιριών που εντοπίζει το άτομο στο ευρύτερο οικονομικό του περιβάλλον αλλά με την έλλειψη καλύτερων επιλογών εργασίας.

Ο έλληνας επιχειρηματίας είναι πρώτα από όλα ένας εργαζόμενος που θέλει να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο εργασιακής ασφάλειας.

Το συγκριτικό του πλεονέκτημα δεν είναι η καινοτομία αλλά η άμισθη προσωπική εργασία, συνήθως του ιδίου, αλλά πολύ συχνά, και των μελών της οικογένειας του.

Οι Μικρομεσαίες και ιδίως οι Μικρές Επιχειρήσεις αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα των εν ενεργεία επιχειρήσεων, φθάνοντας περίπου τις 770.000. Στις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις συγκεντρώνεται το 64% της συνολικής απασχόλησης, το 90% των εργοδοτών, το 99% των αυτοαπασχολούμενων, το 50% των μισθωτών και το 90% των βοηθών του ιδιωτικού δευτερογενή τομέα. Μέσος αριθμός απασχολούμενου προσωπικού ανά επιχείρηση: δύο άτομα.

Κατά συνέπεια δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη και το γεγονός ότι ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι η έλλειψη γνώσεων ή ο ανταγωνισμός της αγοράς αλλά ο φόβος της αποτυχίας και της απώλειας του σχετικού κεφαλαίου επένδυσης. Το σχετικό ποσοστό του 59% για τη χώρα μας, είναι όχι μόνο το μεγαλύτερο στην Ευρώπη αλλά και το μεγαλύτερο στο κόσμο!

Ταυτόχρονα, η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από την έλλειψη καινοτομίας.

Δυστυχώς η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένη όσον αφορά τις επιδόσεις της στο συγκεκριμένο τομέα.

Σύμφωνα με το European Innovation Scoreboard 2007, η χώρα μας περιλαμβάνεται στην ομάδα των κρατών που υστερούν αρκετά του μέσου όρου της Ε.Ε.-27. Η καινοτομική της επίδοση βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκρινόμενη με τους λοιπούς εταίρους, καθώς καταλαμβάνει μόλις την 20η θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις σε τεχνολογικές καινοτομίες, με εξαίρεση κυρίως τις οργανωτικού τύπου καινοτομίες.

Καλές σχετικά επιδόσεις – περί το μέσο κοινοτικό όρο – σημειώνουμε κυρίως σε δείκτες εισροών (απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικό επίπεδο νέων, δημόσια, ποσοστό μικρομεσαίων επιχειρήσεων με οργανωτικές καινοτομίες).

Αντίθετα, αρνητικές είναι οι επιδόσεις στην κατηγορία της πνευματικής ιδιοκτησίας, της δια βίου μάθησης και των επιχειρηματικών δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α).

Ειδικά στον κεφαλαιώδους σημασίας τομέα της έρευνας δεν πάμε καθόλου καλά. Αφιερώνουμε μόλις το 0,7% του Α.Ε.Π. στην έρευνα, τη στιγμή που χώρες όπως η Δανία αφιερώνει το 2,6% και η Φιλανδία το 4,8%.

Είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη στη διάθεση κονδυλίων για την έρευνα. Η έρευνα στον ιδιωτικό τομέα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η σύνδεση δε των αποτελεσμάτων της έρευνας με την αγορά και τη βιομηχανία είναι, επίσης, εξαιρετικά προβληματική.

Επίσης σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και το βάθος της Ελληνικής επιχειρηματικότητας. Η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα εμφανίζεται εξαιρετικά «ρηχή», με την έννοια ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη σε προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, παρά σε άλλες επιχειρήσεις.

Πάνω από τα μισά εγχειρήματα επιχειρηματικής δραστηριότητας εκδηλώνονται σε δραστηριότητες που έχουν ως τελικό πελάτη τον καταναλωτή, τη στιγμή που ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 35%.

Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Από το σύνολο των επιχειρηματικών εγχειρημάτων που πραγματοποιούνται στη χώρα μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό μπορεί να χαρακτηριστεί ως Υψηλών Δυνατοτήτων, ότι δηλαδή:

α) συμβάλλει στην επέκταση των αγορών,
β) δημιουργεί νέα απασχόληση, και
γ) εντείνει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας.

Η εκτεταμένη επιχειρηματικότητα ανάγκης, η χαμηλή τεχνολογική καινοτομικότητα, η ρηχή επιχειρηματικότητα, η κυριαρχία της πολύ μικρής και μικρής επιχείρησης έντασης εργασίας (η λογική του μικρού γωνιακού μαγαζιού) ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ τους μισθωτούς σε φαινόμενα γενιάς των 700 ευρώ ενώ δημιουργεί ψευτοεπιχειρηματίες.

Παρεμποδίζουμε σταθερά και με εγκληματικό τρόπο τη νέα επιχειρηματικότητα, με τη χώρα μας να υποχωρεί στην 100η θέση στον σχετικό δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας και ταυτόχρονα να καταλαμβάνει την ταπεινωτική 152η θέση μεταξύ 178 χωρών στην παροχή κινήτρων στους νέους επιχειρηματίες για τη δημιουργία νέας επιχείρησης.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι το μέλλον δυσοίωνο λοιπόν; Όχι απαραίτητα.

Η άποψη μας είναι ότι η πραγματικότητα της εκτεταμένης Επιχειρηματικότητας Ανάγκης, ρηχής και με χαμηλό επίπεδο καινοτομικότητας, συνιστά μείζον κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα.

Η εκτεταμένη μικροεπιχειρηματικότητα ανάγκης αδυνατεί να δημιουργήσει πολλές και ποιοτικές θέσεις εργασίας υποσκάπτει το μέλλον και την προοπτική ευημερίας της νέας γενιάς, και καταδικάζει τους νέους και όχι μόνο στην εισοδηματική κατηγορία πέριξ του βασικού μισθού, την πολυαπασχόληση και την υπερεργασία.

Για να ξεφύγουμε από αυτή τη κατάσταση, πρέπει πρώτα από όλα να αντιμετωπίσουμε δύο σχετικές προκλήσεις.

Η πρώτη έχει να κάνει με την ανάγκη υπέρβασης του σημερινού μοντέλου επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Πρωταρχικός στόχος και στρατηγική προτεραιότητα των νέων, αλλά και γενικότερα της εθνικής οικονομικής πολιτικής, πρέπει να είναι η βελτίωση της ποιότητας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Μόνο δίνοντας έμφαση στην ποιοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μπορούμε να οδηγηθούμε από μια Επιχειρηματικότητα Ανάγκης σε μια Επιχειρηματικότητα Υψηλών Δυνατοτήτων ικανής να δημιουργήσει πολλές και καλές θέσεις εργασίας.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση, κατά τη γνώμη μου πάντα, έχει να κάνει με το συχνά παραμελημένο κόστος της καινοτομίας.

Μια αλλαγή, εκ των πραγμάτων, δεν είναι προς όφελος όλων. Δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους. Η καινοτόμα επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί υπεραξίες για τους καινοτόμους και τιμωρεί όσους δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα.

Η Ελληνική οικονομία με τις παραδοσιακές και συχνά μη ανταγωνιστικές δομές της είναι συχνά δύσκολο να προσαρμοσθεί. Εάν η καινοτομική επιχειρηματική δραστηριότητα καταλήγει να επαληθεύει το Σουμπετεριανο μοντέλο της δημιουργικής καταστροφής τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και τις συνέπειες του. Δηλαδή τη σταδιακή "δημιουργική καταστροφή" παραγωγικών μονάδων και επιχειρήσεων με κάλυψη και του ανάλογου κοινωνικού κόστους που αυτή συνεπάγεται.

Μπορούμε να το κάνουμε αυτό;

Το βασικό κριτήριο είναι απλό: ναι εάν το όφελος για τον πολίτη είναι μεγάλο κι εφόσον μπορούμε ως κοινωνία να αναλάβουμε το κόστος μετάβασης από τη μία στην άλλη κατάσταση.

Μιλάμε συχνά για καινοτομία και ανταγωνιστικότητα σε βαθμό που να νομίζουμε ότι αποτελούν αυτοσκοπό. Δεν είναι όμως. Ο στόχος μας πρέπει να είναι η επίτευξη της επιθυμητής οικονομικής μεγέθυνσης σε συνδυασμό με συνθήκες κοινωνικής συνοχής.

Πρέπει ως κοινωνία να στοχεύουμε σε μια ισχυρή οικονομία με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, γιατί όσα περισσότερα έσοδα έχει η χώρα μας, τόσα περισσότερα μπορεί να ξοδέψει για αγαθά που απολαμβάνουμε όλοι μας.

Όπως επίσης πρέπει να στοχεύουμε στην επίτευξη συνθηκών κοινωνικής συνοχής, γιατί όσο λιγότερες είναι οι ανισότητες και οι κακώς εννοούμενες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, τόσο λιγότερες είναι οι συγκρούσεις και καλύτερη η ζωή μας.

Κατά συνέπεια για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα υψηλών δυνατοτήτων, εν αντιθέσει με το σημερινό περιβάλλον ασύδοτης μικροεπιχειρηματικότητας ανάγκης και χαμηλής καινοτομικότητας, πρέπει να θέσουμε πριν απ' όλα τους εξής δύο στόχους.

Πρώτος στόχος μας πρέπει να γίνει η απενεχοποίηση της επιχειρηματικότητας και του επιχειρείν στην Ελλάδα.

Να πούμε καταρχάς ΝΑΙ στη δημιουργικότητα.

Το πρώτο και θεμελιώδες θέμα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι η γενική αρνητική στάση της ελληνικής κοινωνίας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και ιδιαίτερα η συλλογική υποτίμηση της δημιουργικότητας.

Η βαθμιαία μεταστροφή αυτής της στάσης αποτελεί κυρίαρχο στόχο μιας πολιτικής που επιδιώκει να επηρεάσει το πολιτισμικό και κοινωνικό πρότυπο του επιχειρηματία. Η εν λόγω μεταστροφή πρέπει να επιδιωχθεί μέσω παρεμβάσεων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ότι υπερβαίνουμε τη γενικά αρνητική εκτίμηση για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος στην προετοιμασία των νέων για το ενδεχόμενο επιχειρηματικής σταδιοδρομίας.

Στην ίδια λογική απενοχοποίησης της επιχειρηματικότητας πρέπει να μάθουμε να αναλαμβάνουμε περισσότερα ρίσκα και να υπερβαίνουμε το φόβο της αποτυχίας, αντιμετωπίζοντας ουσιαστικά και με επιτυχία ζητήματα όπως το κοινωνικό και επιχειρηματικό στίγμα που συνοδεύει μια αποτυχία καθώς και την επαγγελματική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει τον επιχειρηματία ο οποίος βρίσκεται στη φάση της υλοποίησης ενός επιχειρηματικού σχεδίου που δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει.

Ο δεύτερος στόχος δεν είναι άλλος από τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος

Απαιτείται μια Χάρτα για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα που θα περιλαμβάνει ένα πακέτο μέτρων-δεσμεύσεων της πολιτείας προς μελλοντικούς αλλά και ήδη καθιερωμένους επιχειρηματίες.

Ενδεικτικά και στο πλαίσιο αυτής της λογικής προτείνουμε:

την δραστική απλούστευση της διαδικασίας έναρξης μιας επιχείρησης: μείωση διαδικασιών αλλά και συγχώνευσή τους σε ένα επίπεδο διοίκησης (Νομαρχία ή Περιφέρεια)

τη δημιουργία μίας πολύ-λειτουργικής υπηρεσίας μίας στάσης για επιχειρήσεις (multifunction one stop shops τύπου ΚΕΠ), έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις στις συναλλαγές τους με τη δημόσια διοίκηση και να εξυπηρετούνται οι πιθανοί επενδυτές

τη δημιουργία συστημάτων επιχειρήσεων (clusters) έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιοποιείται μια καλή ή πρωτοποριακή ιδέα σε συνδυασμό με τη δημιουργία υποδομών υψηλής τεχνολογίας όπως Τεχνολογικά Πάρκα.

τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείω,ν όπως κεφάλαια χρηματοδότησης υψηλής τεχνολογίας, δράσεις Business Angels κοκ, και φυσικά τη συνέχιση και επέκταση της λειτουργίας των υπαρχόντων περιφερειακών κεφαλαίων συμμετοχών τύπου ΤΑΝΕΟ.

κίνητρα για μεγαλύτερη ένταση του ερευνητικού έργου και των πανεπιστημιακών εργαστηρίων προς τις ανάγκες των επιχειρήσεων

τη στοχευμένη στήριξη των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων μέσα από τη Δημιουργία Χάρτας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων για την Ελλάδα σε συμφωνία τo European Small Business Act όπου θα προβλέπονται μέτρα διακριτής στήριξης όπως - ενδεικτικά αναφέρω μερικά: η συμμετοχή των εκπροσώπων των ΜΜΕ στις διαδικασίες αξιολόγησης και έγκρισης των κοινοτικών πόρων, η δημιουργία ενός ειδικού φορολογικού καθεστώτος όπως ορίζεται στην Ευρωπαϊκή Χάρτα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, η επαναφορά του μέτρου για το αφορολόγητο αποθεματικό για επενδύσεις.

Κυρίες και Κύριοι,

Δε θέλω να σας κουράσω άλλο. Άλλωστε θα ακολουθήσει και σχετική συζήτηση. Θέλω μόνο να υπογραμμίσω, και μ' αυτό τελειώνω, ότι το στοίχημα της ποιοτικής επιχειρηματικότητας είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η Ελλάδα.

Με το κατάλληλο σχεδιασμό και με συστηματική δουλειά είναι εφικτό να συνδυαστούν αρμονικά η υγιής επιχειρηματικότητα με την οικονομική ανάπτυξη, και να αποκτήσουμε έτσι μια ισχυρή πραγματική οικονομία όπου πολλές αταγωνιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να δημιουργούν πολλές και καλές δουλειές για όλους. Η εξέλιξη αυτή, αν και δεν είναι η μόνη που απαιτείται, είναι εντελώς απαραίτητη για τη μελλοντική προοπτική των νέων και ειδικά για την αντιμετώπιση του φαινομένου της γενιάς των 700 ευρώ.

Σας ευχαριστώ για τη προσοχή σας.