Showing posts sorted by relevance for query Με λένε Μεταπολίτευση. Sort by date Show all posts
Showing posts sorted by relevance for query Με λένε Μεταπολίτευση. Sort by date Show all posts

Sunday, February 28, 2010

Με λένε Μεταπολίτευση και μόλις (ξανα)τελείωσα

Της G700
Δημοσιεύτηκε στο Newstime*

Το 1985 αναγγέλλεται το τέλος της Μεταπολίτευσης και έκτοτε η αναγγελία επαναλαμβάνεται τακτικά, διαψεύδοντας όλες τις προηγούμενες. Πράγματι, η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης έχει τελειώσει αρκετές φορές από τότε.
-Το 1985 με το Πρόγραμμα Σταθεροποίησης του Σημίτη, έληξε η περίοδος των κρατικοποιήσεων και ξεκίνησε δειλά δειλά μια περίοδος φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

-Το 1989 με την καθιέρωση της ιδιωτικής τηλεόρασης αλλάζει άρδην ο τρόπος επηρεασμού της κοινής γνώμης και διαμόρφωσης της πολιτικής ατζέντας.

-Τη δεκαετία του '90 αλλάζουν τα ιδεολογικά μέτωπα στη δημόσια σφαίρα και ανασυντάσσονται γύρω από το στόχο της ΟΝΕ, του εξευρωπαϊσμού και της προσαρμογής της χώρας στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

-Από το 2005 και μετά αρχίζει να γίνεται ορατή η εξάντληση της μαζικής ανοδικής κοινωνικής και οικονομικής δυναμικής των μεσοστρωμάτων που ξεκίνησε τη δεκαετία του '60 και γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά. Πλέον, σημαντικά τμήματα του πληθυσμού με πρώτους απ' όλους τους νέους της γενιάς των 700 ευρώ βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της στασιμότητας ακόμα και της μαζικής καθόδου.

Και όμως, παρά τις όποιες θεσμικές αναδιαρθρώσεις, οικονομικές αλλαγές και ιδεολογικές αναπροσαρμογές των τελευταίων 35 χρόνων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, αυτό που ονομάστηκε Μεταπολιτευτικό πρότυπο, μπορεί μεν να είχε μεταλλαχθεί σε σημαντικό βαθμό, μπορεί να είχε φτάσει στα όριά του πνέοντας σχεδόν τα λοίσθια, όμως δεν είχε ουσιαστικά τελειώσει.

Σε πείσμα των όποιων εξαγγελιών περί τέλους της Μεταπολίτευσης, νέας Μεταπολίτευσης και Λευτεριάς απ' τη Μεταπολίτευση, τις οποίες ακούσαμε να διατυμπανίζουν όλο και πιο συχνά τα τελευταία δύο χρόνια ομάδες ακτιβιστών (υμών συμπεριλαμβανομένων), μικρά και μεγάλα πολιτικά κόμματα, η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού προτύπου επείλθε οριστικά λόγω της έμμεσης χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας τους τελευταίους πέντε μήνες.

Με το ξέσπασμα της δημοσιονομικής κρίσης τελείωσε οριστικά ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης. Το μοντέλο του συνεχούς δανεισμού πόρων από το μέλλον, το οποίο στηρίχθηκε στην αναδιανομή των δανεικών μέσα από πελατειακές σχέσεις του κράτους με την κοινωνία και των κομμάτων με το κράτος. Ένα πρότυπο που, ντυμένο με κοινωνιστική περιβολή, χρηματοδότησε τη σπατάλη, συρρίκνωσε την παραγωγική βάση της χώρας, επέκτεινε το δημοσιοϋπαλληλικό κράτος σε βάρος του αποτελεσματικού δημόσιου τομέα, οδήγησε στην κυριαρχία ενός παρεοκρατικού καπιταλισμού των καρτέλ και των ραντιέριδων καθώς και στην υποκατάσταση της επιχειρηματικότητας από την τυφλή κερδοσκοπία.

Δεν είναι ότι δεν έγινε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια ή ότι δεν περάσαμε καλά. Κάθε άλλο. Η χώρα προόδευσε, έκανε άλματα, έγινε στην κυριολεξία αγνώριστη. Η πλειονότητα των Ελλήνων ζήσαμε καλά, ειρηνικά, σε πρωτόγνωρες συνθήκες δημοκρατικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής, με ένα επίπεδο ευημερίας πολύ πιο πάνω από τις πραγματικές δυνατότητές μας. Πραγματοποιήσαμε στον υπερθετικό βαθμό το σύγχρονο νεοελληνικό καταναλωτικό όνειρο. Φάγαμε, ήπιαμε, παχύναμε, αγοράσαμε σπίτια, αυτοκίνητα, εξοχικά, ηλεκτρονικές συσκευές, gadgets, υπολογιστές, ταξιδέψαμε, ζήσαμε εμπειρίες και βιώματα που ο Έλληνας της γενιάς του 114 και του Πολυτεχνείου ουδέποτε φανταζόταν στο ξεκίνημα της εργασιακής του ζωής. Αγνοώντας όμως την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων μας, καταντήσαμε τη λεγόμενη και 3η ελληνική δημοκρατία μια δουλοπαροικία του χρέους.

Αναπόφευκτα ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Το πάρτι τελείωσε και τώρα δεν υπάρχει σάλιο. Έντρομοι αναρωτιόμαστε "τι κάνουμε";

Ας μην ανησυχούμε. Η απάντηση είναι πολύ απλή. Αλλάζουμε ριζικά την Ελλάδα. Η έμμεση οικονομική χρεοκοπία του κράτους έρχεται να απελευθερώσει τη χώρα από τα μεταπολιτευτικά της δεσμά. Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού καθεστώτος έρχεται να ακυρώσει τις υπερβολές και τα προνόμια των σκληρών συντεχνιών και των ραντιέριδων, των κρατικοδίαιτων συνδικάτων και επιχειρηματιών, των πάσης φύσεως ευνοημένων του πελατειακού κράτους, της γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί για πάντα να μεταθέτει τις δύσκολες οικονομικές αποφάσεις στο μέλλον.

Η Μεταπολίτευση τελείωσε λοιπόν. Οριστικά πλέον και αμετάκλητα. Η γενιά των 700 ευρώ πρέπει να νιώθει πολύ ευχαριστημένη απ' αυτή την εξέλιξη. Το παιχνίδι ανάμεσα στις γενιές σταδιακά ισορροπεί. Σίγουρα θα περάσουμε όλοι δύσκολα μέχρι να βγούμε από την κρίση, όμως στο χέρι μας είναι να γράψουμε την επόμενη σελίδα με δικούς μας όρους. Μπροστά μας ανοίγεται ένας νέος οικονομικός και πολιτικός ιστορικός κύκλος εντελώς διαφορετικός από τον προηγούμενο. Ας τον διαμορφώσουμε σύμφωνα με τις δικές μας προτεραιότητες.

*To Newstime είναι ένας νέος διαδικτυακός "τόπος" ενημέρωσης και ανάλυσης. H ομάδα της G700 αρθρογραφεί τακτικά για την ενότητα Παρεμβάσεις.

Wednesday, August 13, 2008

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την κακή λέξη που αρχίζει από 'κ...'

Του Νίκου Ράπτη*

©ppol


Διάλογος με το άρθρο: «Για τη "διακήρυξη της 24ης Ιουλίου" της G700


Το κείμενο της G700 με τίτλο "Υπογραφή υπέρ της αναζήτησης διεξόδου" θέτει ένα ενδιαφέρον ζήτημα, που αν και δεν ευρίσκεται στον πυρήνα της «διακήρυξης της 24ης Ιουλίου» εν τούτοις φαίνεται πως απασχολεί πολλούς από τους συνυπογράφοντες: αυτό της δημιουργίας ενός νέου κόμματος.


Πρώτο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς πολιτική εξουσία;


Οι G700 απορρίπτουν αυτό το ενδεχόμενο a priori, σχεδόν «από θέση αρχής». Το ερώτημα στο οποίο απαντούν -και στο οποίο αργά ή γρήγορα θα κληθούμε όλοι να απαντήσουμε- είναι το εξής: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς την πολιτική εξουσία;


Οι G700 απαντούν θετικά: μας λένε πως είναι δυνατό κάποια κινήματα πολιτών να επιβάλλουν την ιδεολογική τους ηγεμονία στα κόμματα της μεταπολίτευσης που έχουν «τη δική τους αξιόλογη ιστορία και βαθιές ρίζες σε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας» (sic).


Θα το πω απερίφραστα: η άποψη αυτή, δε συνιστά διαφορετική στρατηγική για να δοθεί η μάχη για «λευτεριά από τη μεταπολίτευση» (σύμφωνα με το έξοχο σύνθημα των ίδιων των G700). Αποτελεί απλά βολικό πρόσχημα για να μη δοθεί καν αυτή η μάχη.


Στην Ελλάδα τουλάχιστο, το ζήτημα της ηγεμονίας κρίνεται στην κεντρική πολιτική σκηνή. Είναι αλήθεια πως παραδοσιακές πηγές εξουσίας (συνδικάτα, τύπος-ΜΜΕ, τοπική αυτοδιοίκηση) αλλά και νέα κινήματα (μπλόγκερς, ΜΚΟ) βαραίνουν επίσης περισσότερο ή λιγότερο, στη διαμόρφωση της ηγεμονίας. Σε σχέση όμως με την ισχύ της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της εκτελεστικής-νομοθετικής εξουσίας, όλα τα υπόλοιπα είναι αμελητέα.


Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχει ελληνική αντιστοιχία του όρου «netroots» που περιχαρείς μας προτείνουν οι G700 ως εναλλακτική δήθεν λύση στην προοπτική ενός νέου κόμματος.


Δεύτερο ερώτημα: παλιά ή νέα κόμματα;


Οπότε πάμε στο δεύτερο ερώτημα: «παλιά κόμματα ή νέο κόμμα»; Είναι απόλυτα θεμιτό για κάποιον να επιμένει (πως ΠΑΣΟΚ-ΝΔ μπορούν έξαφνα να μεταβληθούν από μηχανισμοί δικτύωσης με στόχο την κατάκτηση και την νομή της εξουσίας και/ή τη λαφυραγώγηση του πλούτου της πατρίδας, σε εθελοντικές ομάδες ανθρώπων που θέτουν το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό. Πως από ηχεία κενών συνθημάτων θα μεταβληθούν σε «συλλογικούς διανοούμενους» που θα ιεραρχούν, θα αναλύουν, θα κοστολογούν και θα ιεραρχούν τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Πως αντί να συγκροτούνται στη βάση των πελατειακών σχέσεων θα δονούνται από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προγραμματικές διαφωνίες.


Μπορεί κανείς, κοντολογίς, να στοιχηματίζει, όπως ο βάτραχος του μύθου, πως ο σκορπιός μπορεί αίφνης να συμπεριφερθεί σαν άκακο-και ορθολογικό ζωύφιο...


Είναι θεωρώ προφανές πως αυτά αποτελούν αστειότητες. Η επιλογή «παλιά κόμματα» έχει νόημα μόνο για όσους βρίσκονται στον προθάλαμο της ατομικής τους συμμετοχής στο μεγάλο κούρσεμα της χώρας, ως μέλη κάποιας από τις κομματικές σπείρες στο κεντρικό, αυτοδιοικητικό, συνδικαλιστικό κ.ο.κ. επίπεδο.


Το διακύβευμα όμως που θέτει η «διακήρυξη της 24ης Ιουλίου» είναι πολύ ευρύτερο: σήμερα, αναφέρεται σωστά εκεί «υπονομεύονται οι ίδιες οι προϋποθέσεις της συλλογικής μας επιβίωσης (ως δημοκρατικού-αναπτυγμένου κράτους) και απαιτούνται άμεσες και ριζικές λύσεις».


Το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι εκείνο της προσωπικής μας ανέλιξης, της επιλογής του σωστού «αλόγου» που θα κληθεί να κουβαλήσει τις όποιες φιλοδοξίες και τις όποιες ματαιοδοξίες μας. Το ζήτημα είναι αν θα κάνουμε το καθήκον μας απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια μας, αν θα τιμήσουμε των αγώνες των πατεράδων και των παππούδων μας. Και δεν υπάρχουν καν τα χρονικά περιθώρια για μια «μακρά πορεία στους κομματικούς θεσμούς», για όποιον θα έτρεφε αφελώς μεν, ανυστερόβουλα δε, παρόμοιες αυταπάτες.


Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προειδοποιήσω τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων (όσων γεννήθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1980):


(α) το γεγονός πως δεν έζησαν καμία ανατροπή στη ζωή τους, δε σημαίνει πως οι ανατροπές είναι αδύνατες: η χούντα έμοιαζε ακλόνητη κάποια στιγμή, ιδίως μετά τον τυχοδιωκτισμό του «πολυτεχνείου» και μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο· τα σενάρια περί «κατάρρευσης του κομμουνισμού», ακουγόταν σαν πομφόλυγες αλαφροΐσκιωτων αντιφρονούντων επί δεκαετίες...


(β) η μοίρα που τους επιφυλάσσει το μεταπολιτευτικό σύστημα είναι το πολύ αυτό των «συμβούλων» του, των «λογογράφων» του, του κάπως ανεβασμένου δηλαδή «υπηρετικού προσωπικού». Οι «ελέφαντες» της μεταπολίτευσης δεν έχουν καμία διάθεση να παραδώσουν τα ηνία -στην πολιτική τουλάχιστο, όπου ακόμα τα δίκτυα των προσωπικών τους γνωριμιών είναι φτιαγμένα από ατσάλι (από «αίμα και σπέρμα»). Οι εκλεκτοί που θα παίξουν το ρόλο του «ανανεωτικού μαϊντανού» θα πρέπει πρώτα να έχουν κολοβωθεί από κάθε «νεωτερική» συμπεριφορά. Ρόλος τους το πολύ-πολύ (δες Τσίπρας) να γίνουν η βιτρίνα που θα κρύβει τις μεταπολιτευτικές παλιατζούρες που η άρχουσα πολιτική τάξη είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να πουλάει μέχρι τελικής (συλλογικής, φευ!) πτώσεως...


Τα παραπάνω τα τονίζω διότι ακριβώς η «νέα μεταπολίτευση» ή θα είναι το εγχείρημα των τριαντάρηδων ή δε θα υπάρξει. Με άλλα λόγια το πώς θα κινηθεί η «γενιά των 700 ευρώ» (οι άνθρωποι, όχι το μπλογκ), είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της πατρίδας. Και είναι δυσοίωνο πόσο καλά αυτή η γενιά έχει εκπαιδευτεί από τους «μπαμπάδες» της να μιλάει όπως εκείνοι, να σκέφτεται με τις ίδιες κατηγορίες, να διαβάζει τα ίδια βιβλία, να ακούει τα ίδια τραγούδια, να θαυμάζει τους ίδιους ήρωες κ.ο.κ


Τρίτο ερώτημα: κόμμα ή κομματάκι;


Είναι λογικό πολλοί να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος με βάση το φόβο πως αυτό το κόμμα θα έχει μηδενική απήχηση στην κοινωνία. Τα «ιστορικά» επιχειρήματα που αναφέρονται κυρίως προς ενίσχυση αυτής της άποψης (γιατί δεν μπορεί να πετύχει ένα νέο κόμμα) έχουν σχετική μόνο αξία.


Ας δούμε καλύτερα τι χρειάζεται για να πετύχει ένα νέο κόμμα:


1. Χρειάζεται πολιτικό λόγο ύπαρξης: θα πρέπει να διαθέτει πρωτότυπο προγραμματικό στίγμα και επιπλέον οι προτάσεις του να εκφράζουν τα συμφέροντα υπαρκτών κοινωνικών ομάδων, αλλά και το εθνικό, συλλογικό συμφέρον.


2. Χρειάζεται πολιτικό-στελεχιακό προσωπικό που θα αποπνέει τη σοβαρότητα και θα διαθέτει τις πνευματικές ικανότητες (στάσεις) που απαιτεί το πολιτικό εγχείρημα που φιλοδοξεί να αναλάβει.


3. Χρειάζονται χρήματα, ικανά να επιτρέψουν στο κόμμα αυτό να λειτουργήσει με κάποια σοβαρότητα αλλά και να «αγοράσει» το απαιτούμενο κύρος που θα το καταστήσει σοβαρό παίκτη στο πολιτικό παίγνιο. Και αυτό «αγοράζεται» με αφίσες, διαφημιστικά μηνύματα, εκδηλώσεις, επαφές κ.λπ. που κοστίζουν -και μάλιστα πολύ. Συν που το νέο αυτό πολιτικό υποκείμενο θα κληθεί να συνάψει με τους χρηματοδότες του σχέσεις διαφάνειας και τιμίων εξηγήσεων. Το νέο δηλαδή πολιτικό υποκείμενο δεν είναι απλά αναγκασμένο να βρει χρηματοδότες, αλλά και να τους πείσει να το χρηματοδοτήσουν δημοσίως, χωρίς τη χρήση «παρένθετων» και χωρίς να λαμβάνουν ως αντάλλαγμα την υποστήριξή στα «ειδικά συμφέροντά» τους.


4. Χρειάζεται δημοσιότητα, στη ραδιοτηλεόραση, τα παραδοσιακά έντυπο μέσα, τον επαρχιακό τύπο, την «μπλογκόσφαιρα»


Κανείς δεν έχει τη διάθεση να προχωρήσει στην ίδρυση ενός ακόμα «κομματιδίου» της τάξης του 0-1% (ούτε καν του 1-5%). Στόχος μας είναι μια πολιτική δύναμη που θα έχει όσο το δυνατό βαρύνοντα λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας για να στρέψει το πηδάλιο της χώρας και να ενισχύσει τους «ξεχασμένους» της μεταπολίτευσης (τα παιδιά, τις γυναίκες, τη νέα ελληνική οικογένεια· το περιβάλλον· το δημόσιο χώρο). Στόχος είναι ένα κόμμα που θα εκφράσει «τη μεσαία τάξη και όλους όσοι μοχθούν να ενταχθούν σε αυτήν». Στόχος είναι να πάρουν το «πάνω χέρι» όλοι όσοι «νοιάζονται να υπάρχει Ελλάδα και ελληνισμός και πέραν του 21ου αιώνα»


Υπάρχουν σήμερα αυτές οι προϋποθέσεις; Όχι μεν, αλλά, σε όλα τα παραπάνω σημεία βρισκόμαστε σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από ότι χθες.


Είναι προφανές πως ζούμε στον αστερισμό της «απαισιοδοξίας της γνώσης». Ας μη βιαστούμε όμως (ιδίως, ας μην βιαστούν οι «G700») να ξεχάσουμε και την «αισιοδοξία της βούλησης».


Σήμερα, όπως αναφέρει και ο έμπειρος διπλωμάτης (και εκ των συνυπογραφόντων τη διακήρυξη) Δημήτριος Σ. Αθανασόπουλος, «όποιος δεν πιστεύει στο όνειρο, δεν είναι ρεαλιστής».


*Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός και ιδρυτικό μέλος του PPOL. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο PPOl στις 9 - 8 - 2008.

Tuesday, September 20, 2011

"Παρακαλώ το νέο να μείνει". Ετοιμαστείτε να μπείτε οριστικά στην εφεδρεία και βλέπουμε.

Ακούγοντας με προσοχή την ομιλία του Πρoέδρου της ΝΔ, κ. Αντώνη Σαμαρά, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το Σάββατο το βράδυ, αλλά και τη συνέντευξή του στα Μέσα Ενημέρωσης την Κυριακή το μεσημέρι, δεν μπορεί παρά να σταθούμε, όπως και στην περίπτωση της ομιλίας του Πρωθυπουργού πριν από μία βδομάδα, στο κομμάτι εκείνο που σαν "γενιά των 700 ευρώ" μας αφορά άμεσα: το κάλεσμα του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς τους νέους να μείνουν και να παλέψουν για το μέλλον της χώρας.


“ Τι βλέπει σήμερα ένας νέος μπροστά του; Βλέπει ανεργία, βλέπει απαισιοδοξία, βλέπει πολλές φορές κατάθλιψη, βλέπει ίσως πολλές φορές μέσα στο σπίτι του ένα γονιό να έχει χάσει τη δουλειά του, αισθάνεται, με άλλα λόγια να το πω, ότι του λείπει ένα πλαίσιο ασφάλειας.

Εγώ δεν θα πω ψέματα, η κατάσταση πράγματι είναι πάρα πολύ άσχημη. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ό,τι είχε να πει το είπε, είναι γραμμένα μέσα στο μνημόνιο.

Ο νέος σήμερα τι ζητάει; Ζητά αξιοπιστία, ζητά καθαρές θέσεις, δεν θέλει στρογγυλεμένα λόγια, θέλει και αιχμές και ας πονάνε, αρκεί να είναι αλήθεια. Ζητάει αξιοπρέπεια, σιχαίνεται τον αμοραλισμό, σιχαίνεται την κωλοτούμπα.

Εγώ αυτό που θέλω να του πω του νέου είναι ότι αποτελεί το πιο πολύτιμο κομμάτι σε αυτό τον τόπο. Ξέρω ότι του έχουν πάρει τα πιο πολύτιμα δικά του πράγματα, ελπίδα, όνειρα, δικαίωμα για δουλειά, σας επαναλαμβάνω ίσως και τη δουλειά των γονιών του.

Όμως, δεν μπορούμε στην Ελλάδα να δεχτούμε μία δεύτερη αιμορραγία σαν εκείνη, που σωστά είπατε, του ’50 και του ’60.


Προχθές, παρακολουθούσα μία εκπομπή στους νέους, στην ιστοσελίδα που μπαίνω καμία φορά, και έλεγε ο ένας στον άλλον: Διάβασες τον Thomas Freedman των New York Times ; Και έλεγε ο Freedman , από ό,τι κατάλαβα, ότι εάν σε έξι μήνες έχουν αρχίσει και μετακομίζουν οι νέοι της Ελλάδας, πάει η χώρα. Και το έλεγε ο ένας νέος στον άλλο και απαντούσε ο άλλος: Συμφωνώ. O Thomas Freedman είναι μία τεράστια μορφή, σήμερα, της δημοσιογραφίας, συνάδελφός σας.

Εγώ απλώς λέω στο νέο ότι έχουμε σχέδιο, ότι έχουμε δρομολόγιο, ότι αυτό που δίνουμε είναι ελπίδα. Και του λέω ταυτόχρονα ότι δεν μας πάει και δεν μας πρέπει δεύτερο κύμα με την πίκρα της ξενιτιάς.

Θα μου πεις: είναι όπως την δεκαετία του ’60; Σήμερα, βρίσκεσαι τόσο γρήγορα σε μία ξένη χώρα, δεν είναι τα ίδια όπως ήταν παλιά, σίγουρα. Αλλά σημασία έχει να καταλάβει ο νέος ότι εδώ δεν υπάρχει τόπος σαν την Ελλάδα, ότι πρέπει να τα αλλάξουμε, ότι πρέπει να βοηθήσει.

Η δική μας η συγκεκριμένη ιδεολογία, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, στοχεύει σε αυτό το κοινωνικό, μέσα από μία άποψη φιλελεύθερη ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση για να αλλάξουμε τα πράγματα, αρκεί τι; Να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας, να συντρίψουμε τον κακό μας εαυτό, να νικήσουμε εκείνα τα οποία μας κρατάνε σε παρακμή. Αυτά είναι τα μεγάλα ζητούμενα.

Επομένως, εγώ παρακαλώ το νέο άνθρωπο να μείνει, το νέο το παιδί να μείνει. Και πρώτα ο Θεός, θα μπορέσει να γίνει -ας το πω έτσι- δημιουργός στον τόπο του. Και εκεί θα βοηθήσουμε με κάθε τρόπο που μπορούμε και εμείς στη Νέα Δημοκρατία».


Αγαπητέ Πρόεδρε

Αξιότιμε κύριε Αρχηγέ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης

Πρώτα ο Θεός, εμείς λένε να φύγουμε.

Μας λέτε ότι οι Έλληνες μπορούν. Εμείς σας λέμε ότι δεν μπορούμε.

Δεν μπορούμε ν’ ακούμε άλλο πατερναλιστικά χαϊδέματα αυτιών.

Μας έχουν κουράσει πια τα κούφια τα λόγια τα μεγάλα των πολιτικών - πολιτικάντηδων.

Έχουμε βαρεθεί τον ατακαδόρικο πολιτικαντισμό, τις ρητορικές σοφιστείες και τις εθνολαϊκιστικές κορώνες που σαγηνεύουν ακόμα χαζοχαρούμενους κομματικούς στρατούς.

Δεν κοροϊδευόμαστε πια απ’ τις περιγραφές που δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη πρόταση. Ότι υπάρχει δήθεν σχέδιο, δρομολόγιο όπως λέτε, όταν δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η συνήθης πρακτική της εκάστοτε αντιπολίτευσης να ισοπεδώνει τα πάντα μοιράζοντας ταυτόχρονα φρούδες ελπίδες. Αλήθεια, έχετε καταλάβει τι συμβαίνει στη χώρα;

Καταλάβετέ μας, δεν μπορούμε να επενδύσουμε το μέλλον μας στη μεταφυσική, ή τα αρχέτυπα της ελληνικής φυλής που ξάφνου θα ξυπνήσουν μέσα μας και το έθνος θα αναγεννηθεί από τις στάχτες. Χρειαζόμαστε ορθό λόγο και πολιτικό πρόταγμα και όχι μάγους, τοτέμ και προσευχές. Θέλουμε να επενδύσουμε στις καθαρές και πρακτικές λύσεις. Κι ας ματώσουμε.

Είμαστε διατεθειμένοι ν’ αναλάβουμε πολλές περισσότερες θυσίες από τη δική σας γενιά.

Να πολεμήσουμε. Στη δύσκολη ηλικία της ώρας αιχμής στην οποία βρισκόμαστε, εκ των πραγμάτων και λόγω της κρίσης καλούμαστε να ζοριστούμε.

Σιχαινόμαστε, όμως, όπως λέτε τον αμοραλισμό και την κωλοτούμπα. Αλήθεια το κόμμα σας κύριε Πρόεδρε, ένα φιλελεύθερο κόμμα αστικό, όπως αναγνωρίζετε ότι είναι η ΝΔ, δεν ντρέπεται, όταν η κουβέντα ακουμπάει το κράτος, την εφεδρεία, τις αποκρατικοποιήσεις, να κρύβεται πίσω από θολά σχήματα και προσχήματα;

Πως μας προτρέπετε να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας, να συντρίψουμε τον κακό μας εαυτό και να νικήσουμε εκείνα τα οποία μας κρατάνε σε παρακμή, όταν εσείς αρνείστε να τα βάλετε με το παρακμιακό κράτος που και το δικό σας κόμμα δημιούργησε μεταπολεμικά;


Κύριε Πρόεδρε,

Δεν μπορούμε να βλέπουμε τη γενιά σας να στέκεται γυμνή απέναντι στην ιστορία, ανίκανη και άβουλη να συνεννοηθεί για τη σωτηρία της χώρας.

Επικαλεστήκατε στο λόγο σας τη ρήση του Μπίσμαρκ ότι «οι μεγάλοι πολιτικοί ακούν πριν από τους άλλους το μακρινό χλιμίντρισμα από τα άλογα της Ιστορίας». Αν αναφέρεστε στον εαυτό σας, σας προειδοποιούμε ότι τα άλογα της Ιστορίας έρχονται κατευθείαν πάνω σας και πολύ φοβόμαστε ότι λόγω της απάθειας και της αδράνειας που επιδεικνύετε θα σας πατήσουν και θα σας λιώσουν.

Δυστυχώς, τόσο σ’ εσάς όσο και στους υπολοίπους της γενιάς σας που τελευταία αρέσκονται να ντύνουν τα λόγια τους με ρήσεις ιστορικών προσωπικοτήτων, αρμόζει η ρήση του Χέγκελ ότι η κουκουβάγια, το πουλί της σοφίας πετάει πάντα το σούρουπο. Όταν πλέον νυχτώσει, τότε και μόνο τότε δυστυχώς θα καταλάβετε κι εσείς ποια ήταν τελικά η εποχή που τέλειωσε, ποιες οι παθογένειές της και ποιος ήταν ο ρόλος σας σ΄ αυτή.

Όμως τότε, ίσως να είναι αργά για τη χώρα.

Μπορεί σαν άλλος Βίσμαρκ να βλέπετε τα άλογα της ιστορίας να προειδοποιούν Ελλάδα και Ευρώπη χλιμιντρίζοντας, δεν ακούτε όμως τον εκκωφαντικό κρότο της κατάρρευσης του μοντέλου οικονομίας και πολιτεύσθαι της μεταπολίτευσης, στο οποίο κι εσείς υπήρξατε πρωταγωνιστής. Κι ας επικαλείστε όψιμα κι εσείς όπως και άλλοι την ανάγκη για μια νέα μεταπολίτευση.

Τα πράγματα για εμάς είναι απλά. Θέλουμε λευτεριά απ’ τη μεταπολίτευση.

Η σημερινή πολιτική τάξη που έφτασε τη χώρα στο σημερινό σημείο ή θα ξεπεράσει τον εαυτό της σε υπευθυνότητα και πολιτική αποτελεσματικότητα καταστρέφοντας συνεργατικά και συναινετικά το μεταπολιτευτικό πελατειακό κράτος ή ετοιμαστείτε όλοι σας να μπείτε οριστικά στην εφεδρεία, εγκαταλείποντας οριστικά και διαπαντώς το δημόσιο βίο και τον ρου της ιστορίας. Παραδώστε τα κλειδιά σε νεότερους και σοβαρότερους ανθρώπους μπας και γίνει καμιά δουλειά. Μπας και οι νεότεροι σχεδιάσουν επιτέλους το μέλλον τους για τους εαυτούς τους. Αλλιώς, καθίστε να κυβερνήσετε στα ερείπια μιας κατεστραμμένης χώρας, με κλακαδόρους, αλλά χωρίς ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό. Οι εργάτες γνώσης θα σας έχουμε όλοι χαιρετίσει προ πολλού.