Tuesday, September 20, 2011
"Παρακαλώ το νέο να μείνει". Ετοιμαστείτε να μπείτε οριστικά στην εφεδρεία και βλέπουμε.
Sunday, February 28, 2010
Με λένε Μεταπολίτευση και μόλις (ξανα)τελείωσα
Και όμως, παρά τις όποιες θεσμικές αναδιαρθρώσεις, οικονομικές αλλαγές και ιδεολογικές αναπροσαρμογές των τελευταίων 35 χρόνων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, αυτό που ονομάστηκε Μεταπολιτευτικό πρότυπο, μπορεί μεν να είχε μεταλλαχθεί σε σημαντικό βαθμό, μπορεί να είχε φτάσει στα όριά του πνέοντας σχεδόν τα λοίσθια, όμως δεν είχε ουσιαστικά τελειώσει.
Σε πείσμα των όποιων εξαγγελιών περί τέλους της Μεταπολίτευσης, νέας Μεταπολίτευσης και Λευτεριάς απ' τη Μεταπολίτευση, τις οποίες ακούσαμε να διατυμπανίζουν όλο και πιο συχνά τα τελευταία δύο χρόνια ομάδες ακτιβιστών (υμών συμπεριλαμβανομένων), μικρά και μεγάλα πολιτικά κόμματα, η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού προτύπου επείλθε οριστικά λόγω της έμμεσης χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας τους τελευταίους πέντε μήνες.
Δεν είναι ότι δεν έγινε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια ή ότι δεν περάσαμε καλά. Κάθε άλλο. Η χώρα προόδευσε, έκανε άλματα, έγινε στην κυριολεξία αγνώριστη. Η πλειονότητα των Ελλήνων ζήσαμε καλά, ειρηνικά, σε πρωτόγνωρες συνθήκες δημοκρατικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής, με ένα επίπεδο ευημερίας πολύ πιο πάνω από τις πραγματικές δυνατότητές μας. Πραγματοποιήσαμε στον υπερθετικό βαθμό το σύγχρονο νεοελληνικό καταναλωτικό όνειρο. Φάγαμε, ήπιαμε, παχύναμε, αγοράσαμε σπίτια, αυτοκίνητα, εξοχικά, ηλεκτρονικές συσκευές, gadgets, υπολογιστές, ταξιδέψαμε, ζήσαμε εμπειρίες και βιώματα που ο Έλληνας της γενιάς του 114 και του Πολυτεχνείου ουδέποτε φανταζόταν στο ξεκίνημα της εργασιακής του ζωής. Αγνοώντας όμως την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων μας, καταντήσαμε τη λεγόμενη και 3η ελληνική δημοκρατία μια δουλοπαροικία του χρέους.
Wednesday, August 13, 2008
Ας μιλήσουμε λοιπόν για την κακή λέξη που αρχίζει από 'κ...'
Του Νίκου Ράπτη*
©ppol
Διάλογος με το άρθρο: «Για τη "διακήρυξη της 24ης Ιουλίου" της G700
Το κείμενο της G700 με τίτλο "Υπογραφή υπέρ της αναζήτησης διεξόδου" θέτει ένα ενδιαφέρον ζήτημα, που αν και δεν ευρίσκεται στον πυρήνα της «διακήρυξης της 24ης Ιουλίου» εν τούτοις φαίνεται πως απασχολεί πολλούς από τους συνυπογράφοντες: αυτό της δημιουργίας ενός νέου κόμματος.
Πρώτο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς πολιτική εξουσία;
Οι G700 απορρίπτουν αυτό το ενδεχόμενο a priori, σχεδόν «από θέση αρχής». Το ερώτημα στο οποίο απαντούν -και στο οποίο αργά ή γρήγορα θα κληθούμε όλοι να απαντήσουμε- είναι το εξής: μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ηγεμονία χωρίς την πολιτική εξουσία;
Οι G700 απαντούν θετικά: μας λένε πως είναι δυνατό κάποια κινήματα πολιτών να επιβάλλουν την ιδεολογική τους ηγεμονία στα κόμματα της μεταπολίτευσης που έχουν «τη δική τους αξιόλογη ιστορία και βαθιές ρίζες σε ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας» (sic).
Θα το πω απερίφραστα: η άποψη αυτή, δε συνιστά διαφορετική στρατηγική για να δοθεί η μάχη για «λευτεριά από τη μεταπολίτευση» (σύμφωνα με το έξοχο σύνθημα των ίδιων των G700). Αποτελεί απλά βολικό πρόσχημα για να μη δοθεί καν αυτή η μάχη.
Στην Ελλάδα τουλάχιστο, το ζήτημα της ηγεμονίας κρίνεται στην κεντρική πολιτική σκηνή. Είναι αλήθεια πως παραδοσιακές πηγές εξουσίας (συνδικάτα, τύπος-ΜΜΕ, τοπική αυτοδιοίκηση) αλλά και νέα κινήματα (μπλόγκερς, ΜΚΟ) βαραίνουν επίσης περισσότερο ή λιγότερο, στη διαμόρφωση της ηγεμονίας. Σε σχέση όμως με την ισχύ της κεντρικής πολιτικής σκηνής και της εκτελεστικής-νομοθετικής εξουσίας, όλα τα υπόλοιπα είναι αμελητέα.
Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχει ελληνική αντιστοιχία του όρου «netroots» που περιχαρείς μας προτείνουν οι G700 ως εναλλακτική δήθεν λύση στην προοπτική ενός νέου κόμματος.
Δεύτερο ερώτημα: παλιά ή νέα κόμματα;
Οπότε πάμε στο δεύτερο ερώτημα: «παλιά κόμματα ή νέο κόμμα»; Είναι απόλυτα θεμιτό για κάποιον να επιμένει (πως ΠΑΣΟΚ-ΝΔ μπορούν έξαφνα να μεταβληθούν από μηχανισμοί δικτύωσης με στόχο την κατάκτηση και την νομή της εξουσίας και/ή τη λαφυραγώγηση του πλούτου της πατρίδας, σε εθελοντικές ομάδες ανθρώπων που θέτουν το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό. Πως από ηχεία κενών συνθημάτων θα μεταβληθούν σε «συλλογικούς διανοούμενους» που θα ιεραρχούν, θα αναλύουν, θα κοστολογούν και θα ιεραρχούν τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Πως αντί να συγκροτούνται στη βάση των πελατειακών σχέσεων θα δονούνται από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προγραμματικές διαφωνίες.
Μπορεί κανείς, κοντολογίς, να στοιχηματίζει, όπως ο βάτραχος του μύθου, πως ο σκορπιός μπορεί αίφνης να συμπεριφερθεί σαν άκακο-και ορθολογικό ζωύφιο...
Είναι θεωρώ προφανές πως αυτά αποτελούν αστειότητες. Η επιλογή «παλιά κόμματα» έχει νόημα μόνο για όσους βρίσκονται στον προθάλαμο της ατομικής τους συμμετοχής στο μεγάλο κούρσεμα της χώρας, ως μέλη κάποιας από τις κομματικές σπείρες στο κεντρικό, αυτοδιοικητικό, συνδικαλιστικό κ.ο.κ. επίπεδο.
Το διακύβευμα όμως που θέτει η «διακήρυξη της 24ης Ιουλίου» είναι πολύ ευρύτερο: σήμερα, αναφέρεται σωστά εκεί «υπονομεύονται οι ίδιες οι προϋποθέσεις της συλλογικής μας επιβίωσης (ως δημοκρατικού-αναπτυγμένου κράτους) και απαιτούνται άμεσες και ριζικές λύσεις».
Το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι εκείνο της προσωπικής μας ανέλιξης, της επιλογής του σωστού «αλόγου» που θα κληθεί να κουβαλήσει τις όποιες φιλοδοξίες και τις όποιες ματαιοδοξίες μας. Το ζήτημα είναι αν θα κάνουμε το καθήκον μας απέναντι στα παιδιά και τα εγγόνια μας, αν θα τιμήσουμε των αγώνες των πατεράδων και των παππούδων μας. Και δεν υπάρχουν καν τα χρονικά περιθώρια για μια «μακρά πορεία στους κομματικούς θεσμούς», για όποιον θα έτρεφε αφελώς μεν, ανυστερόβουλα δε, παρόμοιες αυταπάτες.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προειδοποιήσω τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων (όσων γεννήθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1980):
(α) το γεγονός πως δεν έζησαν καμία ανατροπή στη ζωή τους, δε σημαίνει πως οι ανατροπές είναι αδύνατες: η χούντα έμοιαζε ακλόνητη κάποια στιγμή, ιδίως μετά τον τυχοδιωκτισμό του «πολυτεχνείου» και μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο· τα σενάρια περί «κατάρρευσης του κομμουνισμού», ακουγόταν σαν πομφόλυγες αλαφροΐσκιωτων αντιφρονούντων επί δεκαετίες...
(β) η μοίρα που τους επιφυλάσσει το μεταπολιτευτικό σύστημα είναι το πολύ αυτό των «συμβούλων» του, των «λογογράφων» του, του κάπως ανεβασμένου δηλαδή «υπηρετικού προσωπικού». Οι «ελέφαντες» της μεταπολίτευσης δεν έχουν καμία διάθεση να παραδώσουν τα ηνία -στην πολιτική τουλάχιστο, όπου ακόμα τα δίκτυα των προσωπικών τους γνωριμιών είναι φτιαγμένα από ατσάλι (από «αίμα και σπέρμα»). Οι εκλεκτοί που θα παίξουν το ρόλο του «ανανεωτικού μαϊντανού» θα πρέπει πρώτα να έχουν κολοβωθεί από κάθε «νεωτερική» συμπεριφορά. Ρόλος τους το πολύ-πολύ (δες Τσίπρας) να γίνουν η βιτρίνα που θα κρύβει τις μεταπολιτευτικές παλιατζούρες που η άρχουσα πολιτική τάξη είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να πουλάει μέχρι τελικής (συλλογικής, φευ!) πτώσεως...
Τα παραπάνω τα τονίζω διότι ακριβώς η «νέα μεταπολίτευση» ή θα είναι το εγχείρημα των τριαντάρηδων ή δε θα υπάρξει. Με άλλα λόγια το πώς θα κινηθεί η «γενιά των 700 ευρώ» (οι άνθρωποι, όχι το μπλογκ), είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της πατρίδας. Και είναι δυσοίωνο πόσο καλά αυτή η γενιά έχει εκπαιδευτεί από τους «μπαμπάδες» της να μιλάει όπως εκείνοι, να σκέφτεται με τις ίδιες κατηγορίες, να διαβάζει τα ίδια βιβλία, να ακούει τα ίδια τραγούδια, να θαυμάζει τους ίδιους ήρωες κ.ο.κ
Τρίτο ερώτημα: κόμμα ή κομματάκι;
Είναι λογικό πολλοί να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο ενός νέου κόμματος με βάση το φόβο πως αυτό το κόμμα θα έχει μηδενική απήχηση στην κοινωνία. Τα «ιστορικά» επιχειρήματα που αναφέρονται κυρίως προς ενίσχυση αυτής της άποψης (γιατί δεν μπορεί να πετύχει ένα νέο κόμμα) έχουν σχετική μόνο αξία.
Ας δούμε καλύτερα τι χρειάζεται για να πετύχει ένα νέο κόμμα:
1. Χρειάζεται πολιτικό λόγο ύπαρξης: θα πρέπει να διαθέτει πρωτότυπο προγραμματικό στίγμα και επιπλέον οι προτάσεις του να εκφράζουν τα συμφέροντα υπαρκτών κοινωνικών ομάδων, αλλά και το εθνικό, συλλογικό συμφέρον.
2. Χρειάζεται πολιτικό-στελεχιακό προσωπικό που θα αποπνέει τη σοβαρότητα και θα διαθέτει τις πνευματικές ικανότητες (στάσεις) που απαιτεί το πολιτικό εγχείρημα που φιλοδοξεί να αναλάβει.
3. Χρειάζονται χρήματα, ικανά να επιτρέψουν στο κόμμα αυτό να λειτουργήσει με κάποια σοβαρότητα αλλά και να «αγοράσει» το απαιτούμενο κύρος που θα το καταστήσει σοβαρό παίκτη στο πολιτικό παίγνιο. Και αυτό «αγοράζεται» με αφίσες, διαφημιστικά μηνύματα, εκδηλώσεις, επαφές κ.λπ. που κοστίζουν -και μάλιστα πολύ. Συν που το νέο αυτό πολιτικό υποκείμενο θα κληθεί να συνάψει με τους χρηματοδότες του σχέσεις διαφάνειας και τιμίων εξηγήσεων. Το νέο δηλαδή πολιτικό υποκείμενο δεν είναι απλά αναγκασμένο να βρει χρηματοδότες, αλλά και να τους πείσει να το χρηματοδοτήσουν δημοσίως, χωρίς τη χρήση «παρένθετων» και χωρίς να λαμβάνουν ως αντάλλαγμα την υποστήριξή στα «ειδικά συμφέροντά» τους.
4. Χρειάζεται δημοσιότητα, στη ραδιοτηλεόραση, τα παραδοσιακά έντυπο μέσα, τον επαρχιακό τύπο, την «μπλογκόσφαιρα»
Κανείς δεν έχει τη διάθεση να προχωρήσει στην ίδρυση ενός ακόμα «κομματιδίου» της τάξης του 0-1% (ούτε καν του 1-5%). Στόχος μας είναι μια πολιτική δύναμη που θα έχει όσο το δυνατό βαρύνοντα λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας για να στρέψει το πηδάλιο της χώρας και να ενισχύσει τους «ξεχασμένους» της μεταπολίτευσης (τα παιδιά, τις γυναίκες, τη νέα ελληνική οικογένεια· το περιβάλλον· το δημόσιο χώρο). Στόχος είναι ένα κόμμα που θα εκφράσει «τη μεσαία τάξη και όλους όσοι μοχθούν να ενταχθούν σε αυτήν». Στόχος είναι να πάρουν το «πάνω χέρι» όλοι όσοι «νοιάζονται να υπάρχει Ελλάδα και ελληνισμός και πέραν του 21ου αιώνα»
Υπάρχουν σήμερα αυτές οι προϋποθέσεις; Όχι μεν, αλλά, σε όλα τα παραπάνω σημεία βρισκόμαστε σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από ότι χθες.
Είναι προφανές πως ζούμε στον αστερισμό της «απαισιοδοξίας της γνώσης». Ας μη βιαστούμε όμως (ιδίως, ας μην βιαστούν οι «G700») να ξεχάσουμε και την «αισιοδοξία της βούλησης».
Σήμερα, όπως αναφέρει και ο έμπειρος διπλωμάτης (και εκ των συνυπογραφόντων τη διακήρυξη) Δημήτριος Σ. Αθανασόπουλος, «όποιος δεν πιστεύει στο όνειρο, δεν είναι ρεαλιστής».
*Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός και ιδρυτικό μέλος του PPOL. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο PPOl στις 9 - 8 - 2008.